Λειτουργικό και αποτελεσματικό κράτος; «Μα καλά, δεν έχουν λυθεί αυτά;», αναρωτήθηκε σκωπτικά ένας από τους παρευρισκόμενους απευθυνόμενος στον διπλανό του, λίγο πριν η εκδήλωση ξεκινήσει. Σε αυτό ακριβώς το ερώτημα, ο πρώην Υπουργός Αλέκος Παπαδόπουλος έδωσε μια απάντηση πέρα από τα καθιερωμένα.
Είναι παράδοξο αλλά όποιος προσφεύγει σε παλαιά αρχεία, συγγράμματα, πονήματα, άρθρα, μονογραφίες ή σε πολιτικές ρητορείες κλπ. για τη διαχρονική εξέλιξη των λειτουργιών του κράτους μας, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, θα εκπλαγεί με τις ολόιδιες κριτικές, τότε και σήμερα, με τα ίδια φιλιππικά κατηγορητήρια, με τις ίδιες ορολογίες, και με τις ίδιες διαπρύσιες “αγωνίες”. Αυτό το σύστημα είναι που παράγει διαρκώς δαπάνες χωρίς συγκεκριμένη στόχευση, απλά και μόνο για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του.
Αυτό το σύστημα είναι που σε κάθε του βήμα ασχολείται μόνο με το περιβόητο πολιτικό κόστος και τις δημοσκοπήσεις, που είναι έργο του λαϊκισμού και του κυνηγητού των εντυπώσεων, που όχι μόνο δημιουργεί τα ελλείμματα και το χρέος αλλά θεωρεί την αντιμετώπισή τους ως απειλή της ύπαρξής του.
Αυτή η πατερναλιστική αντίληψη του πολιτικού συστήματος είναι το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας.
Αλλά, εν συνεχεία, ως Υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης ασχολήθηκα με τη λειτουργία του κράτους και προσπάθησα να αντιληφθώ την παθογένεια της Κρατικής Διοίκησης, της Αυτοδιοίκησης και των Δημοσίων Οργανισμών.
Και εδώ προσπάθησα να αντιμετωπίσω το πρόβλημα με εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, όπως έπραξαν και άλλοι Υπουργοί πριν και μετά από μένα.
Στην πορεία του χρόνου τις περισσότερες αφυδάτωνε η πολιτική ιδιοτέλεια, η αδράνεια, η ασυνέχεια και η αδιαφορία. Τα ίδια ακριβώς και στο Υπουργείο Υγείας. Το πολιτικό σύστημα είναι αυτό που από την εθνική ανεξαρτησία μέχρι σήμερα θεωρεί τους μηχανισμούς διοίκησης του κράτους ως δεξαμενή ψηφοφορικής πελατείας για την αναπαραγωγή του.
Το πολιτικό σύστημα είναι αυτό που καταρράκωσε την αξιοπρέπεια και πολτοποιεί τις συνειδήσεις πολλών γενεών ελληνοπαίδων.
Είναι αυτό το οποίο εξοβέλισε και συνεχίζει να εξοβελίζει κάθε έννοια αξιοκρατίας, που ενθαρρύνει τη μη ουσιαστική αξιολόγηση του παραγόμενου έργου σε όλες τις κρατικές λειτουργίες, την οποία έχει υποκαταστήσει με την κομματική αξιολόγηση και υποταγή, συνθλίβοντας ακόμη και άξιους υπαλλήλους.
Είναι αυτό το πολιτικό σύστημα που δόλια δεν θέλει να αντιληφθεί ότι η συνταγματική μονιμότητα θεσπίστηκε υπέρ της Δημόσιας Διοίκησης και όχι υπέρ του δημοσίου υπαλλήλου, για να μένει ανεξέλεγκτος και ατιμώρητος.
