«Νέες υποδομές, νέα τρένα, νέοι σταθμοί, είναι το τρίπτυχο για την πραγματική αλλαγή του ελληνικού σιδηροδρόμου», σύμφωνα με τον αναπληρωτή υπουργό Κωνσταντίνο Κυρανάκη, με βασική πρόκληση για την κυβέρνηση την αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας στα τρένα.
Όπως ανέφερε ο αναπληρωτής υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, στο πλαίσιο συνάντησης που είχε χθες βράδυ με δημοσιογράφους «η αναβάθμιση των υποδομών, οι πρόσθετες δικλείδες ασφαλείας, ο ψηφιακός έλεγχος, οι αυστηρότερες συμβάσεις και οι αλλαγές στο ανθρώπινο δυναμικό συνθέτουν μία προσπάθεια να λειτουργήσει ο σιδηρόδρομος με σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα, με σαφείς ευθύνες και πραγματικό έλεγχο. Στόχος δεν είναι απλώς η αποφυγή νέων αστοχιών, αλλά η οικοδόμηση ενός απολύτως ασφαλούς σιδηροδρομικού συστήματος, αντάξιου της χώρας, και η σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επιβατών μέσα από συνέπεια και μετρήσιμα αποτελέσματα».
Τα έργα υποδομής – Ολοκλήρωση το καλοκαίρι του 202623 νέα τρένα μετά από 20 χρόνια – Έρχεται το πρώτο τρένο για δοκιμαστικό δρομολόγιο 26 ΙανουαρίουΠαρεμβάσεις για ενίσχυση της ασφάλειας
Τον περασμένο Ιούλιο ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση και ανάταξη του ETCS on board, δηλαδή το σύστημα αυτόματης πέδησης, σε όλα τα τρένα που κυκλοφορούν στο δίκτυο Αθήνα – Θεσσαλονίκη, προσθέτοντας μια δικλείδα ασφαλείας σε περιπτώσεις ανθρώπινου λάθους. Επίσης, τον Ιούλιο του 2025, τέθηκε σε πιλοτική λειτουργία το σύστημα ακριβούς γεωεντοπισμού, βασίζεται στην τριγωνοποίηση δορυφορικών σημάτων GNSS με επίγειους σταθμούς, προσφέροντας ακρίβεια εντοπισμού έως και 5 εκατοστών, σε αντίθεση με το συμβατικό GPS που μπορεί να αποκλίνει έως και 15 μέτρα. Με το σύστημα αυτό διασφαλίζεται ότι κανένα τρένο δεν κινείται «στα τυφλά», ακόμη και σε τμήματα του δικτύου με μονή γραμμή ή χωρίς προηγμένα ευρωπαϊκά συστήματα ERTMS, τα οποία -βάσει κανονισμών- δεν είναι υποχρεωτικά πριν από το 2050. Από τον Φεβρουάριο μέσω του gov.gr ο κάθε πολίτης θα μπορεί μέσα από το σύστημα ακριβούς γεωεντοπισμού να δει την πορεία των τρένων σε πραγματικό χρόνο με απόκλιση 5 εκατοστών. Η προμήθεια του απαραίτητου εξοπλισμού χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου μέσω δωρεών από την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών, χωρίς οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου.
