Του Φώτη Κόλλια *Photo: Thanasis Argyrakis, Λιβύη 2011 Για να κατανοήσουμε τη σύνδεση της ιστορικής διάσπασης με το σύγχρονο ριζοσπαστικό Ισλάμ, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε το έργο του λόγιου Ibn Taymiyya (1263-1328). Ο Ibn Taymiyya έζησε σε μια περίοδο κρίσης, κατά την οποία η ισλαμική επικράτεια δεχόταν επιθέσεις από τους Μογγόλους και τους Σταυροφόρους. Ο Ibn Taymiyya εισήγαγε μια ριζοσπαστική καινοτομία στη νομική σκέψη: υποστήριξε ότι οι Μογγόλοι ηγεμόνες, παρόλο που είχαν εξισλαμιστεί, παρέμεναν άπιστοι επειδή δεν κυβερνούσαν αποκλειστικά με τον ισλαμικό νόμο (Σαρία), αλλά χρησιμοποιούσαν τον δικό τους κώδικα (Yasa). Αυτή η ερμηνεία επέτρεψε την κήρυξη Τζιχάντ εναντίον μουσουλμάνων ηγεμόνων, μια ιδέα που υιοθετήθηκε αργότερα από τον Sayyid Qutb και σύγχρονες οργανώσεις για να δικαιολογήσουν την ανατροπή αραβικών κυβερνήσεων. Επιπλέον, ο Ibn Taymiyya υπήρξε σφοδρός πολέμιος των Σιιτών, τους οποίους κατηγορούσε για «συνεργασία» με τους Μογγόλους και τους Σταυροφόρους. Στο έργο του Minhaj al-Sunna, επιτέθηκε στη σιιτική θεολογία, θέτοντας τα πνευματικά θεμέλια για τον σύγχρονο αντι-σιιτικό ριζοσπαστισμό των Ουαχαμπιτών και των Σαλαφιστών. Η λεηλασία της Καρμπάλα Τον 18ο αιώνα, ο Μουχάμαντ ίμπν Αμπντ αλ-Ουαχάμπ αναβίωσε τις διδασκαλίες του Ibn Taymiyya στην κεντρική Αραβία, συνάπτοντας συμμαχία με τον οίκο των Σαούντ, τους ηγέτες του πρώτου σαουδαραβικού κράτους. Ο Ουαχαμπισμός προώθησε μια εξαιρετικά αυστηρή ερμηνεία του Ισλάμ, απορρίπτοντας ως πολυθεϊσμό (shirk) πολλές παραδοσιακές πρακτικές, όπως το προσκύνημα σε τάφους αγίων και Ιμάμηδων. Αυτή η ιδεολογία παρείχε το θρησκευτικό πλαίσιο για την επέκταση του σαουδαραβικού κράτους και αργότερα, μέσω του πετρελαϊκού πλούτου, εξήχθη σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο, ενισχύοντας τη θρησκευτική πόλωση. Η λεηλασία της Καρμπάλα το 1801 (ή 1802, σύμφωνα με ορισμένες πηγές) αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές και συγκλονιστικές στιγμές στην ιστορία της δυναστείας των Σαούντ και του ουαχαμπιτικού κινήματος, καθώς σηματοδότησε την κορύφωση της βίαιης επιβολής του δόγματός τους έναντι του σιιτισμού. Υπό τη διακυβέρνηση του Αμπντουλαζίζ μπιν Μουχάμαντ αλ Σαούντ (1765–1803), του δεύτερου ηγέτη του Πρώτου Σαουδαραβικού Κράτους, το εμιράτο της Ντιρίγια επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς πέρα από την περιοχή του Νατζντ. Η θρησκευτικο-πολιτική συμμαχία με τον Μουχάμαντ ίμπν Αμπντ αλ-Ουαχάμπ παρείχε την ιδεολογική βάση για μια σειρά εκστρατειών που παρουσιάζονταν ως «ιερός πόλεμος» (τζιχάντ) κατά των «πολυθεϊστών» μουσουλμάνων. Αν και ο Αμπντουλαζίζ ήταν ο ανώτατος ηγέτης, η ίδια η επίθεση στην Καρμπάλα καθοδηγήθηκε από τον γιο του, Σαούντ μπιν Αμπντουλαζίζ (ο οποίος έμεινε έκτοτε γνωστός στη σιιτική παράδοση ως ο «χασάπης της