Ο πρώην γενικός γραμματέας του Μεγάρου Μαξίμου, Γρηγόρης Δημητριάδης, στην πρώτη συνέντευξη του (στην εφημερίδα Real) επιχειρεί να βάλει μια επικοινωνιακή τελεία στο σκάνδαλο των υποκλοπών, παρουσιάζοντας εαυτόν ως θεματοφύλακα των εθνικών συμφερόντων και της εθνικής ασφάλειας.
Το αφήγημα της Θυσίας και της «Πολιτικής Ευθύνης»
Η συνέντευξη ξεκινά με την απάντηση του Δημητριάδη στη δημοσιογραφική διαπίστωση «σας εμπλέκουν στην υπόθεση των υποκλοπών». Η διατύπωση μάλλον υποτιμά τον πλούτο στοιχείων που έχει αναδείξει η δημοσιογραφική έρευνα, τις καταθέσεις των μαρτύρων και το αποδεικτικό υλικό που προέκυψαν στη δίκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο των Ταλ Ντιλιάν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιου και του κουμπάρου του Δημητριάδη, Γιάννη Λαβράνου.
Στην απάντηση του ο Δημητριάδης υποστηρίζει ότι ανέλαβε την πολιτική ευθύνη προκειμένου να προστατέψει την κυβέρνηση, τις μυστικές υπηρεσίες, την παράταξη του και πάνω από όλα την πατρίδα.
Η επίκληση της ανάληψης ευθύνης, βέβαια, χωρίς την παροχή ουσιαστικών εξηγήσεων, αποτελεί πράξη συγκάλυψης και όχι πατριωτισμού.
Εξάλλου, εμφανιζόμενος ως άνθρωπος που μαρτύρησε για τις αμαρτίες άλλων, αφήνει μερικά κρίσιμα ανοιχτά ερωτήματα. Γιατί κρίθηκε ότι τίθεται θέμα προστασίας της ΕΥΠ, της κυβέρνησης, του Κυριάκου Μητσοτάκη και τη ΝΔ, για την υπόθεση των υποκλοπών με το Predator, εφόσον, όπως υποστηρίζουν, είναι ένα έγκλημα «ιδιωτών»;
Στοιχειώδης δεοντολογία θα επέβαλε να ερωτηθεί πώς και για ποιο θέμα προστάτευσε την Υπηρεσία και την πατρίδα. Τι υπαινίσσεται;
Ο Δημητριάδης αποφεύγει, βέβαια, συστηματικά να απαντήσει για τις παρακολουθήσεις, τις νομότυπες και τις παράνομες. Δεν απάντησε ποτέ στο ποιος έδωσε τις εντολές για την επισύνδεση υπουργών, παραταξιακών συντρόφων του Δημητριάδη, εισαγγελέων, αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Παρότι δε, εμμέσως πλην σαφώς, παραδέχεται την εποπτεία που είχε στην ΕΥΠ, δεν έχει επιχειρήσει καν να δώσει μια κάποια εξήγηση για τις κοινές παρακολουθήσεις και για τα στοιχεία που δείχνουν την ύπαρξη ενός ενιαίου κέντρου μεταξύ ΕΥΠ και Predator.
Παραβλέπει, προφανώς, ότι σε κάθε σύγχρονο κράτος δικαίου, οι μυστικές υπηρεσίες δεν προστατεύονται από άτομα που δρουν με γνώμονα το παραταξιακό συμφέρον, αλλά από τη νομιμότητα και τον αυστηρό δημοκρατικό έλεγχο, από ανεξάρτητες Αρχές, ειδικές κοινοβουλευτικές επιτροπές, δικαστικό έλεγχο. Υπάρχουν πλείστα παραδείγματα δημοκρατικού ελέγχου στις χώρες της Ευρώπης και πλούσια νομολογία την οποία, ως νομικός, δεν πρέπει να αγνοεί.
Η δε επίκληση της «εθνικής ασφάλειας» ως δικαιολογίας για την παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων αλλά και συνεργατών του, συνιστά κανονικοποίηση αυταρχικών πρακτικών που παραπέμπουν σε χώρες εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου.
