Η ηγεσία του ΚΚΕ θέτει στην «ημερήσια διάταξη» την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας και φυγομαχεί από τις διεκδικήσεις και τους σημερινούς αγώνες του λαϊκού κινήματος«Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητο να αναδεικνύεται ότι σήμερα διαμορφώνονται αυτές οι προϋποθέσεις για την ανατροπή…«Μπορεί να μην είναι η στιγμή του σαλπίσματος άμεσης “εφόδου”, είναι όμως απαραίτητη και αναγκαία η διαφώτιση για τον σκοπό, τον στόχο, τους όρους και τις προϋποθέσεις της επαναστατικής ανατροπής«Διαμόρφωση όλων των όρων και προϋποθέσεων, ετοιμότητα για δράση του Κόμματος σε όλες τις συνθήκες, για εναλλαγή της νόμιμης με την παράνομη δουλειά«Παίρνουμε υπόψη ότι η αστική τάξη, με τη μακρόχρονη ελληνική και διεθνή εμπειρία της, με τον ρόλο της επιστήμης και της τεχνολογίας στην υπηρεσία της, μέσα στην παραγωγική διαδικασία, με την έκταση και το βάθεμα της επεξεργασμένης προπαγάνδας της, ασκεί πολύμορφο αρνητικό ρόλο, οδηγεί σε συνεχή συντηρητικοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης συνολικά».«Αν και αυτή η ευρύτερη δυσαρέσκεια εκφράστηκε και με πολύ μαζικό και αγωνιστικό τρόπο στις πρόσφατες κινητοποιήσεις με αφορμή τα δύο χρόνια από το έγκλημα στα Τέμπη, παραμένει ρηχή και σε σημαντικό βαθμό περιορισμένη πολιτικά…
Η δυσαρέσκεια αυτή δεν σηματοδοτεί συνολική αμφισβήτηση του καπιταλιστικού συστήματος, της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και της εξουσίας του κεφαλαίου. Όλα αυτά σηματοδοτούν αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων και αποδεικνύουν ότι η ανάπτυξη της ταξικής πάλης είναι πίσω από τις ανάγκες της περιόδου».
Πέφτει λίγο στην ηγεσία του ΚΚΕ, που κατά τα άλλα προετοιμάζεται για την ανατροπή, η τεράστια κινητοποίηση μαζών που εκδηλώθηκε για την υπόθεση των Τεμπών, εκφράζοντας μια γενικότερη αντικυβερνητική δυσαρέσκεια με πρωτοφανή μαζικότητα. Και με τις Θέσεις του τώρα κουνάει το δάχτυλο στο λαό, που «δεν ανταποκρίνεται» στις απαιτήσεις του αντικαπιταλιστικού του προγράμματος και στις «ανάγκες της περιόδου».
Η ηγεσία του ΚΚΕ μετακυλίει τις δικές της ευθύνες και αναπαράγει την προσφιλή της τακτική -μια τακτική ξένη για το αριστερό κίνημα- ότι φταίει ο κόσμος που δεν τραβάει και δεν καταλαβαίνει, που συντηρητικοποιείται, που ενσωματώνεται και που δεν ανταποκρίνεται.
Υπόσκαψη του εργατικού, συνδικαλιστικού και λαϊκού κινήματος
Όλη η γραμμή που προβάλλει το ΚΚΕ έρχεται να επενδύσει με τον πιο επιζήμιο τρόπο για το λαϊκό κίνημα τις Θέσεις του για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, όπου λέει στο κείμενο των Θέσεων:
«Η πρόταση που επικαλείται την “ενότητα στο πρόβλημα” ως γραμμή συσπείρωσης είναι μια γραμμή που έχει καταδικαστεί και ξεπεραστεί από την ίδια τη ζωή, από την πείρα της ταξικής πάλης· γι’ αυτό έχει απορριφθεί από το Κόμμα μας…».