Είναι τέλος αυτό που έχει υιοθετήσει παρωχημένες ιδέες, που αναγόρευσε τον εκσυγχρονισμό της χώρας βασικό του ιδεολογικό εχθρό και έγινε έρμαιο των δυνάμεων της καθήλωσης και του αναχρονισμού. Όλο αυτό το κατηγορητήριο κατά του πολιτικού μας συστήματος απαιτεί όμως εκ μέρους μου τρεις σοβαρές διευκρινίσεις:
Πρώτον ήμουν και εγώ μέρος αυτού του συστήματος και άρα συνυπεύθυνος.
Δεύτερον δεν επιδιώκω την πλήρη απαξίωση του, ούτε ακυρώνω τα επιτεύγματα του από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.
Απαξίωση άλλωστε δεν είναι η κριτική του, όσο σκληρή κι αν είναι.
Απαξίωση είναι η ανοχή και η σύμπραξη στα συνεχιζόμενα ανομήματα του. Για τους θεσμούς μας, ορατούς ή αφανείς, δηλαδή για τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι πολίτες και οι εκπρόσωποί τους.
Για τούς κανόνες αυτοπεριορεσμού στην λειτουργία του που ενώ το ίδιο θέσπισε είναι το ίδιο που κυνικά τους περιφρονεί και τους παραβιάζει. Και τούτο όχι διότι αμφισβητώ την οξύτητα αυτών και πολλών άλλων υπαρκτών προβλημάτων και αδιεξόδων, αλλά επειδή προέχει το μείζον και θεμελιακό πρόβλημα του πολιτικού συστήματος, το οποίο μολύνει και εκφυλίζει κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια.
Η εμπειρία μας έδειξε ότι οι “νησίδες αρετής” μέσα σε ένα διαβρωμένο σύστημα δεν επιβιώνουν όταν ο μολυντής παροικεί και καραδοκεί γύρω γύρω από αυτές. Να συναντηθούμε με την πραγματικότητα που διαμορφώνουν και διαπλάθουν οι άτεγκτες νέες συνθήκες και οι παγκόσμιοι άνεμοι των φλογισμένων και συντάραχων καιρών.
Όλα τα προβλήματα μας απαιτούν σε πρώτη άλλα και σε τελευταία ανάλυση πολιτική αντιμετώπιση. Για να αντέξει θα πρέπει να υιοθετηθούν από την ελληνική κοινωνία μεγάλες πειθαρχίες και ισχυρή αυτογνωσία για να αναστήσει μία ανταγωνιστική και παραγωγική οικονομία.
Η σημερινή χαμηλή πολιτική διαχείριση, και οι ανεύθυνες πρακτικές και συμπεριφορές διαφόρων ελίτ της χώρας, είναι αποθαρρυντική.
Η ελληνική κοινωνία αποκαμωμένη έχει εξαντλήσει από την εποχή της χρεοκοπίας και τις τελευταίες ψυχικές αντοχές της για την υποστήριξη ρεαλιστικών πολιτικών ζώντας μέσα σε ένα κλίμα συνεχιζόμενου νοσηρού, τυφλού και χαμηλού επιπέδου πολιτικού ανταγωνισμού.
Η χρεοκοπία της χώρας δυστυχώς δεν δίδαξε τη αναμενόμενη αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία, ούτε στο πολιτικό σύστημα ούτε στο λαό μας και απέβη άκαρπη.
Οι υπάρχοντες ατροφικοί και δηλητηριασμένοι θεσμοί δεν μπορούν πλέον να μετασχηματίσουν τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις που καθηλώνουν την κοινωνία.
Για αυτό η χώρα έχει ανάγκη από μια συνετή μεν αλλά αποφασιστική αναθέσμιση των πολιτικών και πολιτειακών θεσμών τώρα, πριν κακοφορμίσει περισσότερο και εκμετρήσει το ζην το πολιτικό μας σύστημα και πριν προλάβει να διαπεράσει την κοινωνία μας ο τυφλός μηδενισμός, η γενικευμένη παραίτηση και η καθολική απόρριψη συστημάτων και θεσμών.