Πολιτικά μιλώντας, το γεγονός ότι όλα αυτά εντάσσονται από τον Δημητριάδη στο πλαίσιο ενός αισθήματος καθήκοντος απέναντι στη ΝΔ, αποτελεί ευθεία σύνδεση της παράταξης του με ένα κορυφαίο σκάνδαλο παραβίασης των κανόνων του κράτους δικαίου. Θα μπορούσε κανείς να σχολιάσει ότι ο Δημητριάδης υπερασπίζεται εαυτόν σπιλώνοντας την παράταξη του. Αλλά αυτό αφορά, βασικά, την παράταξη του.
Η νομική παραπλάνηση και η απαξίωση του Πλημμελειοδικείου
Στην προσπάθειά του να μειώσει τη νομική βαρύτητα των στοιχείων που επιτάσσουν την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, ο Δημητριάδης δηλώνει πως «από τη μία έχουμε τρεις αποφάσεις-διατάξεις του Αρείου Πάγου και από την άλλη έναν δικαστή του Μονομελούς».
Η διατύπωση αυτή είναι συνειδητά παραπλανητική, διότι δεν υφίστανται δικαστικές αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, παρά μόνο διατάξεις συγκεκριμένων εισαγγελικών λειτουργών. Είναι προδικασία, όχι αποφάσεις. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου όμως, είναι μια πραγματική απόφαση που προέκυψε μετά από δίκη σε ακροατήριο. Συνεπώς ανώτερη. Για να αντιστρέψουμε το «επιχείρημα» Δημητριάδη αυτό, ναι, πράγματι θα το αναγνώριζε και φοιτητής νομικής.
Στον ισχυρισμό του έχουν απαντήσει σε παρεμβάσεις τους οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι δικηγόροι των θυμάτων του Predator, Ζαχαρίας Κεσσές και Χρήστος Κακλαμάνης, ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος στη συνέντευξη τύπου στο ΔΣΑ, ο πρώην υπουργός και δικαστής Γιώργος Κουβελάκης σε άρθρο του στα «Νέα Σαββατοκύριακο» και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, σε παρέμβασή (9/5) του στο συνέδριο του Επιστημονικού Συνδέσμου Δικηγόρων «Οι Ποινικολόγοι».
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, συγκεκριμένα, σε μια αναλυτική αποδόμηση της εισαγγελικής πράξης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία δεν ανασύρθηκε από το αρχείο η δικογραφία για τις υποκλοπές, τόνισε ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δεν είναι ένα «ευτελές» ή «ανεπαρκές» όργανο, καθώς μπορεί να επιβάλλει πολυετείς ποινές φυλάκισης. Επίσης, όπως επεσήμανε, το συγκεκριμένο δικαστήριο παρήγαγε μια απόφαση με ενσωματωμένα πρακτικά 1.600 σελίδων, συγκροτώντας έναν νέο και πληρέστερο φάκελο δικογραφίας με νέα πραγματικά περιστατικά.
Ο Γιώργος Κουβελάκης, επίσης, σημείωσε ότι αυτός ο πρωτοδίκης και εισαγγελέας μελέτησαν ένα αποδεικτικό υλικό εκατοντάδων σελίδων και τόλμησαν να ζητήσουν βαθύτερη έρευνα. Η δε αντιπαράθεση μεταξύ της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και του Πλημμελειοδικείου δεν αφορά την ιεραρχία, αλλά την ποιότητα, καθώς «απέναντι στη γνώμη στήθηκε η γνώση».
Πέραν των νομικών, η ιστορία είναι αμείλικτη: Πρωτοδίκης ήταν ο Χρήστος Σαρτζετάκης όταν έκανε την ανάκριση για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ήταν ο Κωνσταντίνος Κόλλιας που τον πίεζε να το θάψει.
Η αμεροληψία, η αρχειοθέτηση και τα λογικά άλματα
Από τα παραπάνω, ο Γρηγόρης Δημητριάδης υπονοεί σαφώς ότι η δικαιοσύνη στο ανώτατο επίπεδο έκρινε την υπόθεση, θεωρώντας το θέμα λήξαν και νομικά ξεκάθαρο.
Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει, ωστόσο, την καταδίκη του νομικού κόσμου στον τρόπο με τον οποίο ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, χειρίστηκε την υπόθεση, δεδομένου ότι συνέτρεχαν ξεκάθαροι λόγοι αποχής ή εξαίρεσης του.