Αυτό που αρνείται το ΚΚΕ είναι η συσπείρωση των εργαζομένων και των λαϊκών δυνάμεων μέσα στα σωματεία τους, στα συνδικάτα και στους συλλόγους, στα κοινωνικά μέτωπα πάλης, πάνω σε συγκεκριμένες άμεσες, ζωτικές διεκδικήσεις. Αρνείται και φράζει τον δρόμο στη συσπείρωση και την ενότητα δυνάμεων πάνω σε καθορισμένα αιτήματα και στην ανάπτυξη αγώνων για τη διεκδίκησή τους. Και η «διέξοδος» που δίνει τώρα στους εργαζόμενους και στις λαϊκές δυνάμεις που πλήττονται άγρια από την κυβερνητική αντιλαϊκή πολιτική, της φτώχειας και την ανελέητης ακρίβειας, σχετικά με το τι πρέπει να γίνει άμεσα, είναι η πάλη …για την πολιτική εξουσία. Γράφει συγκεκριμένα στις Θέσεις του:
«Θέτουμε στο επίκεντρο της συζήτησης ότι στο πιεστικό ερώτημα “τι να γίνει άμεσα”, η απάντηση είναι ότι πρέπει να δυναμώσουν η συζήτηση και η δράση για τη συγκέντρωση δυνάμεων, η πάλη για τα μέτωπα που βγάζουν οι ίδιες οι εξελίξεις, με πολιτική ταξικής σύγκρουσης που ωριμάζει τις εργατικές συνειδήσεις, ώστε να δώσουν αποφασιστικά τη μάχη για ριζικές ανατροπές στην οικονομία και την πολιτική εξουσία…».
Μέσα από τέτοιες σεχταριστικές αντιλήψεις και ψευτοεπαναστατικές διακηρύξεις, το ΚΚΕ διευκολύνει από τα αριστερά την κυβέρνηση και το αστικό σύστημα, φράζοντας τον δρόμο στον λαό να συσπειρωθεί και να αναπτύξει κοινούς αγώνες κλαδικούς και γενικούς πάνω σε συγκεκριμένα προβλήματα και άμεσες διεκδικήσεις απέναντι στην κυβερνητική πολιτική και στην εργοδοσία.
Μέσα από τέτοιες αντιλήψεις, το ΚΚΕ προωθεί τη διάσπαση στο σώμα του εργατικού και λαϊκού κινήματος, προβάλλοντας ως πόλο συσπείρωσης το «αντικαπιταλιστικό ΠΑΜΕ» και θέτοντας στα όργανα δράσης -στα σωματεία, στα συνδικάτα και στους συλλόγους- κριτήρια ιδεολογικής και πολιτικής καθαρότητας, για την ανατροπή της εξουσίας, προωθώντας τη διαίρεση και τον κατακερματισμό.
O αγώνας της εργατικής τάξης και του λαού πρέπει να έχει στο επίκεντρό του τα άμεσα αιτήματα πάλης για την ανατροπή των αντεργατικών μέτρων και τη σταθερή διεκδίκηση και επανακατάκτηση των εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων που καταργήθηκαν, σε σύνδεση, πάντα, με τα γενικότερα αιτήματα πάλης για την ανατροπή, συνολικά, της κυβερνητικής πολιτικής, τον αγώνα για την έξοδο από την EE και το NATO και το γκρέμισμα της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας.
H πολιτική που δε συμβάλλει, δεν στηρίζει και δεν παλεύει για να διασφαλίσει την πιο πλατιά και μαζική συμμετοχή των εργαζομένων στον κοινό αγώνα πάνω στα άμεσα και καυτά προβλήματα και, ακόμα χειρότερα, που υποσκάπτει τη μαζικότητα και διασπά την κοινή πάλη με οποιοδήποτε πρόσχημα «ταξικής καθαρότητας», είναι πολιτική βαθιά λαθεμένη και επιζήμια, βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τις πραγματικές ανάγκες του ευρύτερου λαϊκού κινήματος και είναι ξένη προς τους αγωνιστικούς σκοπούς και τις παραδόσεις του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.
Βέβαια, μια αγωνιστική ταξική πολιτική δε βλέπει τη μαζικότητα των αγώνων μονοδιάστατα, περιορίζοντας τον ορίζοντά της στα πλαίσια της ενιαίας πάλης για τα άμεσα αιτήματα, παραβλέποντας τον πολιτικό τους προσανατολισμό. Αν η μαζικότητα των αγώνων αποτελεί προϋπόθεση χωρίς την εκπλήρωση της οποίας κανένας αγώνας δεν μπορεί να αναπτυχθεί αποτελεσματικά, ο σωστός ή όχι πολιτικός προσανατολισμός των αγώνων είναι αυτός που θα καθορίσει τελικά την προοπτική και την έκβασή τους. Γι’ αυτό το σκοπό, μια πραγματικά αριστερή πολιτική πρέπει όχι μόνο να στηρίζει και να συμβάλλει στη μαζικοποίηση των αγώνων, αλλά πρέπει, επίσης, να επιδιώκει να μπολιάσει τους αγώνες με το δικό της αγωνιστικό ταξικό περιεχόμενο, να προβάλλει ενεργητικά και να παλεύει σταθερά για τον αναγκαίο πολιτικό προσανατολισμό, την κατεύθυνση και την προοπτική των αγώνων.
