Η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να προχωρήσει σε νέα συνταγματική αναθεώρηση, την οποία εξήγγειλε σε εφόλης της ύλης συνέντευξή του (!), έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Το Neostrategy.gr σταχυολόγησε ορισμένες ενδεικτικές. Του καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Ευάγγελου Βενιζέλου, του διαπρεπούς δικαστικού και πρόεδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, που αντιμετώπισε τις ισχυρές πιέσεις του «καθεστώτος Μητσοτάκη» λόγω του σκανδάλου των υποκλοπών, Χρήστου Ράμμου, και του συνταγματολόγου, Ξενοφώντα Κοντιάδη.
Βενιζέλος: Το βασικό ερώτημα για την επόμενη Βουλή είναι αν μπορεί να αναδείξει κυβέρνηση
Το άμεσο σχόλιο μου στο σημερινό διάγγελμα του Πρωθυπουργού κ. Κυρ. Μητσοτάκη περί αναθεώρησης του Συντάγματος περιλαμβάνει τρία σημεία:
Πρώτον, ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του, αυτή είναι η αρχή που πρέπει να διαπερνά όλες μας τις αντιδράσεις σε σχέση με την αναθεώρηση του Συντάγματος. Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, είναι η βαθιά κρίση αξιοπιστίας των θεσμών και η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης χωρίς αυτό να έχει αποκατασταθεί μετά την οικονομική κρίση και τη λεγόμενη επιστροφή στην κανονικότητα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος καθίσταται συνεπώς ζήτημα τεχνικό και κοινωνικά αδιάφορο, αν δεν υπάρξει ένα πειστικό και ευρείας αποδοχής νέο αφήγημα εθνικής συνοχής και κοινωνικής συμπερίληψης.
Δεύτερον, το Σύνταγμα απαιτεί προκειμένου να αναθεωρηθεί να διαμορφώνεται ειλικρινής και ουσιαστική αναθεωρητική συναίνεση και να συγκροτείται αυξημένη αναθεωρητική πλειοψηφία τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών (180/300), θεμελιωμένη στην εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.
Η παρούσα Βουλή που δεν μπορεί να επιλέξει τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών με την ειδική πλειοψηφία που απαιτεί το Σύνταγμα, δύσκολα μπορεί να επιτύχει τις αναγκαίες αναθεωρητικές συναινέσεις ενώ διεξάγεται η αποκαλυπτική δίκη των υποκλοπών στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και ενώ λειτουργεί, όπως λειτουργεί, η εξεταστική επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το δε βασικό ερώτημα για την επόμενη Βουλή είναι αν μπορεί να αναδείξει κυβέρνηση πριν επιληφθεί της αναθεώρησης. Πρέπει η χώρα να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη πριν το Σύνταγμα καταστεί αναθεωρήσιμο.
Τρίτον, προκειμένου να συζητήσουμε σοβαρά για την αναθεώρηση του Συντάγματος τώρα πλέον πρέπει να έχουμε πλήρη αίσθηση των ορίων που θέτει η πολλαπλότητα των έννομων τάξεων (εθνική, διεθνής, ενωσιακή) και η ύπαρξη μηχανισμών διεθνούς δικαστικού ελέγχου ακόμη και του ίδιου του εθνικού Συντάγματος και των αλλαγών που επιφέρει η αναθεώρησή του.
Μόλις συνεννοηθούμε σε αυτά μπορούμε να προχωρήσουμε με σοβαρότητα σε μια πραγματικά εθνική και συναινετική συζήτηση περί αναθεώρησης.