Καρμπάλα»). Η είδηση της καταστροφής του ιερότερου συμβόλου του σιιτισμού από μια αραβική δύναμη της ερήμου προκάλεσε πρωτοφανές σοκ σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Τεχεράνη. Ακόμα και το σουνιτικό θρησκευτικό κατεστημένο της Βαγδάτης και της Δαμασκού συγκλονίστηκε από τη βιαιότητα της επίθεσης, αν και ορισμένοι κύκλοι άρχισαν να βλέπουν στον ουαχαμπισμό μια δυναμική πρόκληση στην παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Καρμπάλα δεν ξεχάστηκε. Τον Νοέμβριο του 1803, ένας Σιίτης δολοφόνος, ως πράξη αντεκδίκησης για τη σφαγή, δολοφόνησε τον ηγεμόνα Αμπντουλαζίζ μέσα στο τζαμί της Ντιρίγια κατά τη διάρκεια της προσευχής. Η λεηλασία της Καρμπάλα, σε συνδυασμό με την κατοχή της Μέκκας και της Μεδίνας λίγα χρόνια αργότερα (1803–1806), ανάγκασε τον Οθωμανό Σουλτάνο να κινητοποιήσει τον Μοχάμεντ Άλι Πασά της Αιγύπτου για να καταστρέψει το πρώτο σαουδαραβικό κράτος, οδηγώντας τελικά στην ισοπέδωση της Ντιρίγια το 1818. Η τραγωδία του 1801 παραμένει μέχρι σήμερα μια ανοιχτή πληγή στις σχέσεις Σουνιτών και Σιιτών, αποτελώντας ένα ιστορικό ορόσημο που οι σύγχρονες ριζοσπαστικές οργανώσεις (όπως το ISIS) χρησιμοποιούν ως πρότυπο για τη δική τους εικονοκλαστική δράση κατά των σιιτικών ιερών. Οι εξελίξεις στο Ιράν δείχνουν πως οι Σιίτες κινδυνεύουν να χάσουν το ισχυρό προπύργιο που δημιούργησαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70, με απρόβλεπτες συνέπειες για τον μουσουλμανικό και τον υπόλοιπο κόσμο. * Δημοσιογράφος Πηγή: Social media Το πρωτότυπο άρθρο https://neostrategy.gr/to-istoriko-vathos-tis-rixis-sto-islam/ ανήκει στο Neostrategy.gr . 0 Facebook 0 Twitter 0 Facebook-messenger 0 Viber 0 Whatsapp
Για να κατανοήσουμε τη σύνδεση της ιστορικής διάσπασης με το σύγχρονο ριζοσπαστικό Ισλάμ, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε το έργο του λόγιου Ibn Taymiyya (1263-1328). Ο Ibn Taymiyya έζησε σε μια περίοδο κρίσης, κατά την οποία η ισλαμική επικράτεια δεχόταν επιθέσεις από τους Μογγόλους και τους Σταυροφόρους.
Ο Ibn Taymiyya εισήγαγε μια ριζοσπαστική καινοτομία στη νομική σκέψη: υποστήριξε ότι οι Μογγόλοι ηγεμόνες, παρόλο που είχαν εξισλαμιστεί, παρέμεναν άπιστοι επειδή δεν κυβερνούσαν αποκλειστικά με τον ισλαμικό νόμο (Σαρία), αλλά χρησιμοποιούσαν τον δικό τους κώδικα (Yasa). Αυτή η ερμηνεία επέτρεψε την κήρυξη Τζιχάντ εναντίον μουσουλμάνων ηγεμόνων, μια ιδέα που υιοθετήθηκε αργότερα από τον Sayyid Qutb και σύγχρονες οργανώσεις για να δικαιολογήσουν την ανατροπή αραβικών κυβερνήσεων.
Επιπλέον, ο Ibn Taymiyya υπήρξε σφοδρός πολέμιος των Σιιτών, τους οποίους κατηγορούσε για «συνεργασία» με τους Μογγόλους και τους Σταυροφόρους. Στο έργο του Minhaj al-Sunna, επιτέθηκε στη σιιτική θεολογία, θέτοντας τα πνευματικά θεμέλια για τον σύγχρονο αντι-σιιτικό ριζοσπαστισμό των Ουαχαμπιτών και των Σαλαφιστών.