Ο συγκεκριμένος λειτουργός, πριν ανέλθει στον Άρειο Πάγο, είχε διατελέσει επόπτης της ΕΥΠ εκδίδοντας διατάξεις άρσης απορρήτου, ενώ κατέθεσε και ως μάρτυρας ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής. Οπως επεσήμανε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, οι προβλέψεις των άρθρων 14, 15 και 23 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η προηγούμενη εμπλοκή του στην ίδια υπόθεση και οι αυτονόητοι λόγοι ευπρέπειας θα επέβαλαν την αποχή του.
Το πόρισμα της αρχειοθέτησης, μάλιστα, χαρακτηρίζεται από διάφορες αυθαίρετες λογικές συνεπαγωγές, όπως το να θεωρείται ότι η παρακολούθηση π.χ. των Λάκη Λαζοπουλου και Μενιου Φουρθιώτη αποκλείουν το ενδεχόμενο κατασκοπείας για την παρακολούθηση προσώπων που ανήκουν στον πυρήνα της εθνικής ασφαλείας, όπως ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, ο αξιωματικός επικεφαλής της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών κι οι υπουργός Εξωτερικών.
Διερωτάται κανείς πώς ακριβώς προστατεύεται το εθνικό συμφέρον από την άρνηση να διερευνηθούν αυτά σε επίπεδο προκαταρκτικής εξέτασης. Πιθανόν να εμπίπτουν στο άλλο πεδίο ευθύνης του Δημητριάδη, αυτό της προστασίας της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού.
Η στοχοποίηση ως υπεκφυγή
Ο πρώην γενικός γραμματέας και ανιψιός του πρωθυπουργού, επιτίθεται στον Νίκο Ανδρουλάκη, λέγοντας πως «είναι μονίμως θυμωμένος», «τρέφεται από τοξικότητα» και ότι «με το κόμπλεξ δεν κάνεις πολιτική».
Η τακτική του να βαφτίζονται «τοξικοί» όσοι ζητούν θεσμικές εξηγήσεις είναι, πλέον, η αγαπημένη μέθοδος πολιτικής υπεκφυγής της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Οπότε, όταν ένας κεντρικός πρωταγωνιστής ενός σκανδάλου αδυνατεί να υπερασπιστεί τις ενέργειες του με στοιχεία, απλώς καταφεύγει σε προσωπικές επιθέσεις εναντίον όσων θυματοποίησε αλλά κι εκείνων που αποκαλύπτουν τα γεγονότα.
Τα γεγονότα, λοιπόν, είναι ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ήταν υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ και υπήρξε, ταυτόχρονα, απόπειρα παγίδευσης του από το Predator. Απο τη μέρα που αποκαλύφθηκε η παρακολούθηση του, έχει γίνει στόχος σπίλωσης από συγκεκριμένα επικοινωνιακά κέντρα της ΝΔ, με υπόνοιες και φήμες για τους λόγους της επισύνδεσης του.
Παρόλα αυτά, ενώ το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε ομόφωνη απόφαση που διατάζει την ΕΥΠ να ενημερώσει τον Ανδρουλάκη (μέσω της ΑΔΑΕ) για την αιτιολογία της άρσης απορρήτου του, η ΕΥΠ αρνείται να την εφαρμόσει. Για το σκοπό αυτό ο Ανδρουλάκης έχει προσφύγει στο ΕΔΔΑ. Ο Δημητριάδης αποφεύγει, βέβαια, να μιλήσει ως νομικός, προτιμώντας να κατακεραυνώσει τον Ανδρουλάκη για τα…αισθήματα του, σαν αυτόκλητος life coach.
Ο σταυροφόρος της διαπλοκής
Ο Γρηγόρης Δημητριάδης υποστηρίζει στη συνέντευξη του ότι «κατά τη διάρκεια της θητείας μου χάλασα τα χατίρια της διαπλοκής που λειτουργεί ενάντια στα συμφέροντα της πατρίδας. Αυτό το επωμίζομαι και θα συνεχίσω να το κάνω».
Αυτή η γενικόλογη επίκληση του σε δήθεν αγώνες του κατά της «διαπλοκής» δεν τον απαλλάσσουν, βεβαίως, από την υποχρέωση να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις σε όσα του καταλογίζονται.
