Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη *
«Δεν το λυπάσαι; Δεν το βλέπεις το Εθνικό; Και το βαράτε κι όλοι εσείς απέξω». Με αυτά τα λόγια και με αρκετά παρακάλια, όπως εκείνη ήξερε, η (τότε) υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη προσπάθησε, επίμονα, να πείσει τον Νίκο Κούρκουλο να αναλάβει τα ηνία στο Εθνικό Θέατρο. Ξέρω, ξεκίνησα λίγο απότομα από αυτήν την ιστορία, αλλά τούτο το περιστατικό – «αποκάλυψη» για την ιστορία του Νίκου Κούρκουλου (τιμάμε τη Μνήμη του, 19 χρόνια μετά την αποδημία του) μού είχε μείνει, καρφωμένη στο μυαλό, από τότε που κυκλοφόρησε ο τόμος «Νίκος Κούρκουλος – Ενας αυθεντικός πολίτης, παντός καιρού» (Εκδ. Κοινωφελές Ιδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, σε επιμέλεια του σκηνογράφου Διονύση Φωτόπουλου). Το ίδιο και η, επίσης επίμονη, απάντηση του Νίκου Κούρκουλου: «Δεν έχω καμία σχέση και δεν αντιλαμβάνομαι το θέατρο έτσι όπως το αντιλαμβάνονται όσοι ασχολήθηκαν ως τώρα με το Εθνικό». Χώρια ότι το θεωρούσε «διαλυμένο και σάπιο». Τα «παρακάλια» της Μελίνας όμως, που είχαν ξεκινήσει από τότε που εκείνη ανέλαβε το υπουργείο Πολιτισμού, κυρίως όμως από το 1982 και ακόμη πιο πεισματικά από το 1984, τελικά έπιασαν τόπο. Αυτά και μία συνέντευξη Τύπου. Διότι ο Νίκος Κούρκουλος μπορεί να ενέδωσε στην πολυμήχανη Μελίνα, όμως της έβαλε όρο: «Πρώτα θα μάθω το θέατρο από μέσα. Και μετά…». Εξ ου και συμμετείχε αρχικά, το 1993, στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου και το 1994 πλέον ανέλαβε τη θέση του διευθυντή. Και η συνέντευξη Τύπου; Ο άλλος όρος του Νίκου Κούρκουλου ήταν να αποδείξει η Μελίνα Μερκούρη ότι θα κάνει όσα υπόσχονταν οι μπροσούρες του ΠΑΣΟΚ. Ότι, δηλαδή, θα αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο στο Εθνικό, αναγγέλλοντάς το δημόσια. Όταν βγήκε, λοιπόν, σε συνέντευξη Τύπου και ανήγγειλε ότι το Εθνικό θα λειτουργεί εφεξής ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, ο Νίκος Κούρκουλος τής το ανταπέδωσε, χαλαρώνοντας την αντίστασή του στην επίμονη πρότασή της. Όποιο κι αν ήταν το παρασκήνιο, ελάχιστοι διαφωνούν στο εξής: Ο Νίκος Κούρκουλος άλλαξε κάτι (και σημαντικό) σε αυτό που ονομάζουμε Εθνικό Θέατρο της Ελλάδος. Και ήταν μόνον η αρχή. Ο γιός του άλλοτε αγρότη στην Κέρκυρα Αλκίνοου Κούρκουλου – που άφηνε το άροτρο για να πιάσει το βιολί, – και μετέπειτα κουρέα στου Ζωγράφου, ήξερε πάντα τι ήθελε. Και οι σχέσεις και το μυαλό του τον βοηθούσαν και να το αποκτήσει. Όσοι τον ήξεραν καλά, όπως η αείμνηστη συνάδελφος στα ιστορικά «ΝΕΑ», Έλενα Δ.