Ερωτηθείς για το αν υπήρξε σύμπνοια μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών και για το πώς θα κινηθεί η Ευρώπη από εδώ και στο εξής στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο κ. Μητσοτάκης αναγνώρισε ότι οι ευρωατλαντικές σχέσεις έχουν δοκιμαστεί.
«Θέλουμε να είμαστε παρόντες. Θέλουμε η Ευρώπη να είναι παρούσα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σημείωσε ότι τόσο η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, όσο και αρκετά κράτη-μέλη βρίσκουν ενδιαφέρουσα την ιδέα να διερευνηθεί η ανάληψη ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών, ακόμη κι αν η πλήρης συμμετοχή στο Συμβούλιο Ειρήνης είναι νομικά δύσκολη.
«Οι κόκκινες γραμμές είναι πάρα πολύ ξεκάθαρες. Δεν τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας της Γροιλανδίας».
Τόνισε ότι μόνο η ίδια η Γροιλανδία και το βασίλειο της Δανίας μπορούν να αποφασίσουν για το μέλλον της περιοχής, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι οι ΗΠΑ έχουν δικαιολογημένες ανησυχίες για την ασφάλεια της Αρκτικής.
Όπως σημείωσε, υπάρχουν τρόποι αντιμετώπισης αυτών των ανησυχιών τόσο μέσω του ΝΑΤΟ όσο και μέσω της διμερούς συμφωνίας ΗΠΑ–Δανίας του 1951, με σεβασμό στην ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Δανίας και της Γροιλανδίας.
Δεν υπήρξε οργανωμένη ευρωπαϊκή συνεννόηση
Απαντώντας σε ερώτηση για το αν υπήρξε συνεννόηση μεταξύ του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε και Ευρωπαίων ηγετών πριν τη συνάντησή του με τον Αμερικανό πρόεδρο στο Νταβός, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι δεν είχε αυτή την εντύπωση.
Όπως είπε, δεν υπήρξε οργανωμένο πλαίσιο συνεννόησης σε ευρωπαϊκό ή νατοϊκό επίπεδο, σημειώνοντας ότι οι σχετικές συζητήσεις αφορούν κυρίως τη Δανία και τις ΗΠΑ, με την ΕΕ να στηρίζει πλήρως τις επιλογές της Κοπεγχάγης.
Στρατηγική αυτονομία και ευρωπαϊκή ισχύς
Κλείνοντας, ο πρωθυπουργός υπογράμμισε την ανάγκη η Ευρώπη να επενδύσει ουσιαστικά στη στρατηγική της αυτονομία, θυμίζοντας ότι η Ελλάδα υπήρξε από τις πρώτες χώρες που στήριξαν αυτή την προσέγγιση.
«Έχουν γίνει σημαντικά βήματα από τη Διάσκεψη των Βερσαλλιών και μετά. Η Ελλάδα ήταν πάντα επισπεύδουσα σε αυτή τη λογική», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η στρατηγική αυτονομία συνδέεται άμεσα με την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.
«Πρέπει να περάσουμε από την ισχύ των αξιών μας στην αξία της ισχύος μας. Αυτό αφορά και την Ελλάδα και συνολικά την Ευρωπαϊκή Ένωση», κατέληξε.