Πόσο μάλλον που το ίδιο το «επιχείρημα» των «αγώνων» του καταρρέει σε κάθε προσεκτικό έλεγχο. Προφανώς δεν απαιτούμε να τον κάνει ο συνεντευξιαστής, ο οποίος συνδέεται με την επικεφαλής του γραφείο Τύπου του Κυριάκου Πιερρακάκη.
Ας δούμε, καλύτερα, τη σχέση του ίδιου του Δημητριάδη με την ιδιοκτησία του μέσου στο οποίο επέλεξε να δώσει τη μοναδική του συνέντευξη. Κατά πληροφορίες, το δικηγορικό γραφείο Δημητριάδη εκπροσωπεί τους τελευταίους μήνες τον ιδρυτή του Real Group, Νίκο Χατζηνικολάου και χειρίζεται τις υποθέσεις του. Η συνέντευξη Δημητριάδη, κατά τις ίδιες πηγές, εστάλη έτοιμη απευθείας στον εκδότη της εφημερίδας Real News. Κι όταν λέμε «έτοιμη» εννοούμε ότι ο ίδιος άνθρωπος που έδωσε τις απαντήσεις επιμελήθηκε, εν πολλοίς, τις ερωτήσεις.
Οικογενειακές ιστορίες
Η συνεργασία των Χατζηνικολάου και Δημητριάδη, μάλιστα, συμπίπτει χρονικά και με την είσοδο της εταιρίας Bright Business Solutions στον όμιλο, ως στρατηγικού επενδυτή με ισχυρό μειοψηφικό πακέτο. Επικεφαλης της Bright είναι οι Γιώργος Πουλόπουλος κι ο συνεταίρος του Κώστας Σάκαρης. Πρόκειται για τον πατέρα της Μαρίας Σάκαρη που τυγχάνει μνηστή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, γιου του Κυριάκου Μητσοτάκη και πρώτου ξαδέλφου του Γρηγόρη Δημητριάδη.
Οι ίδιες πληροφορίες λένε πως, όταν οι δύο πλευρές, Χατζηνικολάου και Πουλόπουλος-Σάκαρης, κατά τη διαπραγμάτευση τους για την αγοραπωλησία του ποσοστού του ομίλου Real, συμφώνησαν να εκπροσωπηθούν και οι δύο από το ίδιο δικηγορικό γραφείο. Το γραφείο του Γρηγόρη Δημητριάδη.
Συμπερασματικά…
Υπάρχουν εποχές όπου η δημοσιογραφία λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο της εξουσίας. Και υπάρχουν και οι πιο θλιβερές εκδοχές της, όπου μετατρέπεται σε βιομηχανία λευκαντικού για πολιτικά άπλυτα και τοξικά απόβλητα. Η συγκεκριμένη συνέντευξη ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Ο άνθρωπος που συνδέθηκε πολιτικά με το μεγαλύτερο θεσμικό σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης εμφανίζεται, όχι ως πρόσωπο που οφείλει εξηγήσεις, αλλά ως τραγικός ήρωας που «τα πήρε όλα πάνω του». Σχεδόν λείπει ένα θλιμμένο βιολί ως μουσικό χαλί, για να ολοκληρωθεί η αισθητική του πολιτικού μελοδράματος. Η δε εφημερίδα δεν ασκεί κανέναν έλεγχο. Επιτελεί υπηρεσία απορρύπανσης φήμης. Ερωτήσεις-χάδια και πάσες, φωτογραφίες εξαγνισμού, πρωτοσέλιδα αγιογραφίας. Δημοσιογραφία σε μορφή στεγνοκαθαριστηρίου.
Σε ένα σοβαρό κράτος, το σκάνδαλο των υποκλοπών θα είχε παράξει θεσμική λογοδοσία. Στην ελληνική εκδοχή του, παράγει συνεντεύξεις αυτοθυματοποίησης και πρόθυμους πλυντηριούχους της δημόσιας εικόνας.
Η Ιστορία είναι λιγότερο ευγενική από τα κυριακάτικα ένθετα. Και συνήθως δεν ξεγελιέται από καλό φωτισμό, γυαλιστερό χαρτί και καλοστημένες πόζες μεταμέλειας. Όσο πιο μανιασμένα δουλεύει το πλυντήριο προπαγάνδας, τόσο πιο εμφανή μένουν στα βρακιά και οι λεκέδες.