Γι’ αυτό τον λόγο η όποια μεγάλη μεταρρύθμιση πρέπει να ξεκινήσει από τον Βασικό θεσμό, δηλαδή το Κράτος.
Αυτό εξάλλου είχαμε τονίσει με τον έγκριτο καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Γιώργο Σωτηρέλη- του οποίου τις απόψεις εκτιμώ ιδιαίτερα – με αναλυτικές κοινές προτάσεις στον Τύπο από το 2013, που ένα μεγάλο μέρος επαναφέρω. Κυρίες και κύριοι,
Η πρώτη πρόταση που θεωρώ ότι θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις ώστε να ξεκολλήσουμε από το τέλμα στο οποίο οδηγήθηκε ο μεταπολιτευτικός κοινοβουλευτισμός είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ των δύο πόλων της εκτελεστικής λειτουργίας που διαταράχθηκε με την αναθεώρηση του 1986, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σε πλήρη αποδυνάμωση του Προέδρου της Δημοκρατίας και σε υπέρμετρη σώρευση εξουσίας στον Πρωθυπουργό. Δεν υποστηρίζω προς την κατεύθυνση αυτή την καθιέρωση ενός προεδρικού συστήματος όπως αυτό ισχύει στις ΗΠΑ ή στην Κύπρο.
Ούτως ή άλλως είναι ανυπέρβλητο κώλυμα η συνταγματική απαγόρευση της αλλαγής της μορφής του σημερινού πολιτεύματος από Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία σε Προεδρική Δημοκρατία.
Πέρα απ’ αυτό, όμως, το Προεδρικό σύστημα είναι εντελώς έξω από την δημοκρατική και κοινοβουλευτική μας παράδοση. Η εκλογή αυτή θα γίνεται κάθε 5 χρόνια, ένα μήνα πριν από τις βουλευτικές εκλογές, οι οποίες θα γίνονται επίσης κάθε 5 χρόνια.
Η άμεση εκλογή ισχύει σε πολλές χώρες με το ίδιο μ’εμάς
πολίτευμα, όπως ενδεικτικά, στην Πορτογαλία την Αυστρία, την Ιρλανδία και τη Φινλανδία, όπου και ευδοκιμεί ακωλύτως. Με τα νέα αυτά Υπουργεία είναι καιρός να καταργηθεί και η ξεπερασμένη παραδοσιακή διάρθρωση σε διευθύνσεις και τμήματα και να λειτουργήσουν νέες ευέλικτες δομές όπως Ομάδες Διοίκησης Έργου, Ομάδες Παραγωγής Πολιτικής και εξειδικευμένα ελεγκτικά σώματα, καθώς και η εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων ολικής ποιότητας. Να υιοθετηθούν τα πρότυπα οργάνωσης και λειτουργίας του αναμορφωμένου Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ε.Ε. και άλλων χωρών της Ευρώπης.
Επίλογος Επιθυμώ να κλείσω με μία πολιτική επισήμανση.
Η σημερινή εκδήλωση είναι πρωτοβουλία του Ινστιτούτου Σοσιαλδημοκρατίας και ευχαριστώ τον αγαπημένο μου φίλο Νίκο Χριστοδουλάκη για την τιμητική επιλογή μου ως κεντρικού ομιλητή. Αυτά συνιστούν ήδη ενεργό πολιτικό και ιστορικό κεφάλαιο για το ΠΑΣΟΚ, εμπεδωμένο στην συνείδηση του λαού μας, που κανείς δεν μπορεί και δεν δικαιούται να αμφισβητήσει, ώστε να χρειάζεται να πειστεί ο ήδη πεπεισμένος λαός περί αυτού.
