Χρίστος Κρανάκης
Ασκώντας κριτική στα «δημοκρατικά», «αντιδεξιά» μέτωπα, τόνισε πως αυτά είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εμφανιστούν «με ένα “ηθικό” και “δημοκρατικό” περιεχόμενο, υποσχόμενα κάθαρση και αλλαγή, όπως έχει γίνει και σε άλλες χώρες, προσπαθώντας να δώσουν διέξοδο στο λαό μέσα στα όρια του ίδιου συστήματος», θέτοντας ως αναγκαίο βήμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ την ιεράρχηση ενός «ολοκληρωμένου πολιτικά στόχου, με σαφή πολιτικό, ιδεολογικό και θεωρητικό διαχωρισμό από δυνάμεις της Αριστεράς που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συγκλίνουν σε τέτοια μέτωπα».
«Ωστόσο, δεν φτάνει μόνο ο πολιτικός στόχος», διευκρίνισε. «Η κοινωνία απαιτεί αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, με προοπτική εργατικής και λαϊκής εξουσίας. Υποστηρίζουμε ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι πιο απαραίτητο από ποτέ, ιδιαίτερα στην εποχή της κρίσης και των πολέμων. Δεν είναι προϊόν θεωρητικών αναζητήσεων, αλλά προκύπτει από τις ίδιες τις ανάγκες των αγώνων». Στο σημείο αυτό, έφερε ως παράδειγμα τον αγώνα των αγροτών που «έδειξε τα όρια της κυβερνητικής πολιτικής, η οποία θέτει ως απαραβίαστους όρους την ΚΑΠ, την ελεύθερη αγορά και τη δημοσιονομική πειθαρχία». Όπως είπε χαρακτηριστικά, «από εκεί προκύπτει η ανάγκη ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος που συγκρούεται με τους κανόνες της αγοράς και της ΕΕ, ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Μια τέτοια αριστερά είναι η μόνη που μπορεί να επικοινωνήσει πραγματικά με τον λαό και να μην τον απογοητεύσει». Για να καταλήξει πως «θέλουμε λοιπόν ένα διαφορετικό πρόγραμμα, που να συγκρούεται συνολικά με τον πυρήνα της αστικής πολιτικής και να δίνει πραγματική προοπτική στα αγωνιζόμενα κοινωνικά στρώματα».
Αναφερόμενος στο ρόλο που έχει να παίξει η αριστερά σε αυτή την προσπάθεια, διαπίστωσε πως στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού «οι μεγάλες κινητοποιήσεις δεν αρκούν αν δεν υπάρχει συνέχεια και πολιτικό σχέδιο για το επόμενο βήμα, το οποίο πρέπει να είναι η κλιμάκωση του κινήματος, με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης και συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών». Ως κρισιμότερο δε βήμα έθεσε την «ανάπτυξη ενός απεργιακού κινήματος και την οικοδόμηση πρωτοβουλιών από τα κάτω: από σωματεία και αγωνιστές που οργανώνουν την πάλη, ανεξάρτητα από τη γραφειοκρατία, μπορούν να συσπειρώσουν ευρύτερες δυνάμεις και να δώσουν πραγματική διέξοδο».
Απαντώντας, επίσης, στην πολιτική κριτική περί «διασπαστικότητας» μέσω της οικοδόμησης πρωτοβουλιών και δομών έξω από το πλαίσιο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, ξεκαθάρισε πως «η ενότητα έχει νόημα μόνο όταν στηρίζεται σε σαφή πολιτική κατεύθυνση και σε δυνάμεις που μπορούν να την υλοποιήσουν στην πράξη. Γι’ αυτό επιδιώκουμε μια ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά, που θα παλεύει για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος και θα διατηρεί πλήρη ανεξαρτησία από την κυρίαρχη πολιτική και τα αστικά κέντρα εξουσίας.»
Φέρνοντας παραδείγματα από κρίσιμες μάχες του πρόσφατου παρελθόντος, όπως των Τεμπών και των αγροτών, έθεσε το ερώτημα αν η πολιτική γραμμή που παλεύει – σε όλα τα επίπεδα – για συγκρότηση ενός ταξικού κέντρου του εργατικού κινήματος είναι πραγματικά «διασπαστική», όταν οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες – και το ΠΑΜΕ, με διαφορετικό τρόπο – αρνούνται να θέσουν ζήτημα επανακρατικοποίησης του ΟΣΕ υπό εργατικό-λαϊκό έλεγχο στην πρώτη περίπτωση και ή να προκηρύξουν εργατική απεργία την περίοδο των μπλόκων στη δεύτερη.