Ούτε το ίδιο το ΚΚΕ, όμως, δεν μπορεί εύκολα να εφαρμόσει μια τέτοια γραμμή που υποσκάπτει το μαζικό κίνημα, όταν δέχεται την καυτή ανάσα και την πίεση της λαϊκής βάσης. Έξω από τη γραμμή του και σε αντιπαράθεση με αυτή, στο αγροτικό κίνημα, για να μη βρεθεί μακριά από αυτό, το ΚΚΕ εφαρμόζει τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που λέει στις Θέσεις του.
Ο αγώνας των αγροτών και των κτηνοτρόφων αναπτύχθηκε πάνω ακριβώς σε αυτό που απορρίπτει το ΚΚΕ λέγοντας «ενότητα στο πρόβλημα». Οι δυνάμεις των αγροτών συσπειρώθηκαν σε συγκεκριμένα και καθορισμένα προβλήματα και αιτήματα και αυτά υποχρεώθηκαν να εκφράσουν και οι εκπρόσωποι του ΚΚΕ, όπως πάνω σε συγκεκριμένα αιτήματα αναπτύσσονται όλοι οι οικονομικοί και συνδικαλιστικοί αγώνες και όχι σε γενικά αντικαπιταλιστικά πολιτικά πλαίσια.
Και οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ βρέθηκαν σε αγαστή συνεργασία στο πλαίσιο της Πανελλαδικής Επιτροπής των Μπλόκων μαζί με τους αγροτοσυνδικαλιστές της Δεξιάς, του ΠΑΣΟΚ και άλλων δυνάμεων, που κάτω από την ισχυρή αγωνιστική πίεση της βάσης υποχρεώθηκαν να προχωρήσουν στις παρατεταμένες κινητοποιήσεις. Αυτή η επιτροπή, με την πολύχρωμη σύνθεση που αποτυπώνει το συσχετισμό των δυνάμεων στα μπλόκα, αποτέλεσε το κέντρο του αγώνα και όχι κάποιο από τα προκατασκευασμένα παραταξιακά σχήματα που έχει φτιάξει το ΚΚΕ, προβάλλοντάς τα ως τα κέντρα που θα διεξάγουν, θα εκπροσωπούν και θα οργανώνουν τους αγώνες. Δηλαδή το ΠΑΜΕ για τους εργαζόμενους, το ΜΑΣ για τους φοιτητές και το ΠΑΣΥ για τους αγρότες.
Άλλο βέβαια αν ο ευρύτερος πολιτικός προσανατολισμός του ΚΚΕ στο αγροτικό κίνημα, και όχι μόνο, δεν έχει μια σταθερή αντικυβερνητική κατεύθυνση, αλλά κινείται στις ράγες της υποχώρησης και του συμβιβασμού, γεγονός που καθόρισε για άλλη μια φορά την αρνητική έκβαση του αγώνα των αγροτών.
Στοιχειώδης προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα των αγώνων είναι η μαζικότητά τους και καμιά μαζικότητα δεν μπορεί να εξασφαλίσει κανένα αυτόκλητο κέντρο ταξικού ή επαναστατικού αγώνα φτιαγμένο στον Περισσό ή όπου αλλού.
Τα κέντρα αυτά -όπως το ΠΑΜΕ- αποτελούν όχι κέντρα αγώνα -όπως λέει το ΚΚΕ- αλλά κέντρα διάσπασης και αποδυνάμωσης του αγώνα που, όπως δείχνει και τώρα η εμπειρία των αγροτών, μπορούν να αναπτυχθούν μαζικά στα πλαίσια του ενιαίου συνδικαλιστικού κινήματος και μέσα από την άσκηση πιέσεων προς τις ρεφορμιστικές ηγεσίες.
Πηγή: Λαϊκός Δρόμος