Το πρωταρχικό καθήκον ενός ελληνικού σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος σήμερα είναι να προωθήσει κατά προτεραιότητα την θεσμική ανανέωση της χώρας. Κατανοώ ότι όλα αυτά δεν είναι εύκολα στην πραγμάτωσή τους. Αλλά και όλοι μας αναγνωρίζουμε ότι πρέπει να ανακοπεί η καλπάζουσα αποδιάρθρωση της χώρας μας και η εξαέρωση του θεσμικού μας κεφαλαίου και όχι μόνο.
Πολύ περισσότερο όταν σήμερα κυριαρχεί, εδώ και σ’ όλον τον κόσμο, ένας τύπος “Ηγεσίας” που μπορεί να κερδίζει εντυπώσεις αλλά χάνει τις συνειδήσεις.
Δημοκόπους και παραμυθάδες η εποχή έχει πολλούς, αλλά δυστυχώς οι άγρυπνες συνειδήσεις φαίνεται ακόμα να κρυφοφεύγουν.
Αυτό ακριβώς ζητά η “αντρίκια” ή ομορφιά της εποχής μας. Τους αμέριμνους παραμυθάδες να αποβάλει. Αυτό όμως απαιτεί, πολιτικό σθένος και αρχές που καθοδηγούν και εμπνέουν.
Μα πάνω απ’ όλα πίστη που ορίζει ένα σκοπό.
Αυτό το σύστημα είναι που σε κάθε του βήμα ασχολείται μόνο με το περιβόητο πολιτικό κόστος και τις δημοσκοπήσεις, που είναι έργο του λαϊκισμού και του κυνηγητού των εντυπώσεων, που όχι μόνο δημιουργεί τα ελλείμματα και το χρέος αλλά θεωρεί την αντιμετώπισή τους ως απειλή της ύπαρξής του.
Αυτή η πατερναλιστική αντίληψη του πολιτικού συστήματος είναι το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας.
Αλλά, εν συνεχεία, ως Υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης ασχολήθηκα με τη λειτουργία του κράτους και προσπάθησα να αντιληφθώ την παθογένεια της Κρατικής Διοίκησης, της Αυτοδιοίκησης και των Δημοσίων Οργανισμών.
Και εδώ προσπάθησα να αντιμετωπίσω το πρόβλημα με εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, όπως έπραξαν και άλλοι Υπουργοί πριν και μετά από μένα.
Στην πορεία του χρόνου τις περισσότερες αφυδάτωνε η πολιτική ιδιοτέλεια, η αδράνεια, η ασυνέχεια και η αδιαφορία. Τα ίδια ακριβώς και στο Υπουργείο Υγείας. Το πολιτικό σύστημα είναι αυτό που από την εθνική ανεξαρτησία μέχρι σήμερα θεωρεί τους μηχανισμούς διοίκησης του κράτους ως δεξαμενή ψηφοφορικής πελατείας για την αναπαραγωγή του.
Το πολιτικό σύστημα είναι αυτό που καταρράκωσε την αξιοπρέπεια και πολτοποιεί τις συνειδήσεις πολλών γενεών ελληνοπαίδων.
Είναι αυτό το οποίο εξοβέλισε και συνεχίζει να εξοβελίζει κάθε έννοια αξιοκρατίας, που ενθαρρύνει τη μη ουσιαστική αξιολόγηση του παραγόμενου έργου σε όλες τις κρατικές λειτουργίες, την οποία έχει υποκαταστήσει με την κομματική αξιολόγηση και υποταγή, συνθλίβοντας ακόμη και άξιους υπαλλήλους.
Είναι αυτό το πολιτικό σύστημα που δόλια δεν θέλει να αντιληφθεί ότι η συνταγματική μονιμότητα θεσπίστηκε υπέρ της Δημόσιας Διοίκησης και όχι υπέρ του δημοσίου υπαλλήλου, για να μένει ανεξέλεγκτος και ατιμώρητος.