Ράμμος: Ηττα της πολιτικής
Η διαρκής συζήτηση γύρω από αναγκαίες μεταβολές του Συντάγματος, που είναι μια σταθερή παθογένεια του δημόσιου βίου μας, μειώνει πρώτα απ’ όλα το κύρος και τη νομιμοποίηση του συνταγματικού κανόνα. Τα Συντάγματα είναι για να ρυθμίζουν τα γενικά θέματα στον μακρύ ιστορικό χρόνο και όχι για να αλλάζουν κάθε λίγο. Γι’ αυτό και πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο λιτά και να μην είναι φορτωμένα με λεπτομερειεακές ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει με το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα. Αν τα συντάγματα ασχολούνται με λεπτομέρειες, τότε ασχολούνται αναγκαστικά με συγκυριακά ζητήματα, η ρύθμιση των οποίων συνδέεται με τον βραχύ χρόνο και με πολιτικές σκοπιμότητες. Έτσι, όμως, μεταπίπτουν στο επίπεδο του κοινού νόμου. Η συνεχής ανά δεκαετία αλλαγή των συνταγματικών κανόνων τα εξισώνει ουσιαστικά με τον τυπικό νόμο.
Η διαρκής “συνταγματολογία”, η οποία στην χώρα μας γίνεται μάλιστα όχι μόνο από ειδικούς αλλά σχεδόν από τους πάντες, συνιστά, όμως, πάνω απ’ όλα και κυρίως ήττα της πολιτικής.
Τα προβλήματα της χώρας είναι πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και ιδεολογικού προσανατολισμού της ασκούμενης πολιτικής και δεν οφείλονται στο Σύνταγμα. Απόδειξη αυτού είναι ότι παρά τις 4 συνταγματικές αναθεωρήσεις που ήδη μεσολάβησαν συζητούμε ξανά και ξανά για τα ίδια προβλήματα. Αντί, λοιπόν να μιλάμε για την ουσία της πολιτικής διαμάχης, μεταθέτουμε διαρκώς το αντικείμενο της συζήτησης σε μια τεχνική-νομική δηλαδή σε μια τεχνοκρατική συζήτηση. Έτσι όμως απομακρύνεται η δημόσια ενασχόληση από τα πραγματικά προς επίλυση προβλήματα.
Αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα σε σχέση με το Σύνταγμα μας, αυτό βρίσκεται κυρίως στο ότι ερμηνεύεται και αντιμετωπίζεται εργαλειακά, και όχι στο ότι έχει άστοχες διατάξεις.
Για παράδειγμα δεν φταίει το Σύνταγμα για το ότι το άρθρο 86 του Συντάγματος έχει, κατά την εφαρμογή του, ευτελιστεί σε σημείο που ποτέ να μη συγκροτείται προανακριτική επιτροπή και ποτέ να μην ασκείται δίωξη κατά διατελούντων ή διατελεσάντων υπουργών, όταν αυτοί ανήκουν στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Οι εκάστοτε κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες είναι αυτές που παρεμποδίζουν την υλοποίηση της βούλησης του συνταγματικού νομοθέτη για διαφάνεια και λογοδοσία.
Άλλο παράδειγμα: Δεν φταίει το άρθρο 101Α αν η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής επιλέγει τα μέλη των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών με ποσοστό πλειοψηφίας μικρότερο από το ρητά απαιτούμενο από την πιο πάνω διάταξη, όπως συνέβη στην περίπτωση της ΑΔΑΕ στις 28.9.2023.
Τρίτο παράδειγμα: Το άρθρο 103 ουδέποτε εμπόδισε την αναδιάρθρωση των δημοσίων υπηρεσιών ή την απόλυση, άλλως οριστική παύση των επίορκων και ανίκανων δημοσίων υπαλλήλων. Αν υπήρξαν περιπτώσεις συγκάλυψης ή αδράνειας στην εφαρμογή της διάταξης, αυτές οφείλονταν στους δισταγμούς ή σε ανικανότητα [σε κάποιες δε περιπτώσεις και σε φαυλότητα] των οργάνων που είναι εκ του νόμου ταγμένα στην κρίση των περιπτώσεων ανεπάρκειας ή φαυλότητας συγκεκριμένων δημοσίων υπαλλήλων.