Χατζηιωάννου, έλεγαν πως το βασικό του ατού ήταν πως «είχε όνειρα». Και κινούσε κάθε τροχό για να τα πραγματώσει. «Τόν αγαπούσα και τόν καμάρωνα για το πείσμα να πετύχει τα όνειρά του και για το καθαρό του βλέμμα», όπως σημείωνε και ο επιμελητής του τόμου «Νίκος Κούρκουλος – Ενας αυθεντικός πολίτης, παντός καιρού», Διονύσης Φωτόπουλος. Τα δύσκολα δεν τόν πτοούσαν. Κι αν είχε δύσκολα. Πέρα από τα δύσκολα χρόνια της ζωής του, δεν μπορεί κάποιος να αντιμετωπίσει ελαφρά τη καρδία τον χαμό των δύο από τα τρία αδέλφια του. Ο μεγάλος, Ιάκωβος, πολιτικός μηχανικός, έχασε την ζωή του, παραπατώντας σε μια οικοδομή κι άφησε ορφανή την οικογένειά του. Ο άλλος αδελφός του, Σπύρος, που είχε μπαρκάρει, χάθηκε σε ναυάγιο… Στα δύσκολα ο Νίκος Κούρκουλος έβλεπε πάντα το αντίβαρο. Τον έρωτα. Την οικογένεια. Τα παιδιά. Έτσι, κόντρα στα δύσκολα και αδράττοντας κάθε ευκαιρία να πραγματώσει τα όνειρά του, «διέτρεξε τον δύσβατο ελληνικό πολιτιστικό στίβο από τη λαϊκή γειτονιά στα μεγάλα θεατρικά κέντρα της Αμερικής, της Ευρώπης και της Ασίας, με την ίδια τίμια περπατησιά», όπως επισήμαινε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. Πως άδραττε τις ευκαιρίες; Ακόμη και σε ένα «κοσμικό» γεύμα, με τον Ανδρέα Παπανδρέου και τρεις υπουργούς του. Εκεί, εν μέσω μιας συζήτησης για τα βαλκανικά, τού πρότεινε να ρίξουν τα τείχη και να περάσουν στα γειτονικά κράτη, όπως η Βουλγαρία, με Πολιτισμό. Με θέατρο. Ήδη ο ίδιος, ως διευθυντής, ήταν έτοιμος να ανοίξει όχι μόνον σε πανελλήνιες περιοδείες το Εθνικό, αλλά και στο διεθνές τερέν. Είχε στα πεπραγμένα του και τη «Μήδεια» του Εθνικού, που είχαν αποθεώσει 2.500 θεατές στην Τουρκία, και φρόντισε να κάνει σαφή την πρόταση – αίτημα: «Υπάρχει το αρχαίο θέατρο της Φιλιππούπολης, όπου ελληνική φωνή δεν έχει ακουστεί. Ας στείλουμε μια τραγωδία και μια κωμωδία». Ο Ανδρέας Παπανδρέου, πρακτικός, τόν είχε ρωτήσει τότε τι θα σήμαινε αυτό οικονομικά, εκείνος απάντησε: 35 εκατ. δραχμές, για την αποστολή 80 καλλιτεχνών και τεχνικών. Και, όπως έλεγε αργότερα στο «Βήμα», ο τότε πρωθυπουργός είπε στους υπουργούς συνδαιτημόνες: «Αύριο να έχει τελειώσει αυτό το θέμα». Δεν ήταν μόνον το άνοιγμα στο εξωτερικό, κόντρα στην ελληνική θεατρική εσωστρέφεια. Ήταν ότι ενεργοποίησε δυναμικά και έθεσε σε μόνιμη λειτουργία, από το 1995, την ανενεργή Παιδική Σκηνή του Εθνικού. «Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ο πυρήνας για ένα Εθνικό Θέατρο δεν θα ήταν το παιδί, το πρώτο πράγμα δηλαδή με το οποίο θα έπρεπε να ασχοληθεί», έλεγε αργότερα (μεταξύ μας: εντοπίστε παντού τις διαφορές με το σήμερα…). Όπως δεν μπορούσε να φανταστεί το Εθνικό δίχως ένα θεατρικό εργαστήρι, «άγιο χώρο» όπως το χαρακτήριζε, ή μία Πειραματική Σκηνή. Και άλλα, ακόμη: Το 1997 δημιούργησε Θίασο Περιοδειών Αρχαίου Δράματος και το 2000 την Πρώτη Θερινή Ακαδημία Θεάτρου στο Μονοδένδρι της Ηπείρου. Και, κυρίως, βοήθησε να αλλάξει το πεπαλαιωμένο καθεστώς της μονιμότητας, φέρνοντας νέο αίμα και άλλη οπτική στην επιλογή των έργων. Το 