Είναι τέλος αυτό που έχει υιοθετήσει παρωχημένες ιδέες, που αναγόρευσε τον εκσυγχρονισμό της χώρας βασικό του ιδεολογικό εχθρό και έγινε έρμαιο των δυνάμεων της καθήλωσης και του αναχρονισμού. Όλο αυτό το κατηγορητήριο κατά του πολιτικού μας συστήματος απαιτεί όμως εκ μέρους μου τρεις σοβαρές διευκρινίσεις:
Πρώτον ήμουν και εγώ μέρος αυτού του συστήματος και άρα συνυπεύθυνος.
Δεύτερον δεν επιδιώκω την πλήρη απαξίωση του, ούτε ακυρώνω τα επιτεύγματα του από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.
Απαξίωση άλλωστε δεν είναι η κριτική του, όσο σκληρή κι αν είναι.
Απαξίωση είναι η ανοχή και η σύμπραξη στα συνεχιζόμενα ανομήματα του. Για τους θεσμούς μας, ορατούς ή αφανείς, δηλαδή για τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι πολίτες και οι εκπρόσωποί τους.
Για τούς κανόνες αυτοπεριορεσμού στην λειτουργία του που ενώ το ίδιο θέσπισε είναι το ίδιο που κυνικά τους περιφρονεί και τους παραβιάζει. Και τούτο όχι διότι αμφισβητώ την οξύτητα αυτών και πολλών άλλων υπαρκτών προβλημάτων και αδιεξόδων, αλλά επειδή προέχει το μείζον και θεμελιακό πρόβλημα του πολιτικού συστήματος, το οποίο μολύνει και εκφυλίζει κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια.
Η εμπειρία μας έδειξε ότι οι “νησίδες αρετής” μέσα σε ένα διαβρωμένο σύστημα δεν επιβιώνουν όταν ο μολυντής παροικεί και καραδοκεί γύρω γύρω από αυτές. Να συναντηθούμε με την πραγματικότητα που διαμορφώνουν και διαπλάθουν οι άτεγκτες νέες συνθήκες και οι παγκόσμιοι άνεμοι των φλογισμένων και συντάραχων καιρών.
Όλα τα προβλήματα μας απαιτούν σε πρώτη άλλα και σε τελευταία ανάλυση πολιτική αντιμετώπιση. Για να αντέξει θα πρέπει να υιοθετηθούν από την ελληνική κοινωνία μεγάλες πειθαρχίες και ισχυρή αυτογνωσία για να αναστήσει μία ανταγωνιστική και παραγωγική οικονομία.
Η σημερινή χαμηλή πολιτική διαχείριση, και οι ανεύθυνες πρακτικές και συμπεριφορές διαφόρων ελίτ της χώρας, είναι αποθαρρυντική.
Η ελληνική κοινωνία αποκαμωμένη έχει εξαντλήσει από την εποχή της χρεοκοπίας και τις τελευταίες ψυχικές αντοχές της για την υποστήριξη ρεαλιστικών πολιτικών ζώντας μέσα σε ένα κλίμα συνεχιζόμενου νοσηρού, τυφλού και χαμηλού επιπέδου πολιτικού ανταγωνισμού.
Η χρεοκοπία της χώρας δυστυχώς δεν δίδαξε τη αναμενόμενη αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία, ούτε στο πολιτικό σύστημα ούτε στο λαό μας και απέβη άκαρπη.
Οι υπάρχοντες ατροφικοί και δηλητηριασμένοι θεσμοί δεν μπορούν πλέον να μετασχηματίσουν τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις που καθηλώνουν την κοινωνία.
Για αυτό η χώρα έχει ανάγκη από μια συνετή μεν αλλά αποφασιστική αναθέσμιση των πολιτικών και πολιτειακών θεσμών τώρα, πριν κακοφορμίσει περισσότερο και εκμετρήσει το ζην το πολιτικό μας σύστημα και πριν προλάβει να διαπεράσει την κοινωνία μας ο τυφλός μηδενισμός, η γενικευμένη παραίτηση και η καθολική απόρριψη συστημάτων και θεσμών.