Τέταρτο παράδειγμα: Το ισχύον άρθρο 24 ουδέποτε παρεμπόδισε την οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα στην χώρα μας. Αντίθετα, η εφαρμογή του από πολεοδομίες και άλλες κρατικές υπηρεσίες αρμόδιες για τον χωροταξικό σχεδιασμό όχι μόνο δεν οδήγησε στην παρεμπόδιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, αλλά μάλλον οδήγησε στην υποβάθμιση του φυσικού, οικιστικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.
Δεν πρέπει δε ποτέ να ξεχνάμε ότι ο πλανήτης βρίσκεται σε κατάσταση ακραίου συναγερμού λόγω της κλιματικής αλλαγής, με συνέπεια να κινδυνεύει να καταστεί σύντομα μη βιώσιμος για τις επερχόμενες γενιές. Δεν πρέπει ακόμη να ξεχνάμε ότι τα ελληνικά δάση τείνουν να εξαφανιστούν, ενώ οι ελληνικές πόλεις εξελίσσονται σε τερατώδεις απάνθρωπες τσιμεντουπόλεις. Για να μη μιλήσουμε για την πίεση στους παραδοσιακούς οικισμούς.
Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα συνταγματικών διατάξεων που εφαρμόζονται πλημμελώς ή και καθόλου, που δεν είναι της παρούσης. Ενδεικτικά μνημονεύεται εδώ η διάταξη του άρθρου 74 §5 που απαγορεύει την ένταξη άσχετων προς το κύριο περιεχόμενο ενός νομοσχεδίου διατάξεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και διατάξεις για τις οποίες διαπιστώθηκε με βάση την μακρά πείρα από την εφαρμογή τους ότι χρήζουν αλλαγής.
Αυτές είναι μόνο δύο κατά την γνώμη μου.
Πρώτον αυτή του άρθρου 90 παρ.5 που προβλέπει ότι η επιλογή της ηγεσίας της Δικαστικής Εξουσίας γίνεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, δημιουργώντας σχέσεις εξάρτησης της Δικαστικής Εξουσίας από την κυβέρνηση. Αυτό είναι επείγον να αλλάξει ύστερα από τις εμπειρίες των τελευταίων ετών. Η επιλογή της εν λόγω ηγεσίας πρέπει οπωσδήποτε να αποσυνδεθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο. Λύσεις και προτάσεις υπάρχουν, αλλά δεν είναι της παρούσης να προταθούν σε ένα σημείωμα στο Facebook.
Και αν τελικά ξεκινήσει η διαδικασία αναθεώρησης, σκόπιμο θα ήταν να βελτιωθεί, αλλάζοντας κατά τούτο, η διατύπωση του άρθρου 86, έτσι ώστε να παρεμποδισθεί στο μέλλον η κωλυσιεργία και η παρεμπόδιση από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία της άσκησης δίωξης εις βάρος υπουργών για τους οποίους υπάρχουν ενδείξεις ότι έχουν τελέσει ποινικό αδίκημα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Κοντιάδης: Ελλειμμα αξιοπιστίας
Πόσο αξιόπιστος είναι όταν εξαγγέλλει την αλλαγή της διαδικασίας για την ποινική ευθύνη των υπουργών όταν έχει κάνει τα πάντα για να μην λογοδοτήσουν σε μείζονες υποθέσεις όπως υποκλοπές, Τέμπη και ΟΠΕΚΕΠΕ;
Πόσο αξιόπιστος είναι όταν υποστηρίζει την ανάγκη συναίνεσης για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, όταν έπραξε το ακριβώς αντίθετο επίβάλλοντας χωρίς κανένα διάλογο και συμφωνία τον εκλεκτό του κ. Τασούλα;
Πόσο αξιόπιστος είναι όταν δηλώνει ότι απαιτείται ρύθμιση για την κλιματική αλλαγή όταν προωθεί τις γεωτρήσεις νότια της Κρήτης;
Πόσο αξιόπιστος είναι όταν προτείνει να ακούγεται η γνώμη των δικαστών κατά την επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, όταν πρόσφατα την αγνόησε επιδεικτικά;
Ο κατάλογος έχει και άλλα, σταματώ όμως εδώ προς το παρόν…