2005, όταν κυκλοφόρησε ένα συνοπτικό εγχειρίδιο με απολογιστικά στοιχεία για τη δεκαετία 1994-2004, οι αριθμοί «μιλούσαν»: 135 τίτλοι έργων (τα 43 ελληνικά), 7.560 παραστάσεις, περιοδείες εντός και εκτός Ελλάδας, θεατρικές ανταλλαγές και ανοδική πορεία στις εισπράξεις από εισιτήρια, ήτοι 3.332.832 ευρώ το 2004 έναντι 284.263 ευρώ που ήταν δέκα χρόνια πριν. Όλα αυτά, με θεατρική «ανεξιθρησκεία» θαυμαστή. «Τι θα πει ‘ηθοποιός του Εθνικού’; Είσαι ηθοποιός; Μπορείς να ανήκεις κι εσύ στο Εθνικό», έλεγε. Δεν φοβήθηκε το εμπορικό. Δεν φοβήθηκε να μπολιάσει με νέες δυνάμεις και το ρεπερτόριο και τις διανομές ή τις αναθέσεις του. Κάπως έτσι το ελληνικό θέατρο απέκτησε το πρώτο μουσικό έργο για την ιστορία ενός είδους παρεξηγημένου: της Επιθεώρησης. Μιλάμε για το επιτυχημένο και θηριώδες ως παραγωγή «Βίρα τις άγκυρες» των Ρέππα – Παπαθανασίου, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή. Και όταν κάποιοι αντιδρούσαν, ο Νίκος Κούρκουλος απαντούσε στωικά στις επιθέσεις: «Έχω μάθει να λιθοβολούμαι»! Στο μεγάλο Μάνο Κατράκη χρωστούσε τα πρώτα μαθήματα σκηνής και την πρώτη του ώθηση στο θέατρο, όταν με όνειρο να γίνει ηθοποιός, πήγε και τού «χτύπησε την πόρτα», στη διάρκεια ενός διαλείμματος από πρόβες στο θέατρο «Αθηνά»: «Κύριε Κατράκη, με λένε Νίκο Κούρκουλο και θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο», φέρεται να του είπε. «Και γιατί ήρθες σε μένα;». «Δεν έχω σε κανέναν άλλο να πάω, δεν ξέρω πού να πάω», ήταν ο διάλογος που θυμόταν χρόνια μετά. Ο Μάνος Κατράκης τόν βοηθούσε να σταθεί στη σκηνή, στα διαλείμματα, και τού έδωσε το οριστικό σπρώξιμο να ακολουθήσει το όνειρό του: «Κοίταξε να δεις. Φωνή έχεις, παράστημα έχεις, εντάξει είσαι. Δώσε, είσαι καλός», τού είπε και τόν έστειλε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Από την οποία αποφοίτησε το 1958, κάνοντας έξαλλο τον τότε γενικό διευθυντή του Εθνικού, Αιμίλιο Χουρμούζιο, που του παρέδωσε το πτυχίο. Διότι ο Χουρμούζιος τού είπε «Συγχαρητήρια, το Εθνικό σάς προσκαλεί στους κόλπους του» κι εκείνος απάντησε «Ευχαριστώ, αλλά η αγάπη μου και η φιλοδοξία μου για το θέατρο δεν σταματάει στον Χορό του αρχαίου δράματος». Το «κοντάρι», που έλεγαν τότε. «Έξω!», ήταν η αντίδραση του αυστηρού διευθυντή. Την επόμενη χρονιά, πάντως, εκείνος έκανε την πρώτη του εμφάνιση, δίπλα στην Έλλη Λαμπέτη και το Δημήτρη Χορν, στην «Κυρία με τις Καμέλιες» του Αλέξανδρου Δουμά. Η δε πρώτη του καλή κριτική ήταν από τον Άγγελο Τερζάκη, όταν έπαιξε με τον θίασο Βεργή. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1967, ήταν υποψήφιος για βραβείο Τόνι, μαζί με την Μελίνα Μερκούρη, το Μάνο Χατζιδάκι και την παραγωγή, χάρη στη μεταγραφή για το Μπρόντγουεϊ της ταινίας «Ποτέ την Κυριακή» σε μιούζικαλ ως «Ίλια Ντάρλινγκ», σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν. Στη σημαδιακή – έναν ακριβώς χρόνο μετά το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών, στις 21 Απριλίου 1968 – απονομή των Τόνι, καμία από τις τέσσερις υποψηφιότητες δεν απέφερε τελικά βραβείο. Με έναν δικό του τρόπο, ο Νίκος Κούρκουλος ισορροπούσε ανάμεσα στα συνδικαλιστικά αιτήματα των ηθοποιών, σαν και κείνον, και στο άκαιρο των στάσεων εργασίας. Το έδειξε και τον Ιούλιο του 1991, προτού αναλάβει διευθυντής του Εθνικού, όταν ερμήνευε «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου στην Επίδαυρο. Από εκεί, κατήγγειλε τους «μισθούς πείνας» και τον εμπαιγμό για χρόνια των ηθοποιών. Δηλώνοντας όμως και «απολύτως αντίθετος με τις στάσεις εργασίας», στον κρίσιμο χρόνο των δοκιμών. «Λειτουργώ σαν να είμαι πάνω στη σκηνή», έλεγε αργότερα. «Είμαι πομπός και δέκτης. Δεν μπορείς να είσαι μόνο πομπός ή μόνο δέκτης, ως διευθυντής». Το τελευταίο του, μεγάλο, όνειρο ήταν να αποκαταστήσει το κτίριο του Εθνικού, στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου, έργο του Δανού αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλερ. Από το 1998 ακόμη έθεσε επιτακτικά το ζήτημα και για το κτίριο Τσίλερ και για το κτίριο της Νέας Σκηνής (που είχε χτιστεί το 1960-63, όταν γκρεμίστηκε το εφαπτόμενο στο Εθνικό παλιό Ξενοδοχείο «Μεσσήνη», επί της οδού Μενάνδρου). «Όταν αποκατασταθεί το κτίριο, θα βγω με σημαίες να το γιορτάσω», έλεγε ο Κούρκουλος στα ιστορικά «NEA», όταν εγκρίθηκε τον Ιανουάριο του 2005 η τελική μελέτη και κονδύλι 40 εκατ. ευρώ. Την ώρα που το υπουργείο Πολιτισμού τού ανανέωνε για τέταρτη τριετία τη θητεία στο Εθνικό. Το Μάρτιο του 2006 υπέγραψε την οριστική σύμβαση για την ανάθεση του έργου «Αποκατάσταση και εξοπλισμός του κτιριακού συγκροτήματος του Εθνικού Θεάτρου». Και στις 30 Ιανουαρίου 2007 άφησε την τελευταία του πνοή, χτυπημένος από καρκίνο. Το 2009, η Νέα Σκηνή πήρε το όνομά του: «Νίκος Κούρκουλος». «Ο Νίκος Κούρκουλος είχε μια σπάνια αρετή που δεν τη συναντάμε συχνά στον τόπο μας. Δεν ξιπαζόταν και δεν μεγαλοπιανόταν. Ηταν, σε κάθε κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, πολιτιστικό περιβάλλον, αυθεντικά ο εαυτός του», τον συνόψιζε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. Φυσικά, δεν ήταν μόνον αυτά ο Νίκος Κούρκουλος. Όμως: «Έκανα κάτι που πραγματικά αγάπησα», έλεγε ο ίδιος. «Αυτό, για το οποίο ξεκίνησα, δηλαδή να νιώσω κάποιες στιγμές κάνοντας θέατρο. Απογειώθηκα μέσα σ’ αυτό που ονειρεύτηκα!». Πάντα, όμως, κουβαλούσε κι ένα μεγάλο – προσωπικό του – ερώτημα: Αν είχε, λέει, ταλέντο. Τι λέτε; Είχε; * Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος
Λιγότερο απο 1 λεπτό
Διάρκεια άρθρου:
Λεπτά
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Neostrategy.gr .