«Οφείλουμε να απευθύνουμε κάλεσμα στους χιλιάδες αγωνιστές, στις οργανωμένες δυνάμεις της μαχόμενης εργατικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς»
Καταλήγοντας, τόνισε πως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ – όπως αναφέρει το Σχέδιο Απόφασης και οι Θέσεις που υπερψηφίστηκαν – «πρέπει να συνεχίσει να παλεύει για την πολιτική της ανεξαρτησία από την κυρίαρχη πολιτική, και σε αυτήν την κατεύθυνση, να προτείνει ξανά με επιμονή και πείσμα ένα πλατύ κοινωνικό και πολιτικό άνοιγμα, καλώντας κάθε δύναμη που θέλει να συμπορευτεί σε κοινή δράση». Όπως είπε, «οφείλουμε να απευθύνουμε κάλεσμα στους χιλιάδες αγωνιστές, στις οργανωμένες δυνάμεις της μαχόμενης εργατικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, σε όλους όσοι παλέψαμε μαζί τα προηγούμενα χρόνια στα κρίσιμα μέτωπα, για μια κοινή πολιτική παρέμβαση. Πάνω σε αυτή τη βάση θέλουμε να κάνουμε ένα πλατύ κάλεσμα, για να ενισχύσουμε την Αριστερά που δίνει τη μάχη απέναντι στο σύστημα, όχι την Αριστερά των “μετώπων” διαχείρισης».
Καμία συνεργασία με ΑΡΑΣ στα ΑΕΙ
Επίδικο της συζήτησης στην 6η συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν και η προβληματική στάση του ΣΕΚ το προηγούμενο διάστημα, που συμμετέχει στην παράταξη της ΑΡΑΣ στα πανεπιστήμια, παρ’ ότι τα σημερινά ΕΑΑΚ – που αντιλαμβάνονται τις καταλήψεις ως προβοκατόρικες ενέργειες οι οποίες δίνουν άλλοθι σε αστυνομικές επεμβάσεις! – έχουν κόψει οριστικά κάθε ιστορικό νήμα με προηγούμενες περιόδους. Από πολλές τοποθετήσεις φοιτητών/-τριών, τόσο της νΚΑ όσο και της ΟΚΔΕ Σπάρτακος, κατέστη σαφές πως η συμμετοχή μερίδας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο «κακέκτυπο» των ΕΑΑΚ πλήττει τις προσπάθειες ανάτασης του φοιτητικού κινήματος και ανασυγκρότησης της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.
Η επίμονη και συνεχής δεξιόστροφη μετατόπιση της ΑΡΑΣ και η υπέρμετρη πρακτορολογία που χρησιμοποιεί «λερώνουν» τις ιστορικές παρακαταθήκες της ΕΑΑΚ, που από τη γέννησή της στάθηκε με αποφασιστικότητα απέναντι στην υποταγή στους δυσμενείς κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς και την κρατική καταστολή (καταγγέλλοντας και όχι «αιτιολογώντας» αστυνομικές επεμβάσεις). Στην τοποθέτηση του εκ μέρους της ΚΑ, ο Αντώνης Δραγανίγος στάθηκε και στα άκρως επιθετικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης ομάδας. Η ΑΡΑΣ-ΛΑΕ αναπαράγει αρνητικά στιγμιότυπα της ιστορίας της Αριστεράς, αρνούμενη σκόπιμα και συνειδητά να καταδικάσει την επιβολή διά της πυγμής, γιατί δεν είναι με τον… «δικαιωματισμό».
Με τις αποφάσεις που έλαβε, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πήρε ξεκάθαρη θέση υπέρ της πολιτικής απομόνωσης της ΑΡΑΣ στην οποία έχει προχωρήσει σχεδόν το σύνολο της Αριστεράς. «Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έχει κανενός είδους συνεργασία με την ΑΡΑΣ-“ΕΑΑΚ” στο φοιτητικό κίνημα αλλά και συνολικά», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Η συμπόρευση σε φοιτητικά σχήματα ή οπουδήποτε αλλού υπονομεύει την ενότητα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 10-12 Απρίλιου 2026


