Εχει συμφωνήσει ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, να δοθεί «λευκή επιταγή» για τη μελλοντική ένταξη της Αλβανίας στην ΕΕ; Είναι γνωστό ότι κύκλοι στις Βρυξέλλες προωθούν την ένταξη της χώρας. Ωστόσο, βασικός κανόνας της ΕΕ είναι ότι απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτήν είναι να μην υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στην υπό ένταξη χώρα και σε κράτος — μέλος της ΕΕ. Στην προκειμένη, στην Ελλάδα.
Χτες, κατά τη συνάντηση Μητσοτάκη με τον πρωθυπουργό της Αλβανίας, Εντι Ράμα, ο οποίος έχει έλθει στην Ελλάδα, προκειμένου να συμμετέχει στη διοργάνωση «Φόρουμ των Δελφών», έγιναν δηλώσεις, οι οποίες προκαλούν ερωτηματικά. Ειδικότερα, ο Ε. Ράμα είπε ότι «είμαστε ιδιαίτερα πρόθυμοι να συνεχίσουμε και να ολοκληρώσουμε αυτό που συμφωνήσαμε από κοινού, ένα τολμηρό έγγραφο στρατηγικής εταιρικής σχέσης όπου αντιμετωπίζονται όλα τα ζητήματα και δεν υπάρχει πλέον κανένα εκκρεμές θέμα μεταξύ μας».
Τι εννοούσε, άραγε, ότι είπε ότι δεν υπάρχουν εκκρεμότητες μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας και ότι αυτές θα «διαγραφούν» με την υπογραφή ενός κοινού κειμένου; Ως γνωστόν, υπάρχει μια εξαιρετικά σημαντική «εκκρεμότητα», αυτή της δέσμευσης των Τιράνων, εδώ και πέντε χρόνια, για παραπομπή του θέματος της οριοθέτησης της ΑΟΖ Ελλάδας — Αλβανίας στο Ιόνιο, στην Χάγη. Επιπλέον, υπάρχουν πολλές «εκκρεμότητες» με θέματα που αφορούν την «Ελληνική Εθνική Μειονότητα», καθώς και άλλα.
Πρόκειται για ζητήματα, χωρίς την επίλυση των οποίων η Αλβανία δεν μπορεί να πάρει το «διαβατήριο» για την ΕΕ. Ο λόγος είναι ότι προϋπόθεση για την ένταξη, είναι η επίλυση των όποιων διαφορών υπάρχουν με ένα κράτος — μέλος. Βέβαια, τόσο στις Βρυξέλλες και σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως μεταξύ άλλων στη Ρώμη, όσο και στα Τίρανα, θέλουν να ξεχνούν αυτόν τον κανόνα της ΕΕ, και προωθούν με κάθε τρόπο την ένταξη της Αλβανίας. Αντίθετα με τη στάση τους έναντι της Αλβανίας, σε άλλες περιπτώσεις χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, αδιαφορούν. Οπως με τη Βόρειο Μακεδονία, με την οποία πάντως η Ελλάδα έχει επιλύσει τη βασική διαφορά της ως προς το ονοματολογικό.
Από τη μεριά του, πάντως, ο πρωθυπουργός ήταν εξαιρετικά «άχρωμος», γενικός και αόριστος, έναντι του Αλβανού ομολόγου του. Κι’ αυτό, ενώ η Νέα Δημοκρατία, όσο ήταν αξιωματική αντιπολίτευση είχε σηκώσει μπαϊράκι για την εξωτερική πολιτική επίλυσης των ελληνο-αλβανικών προβλημάτων επί κυβέρνησης Τσίπρα, καλλιεργώντας αντι-αλβανικά αντανακλαστικά στην κοινωνία. Βέβαια, στη συνέχεια, όταν η ΝΔ έγινε κυβέρνηση, είχε δώσει το πράσινο φως στον Ε. Ράμα να μπαινοβγαίνει στην Ελλάδα, συχνά μάλιστα προβαίνοντας σε προκλητικές δηλώσεις, ενώπιον ακροατηρίου Αλβανών που ζουν στην Ελλάδα.
«Είναι πάντα καλό να μας δίνεται η δυνατότητα να κάνουμε μία αποτίμηση της σημαντικής προόδου που έχουμε σημειώσει στις διμερείς μας σχέσεις και τη συνεχή υποστήριξή μας στη δύσκολη πορεία που έχετε χαράξει προς την ΕΕ», περιορίστηκε να πει ο Κ. Μητσοτάκης. Και πρόσθεσε: «Πιστεύω, όμως, ότι έχουμε ακόμα μια σημαντική ευκαιρία να επιλύσουμε και τα εκκρεμή ζητήματα που αφορούν τις διμερείς μας σχέσεις και να εδραιώσουμε την αληθινή φιλία μεταξύ των δύο λαών μας».
Κατά τα λοιπά, ενώ η Ελλάδα επί κυβέρνησης Μητσοτάκη βρίσκεται στο περιθώριο των εξελίξεων στα Βαλκάνια, ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, ανέφερε ότι θα ξεκινήσει περιοδεία σε βαλκανικές πρωτεύουσες, ενώ λίγο πριν την έναρξη του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, υπογράφηκε από τον ίδιον και εκπροσώπους χωρών της περιοχής η «Διακήρυξη των Δελφών», με στόχο την επίσπευση της διαδικασίας διεύρυνσης της ΕΕ μέσω της ένταξης των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων.