Τον 18ο αιώνα, ο Μουχάμαντ ίμπν Αμπντ αλ-Ουαχάμπ αναβίωσε τις διδασκαλίες του Ibn Taymiyya στην κεντρική Αραβία, συνάπτοντας συμμαχία με τον οίκο των Σαούντ, τους ηγέτες του πρώτου σαουδαραβικού κράτους. Ο Ουαχαμπισμός προώθησε μια εξαιρετικά αυστηρή ερμηνεία του Ισλάμ, απορρίπτοντας ως πολυθεϊσμό (shirk) πολλές παραδοσιακές πρακτικές, όπως το προσκύνημα σε τάφους αγίων και Ιμάμηδων. Αυτή η ιδεολογία παρείχε το θρησκευτικό πλαίσιο για την επέκταση του σαουδαραβικού κράτους και αργότερα, μέσω του πετρελαϊκού πλούτου, εξήχθη σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο, ενισχύοντας τη θρησκευτική πόλωση.
Η λεηλασία της Καρμπάλα το 1801 (ή 1802, σύμφωνα με ορισμένες πηγές) αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές και συγκλονιστικές στιγμές στην ιστορία της δυναστείας των Σαούντ και του ουαχαμπιτικού κινήματος, καθώς σηματοδότησε την κορύφωση της βίαιης επιβολής του δόγματός τους έναντι του σιιτισμού. Υπό τη διακυβέρνηση του Αμπντουλαζίζ μπιν Μουχάμαντ αλ Σαούντ (1765–1803), του δεύτερου ηγέτη του Πρώτου Σαουδαραβικού Κράτους, το εμιράτο της Ντιρίγια επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς πέρα από την περιοχή του Νατζντ. Η θρησκευτικο-πολιτική συμμαχία με τον Μουχάμαντ ίμπν Αμπντ αλ-Ουαχάμπ παρείχε την ιδεολογική βάση για μια σειρά εκστρατειών που παρουσιάζονταν ως «ιερός πόλεμος» (τζιχάντ) κατά των «πολυθεϊστών» μουσουλμάνων.
Αν και ο Αμπντουλαζίζ ήταν ο ανώτατος ηγέτης, η ίδια η επίθεση στην Καρμπάλα καθοδηγήθηκε από τον γιο του, Σαούντ μπιν Αμπντουλαζίζ (ο οποίος έμεινε έκτοτε γνωστός στη σιιτική παράδοση ως ο «χασάπης της Καρμπάλα»). Η είδηση της καταστροφής του ιερότερου συμβόλου του σιιτισμού από μια αραβική δύναμη της ερήμου προκάλεσε πρωτοφανές σοκ σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Τεχεράνη.
Ακόμα και το σουνιτικό θρησκευτικό κατεστημένο της Βαγδάτης και της Δαμασκού συγκλονίστηκε από τη βιαιότητα της επίθεσης, αν και ορισμένοι κύκλοι άρχισαν να βλέπουν στον ουαχαμπισμό μια δυναμική πρόκληση στην παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η Καρμπάλα δεν ξεχάστηκε. Τον Νοέμβριο του 1803, ένας Σιίτης δολοφόνος, ως πράξη αντεκδίκησης για τη σφαγή, δολοφόνησε τον ηγεμόνα Αμπντουλαζίζ μέσα στο τζαμί της Ντιρίγια κατά τη διάρκεια της προσευχής. Η λεηλασία της Καρμπάλα, σε συνδυασμό με την κατοχή της Μέκκας και της Μεδίνας λίγα χρόνια αργότερα (1803–1806), ανάγκασε τον Οθωμανό Σουλτάνο να κινητοποιήσει τον Μοχάμεντ Άλι Πασά της Αιγύπτου για να καταστρέψει το πρώτο σαουδαραβικό κράτος, οδηγώντας τελικά στην ισοπέδωση της Ντιρίγια το 1818.
Η τραγωδία του 1801 παραμένει μέχρι σήμερα μια ανοιχτή πληγή στις σχέσεις Σουνιτών και Σιιτών, αποτελώντας ένα ιστορικό ορόσημο που οι σύγχρονες ριζοσπαστικές οργανώσεις (όπως το ISIS) χρησιμοποιούν ως πρότυπο για τη δική τους εικονοκλαστική δράση κατά των σιιτικών ιερών.
Οι εξελίξεις στο Ιράν δείχνουν πως οι Σιίτες κινδυνεύουν να χάσουν το ισχυρό προπύργιο που δημιούργησαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70, με απρόβλεπτες συνέπειες για τον μουσουλμανικό και τον υπόλοιπο κόσμο.
* Δημοσιογράφος
Πηγή: Social media