Γι’ αυτό τον λόγο η όποια μεγάλη μεταρρύθμιση πρέπει να ξεκινήσει από τον Βασικό θεσμό, δηλαδή το Κράτος.
Αυτό εξάλλου είχαμε τονίσει με τον έγκριτο καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Γιώργο Σωτηρέλη- του οποίου τις απόψεις εκτιμώ ιδιαίτερα – με αναλυτικές κοινές προτάσεις στον Τύπο από το 2013, που ένα μεγάλο μέρος επαναφέρω. Κυρίες και κύριοι,
Η πρώτη πρόταση που θεωρώ ότι θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις ώστε να ξεκολλήσουμε από το τέλμα στο οποίο οδηγήθηκε ο μεταπολιτευτικός κοινοβουλευτισμός είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ των δύο πόλων της εκτελεστικής λειτουργίας που διαταράχθηκε με την αναθεώρηση του 1986, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σε πλήρη αποδυνάμωση του Προέδρου της Δημοκρατίας και σε υπέρμετρη σώρευση εξουσίας στον Πρωθυπουργό. Δεν υποστηρίζω προς την κατεύθυνση αυτή την καθιέρωση ενός προεδρικού συστήματος όπως αυτό ισχύει στις ΗΠΑ ή στην Κύπρο.
Ούτως ή άλλως είναι ανυπέρβλητο κώλυμα η συνταγματική απαγόρευση της αλλαγής της μορφής του σημερινού πολιτεύματος από Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία σε Προεδρική Δημοκρατία.
Πέρα απ’ αυτό, όμως, το Προεδρικό σύστημα είναι εντελώς έξω από την δημοκρατική και κοινοβουλευτική μας παράδοση. Η εκλογή αυτή θα γίνεται κάθε 5 χρόνια, ένα μήνα πριν από τις βουλευτικές εκλογές, οι οποίες θα γίνονται επίσης κάθε 5 χρόνια.
Η άμεση εκλογή ισχύει σε πολλές χώρες με το ίδιο μ’εμάς
πολίτευμα, όπως ενδεικτικά, στην Πορτογαλία την Αυστρία, την Ιρλανδία και τη Φινλανδία, όπου και ευδοκιμεί ακωλύτως. Με τα νέα αυτά Υπουργεία είναι καιρός να καταργηθεί και η ξεπερασμένη παραδοσιακή διάρθρωση σε διευθύνσεις και τμήματα και να λειτουργήσουν νέες ευέλικτες δομές όπως Ομάδες Διοίκησης Έργου, Ομάδες Παραγωγής Πολιτικής και εξειδικευμένα ελεγκτικά σώματα, καθώς και η εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων ολικής ποιότητας. Να υιοθετηθούν τα πρότυπα οργάνωσης και λειτουργίας του αναμορφωμένου Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ε.Ε. και άλλων χωρών της Ευρώπης.
Επίλογος Επιθυμώ να κλείσω με μία πολιτική επισήμανση.
Η σημερινή εκδήλωση είναι πρωτοβουλία του Ινστιτούτου Σοσιαλδημοκρατίας και ευχαριστώ τον αγαπημένο μου φίλο Νίκο Χριστοδουλάκη για την τιμητική επιλογή μου ως κεντρικού ομιλητή. Αυτά συνιστούν ήδη ενεργό πολιτικό και ιστορικό κεφάλαιο για το ΠΑΣΟΚ, εμπεδωμένο στην συνείδηση του λαού μας, που κανείς δεν μπορεί και δεν δικαιούται να αμφισβητήσει, ώστε να χρειάζεται να πειστεί ο ήδη πεπεισμένος λαός περί αυτού.
Το πρωταρχικό καθήκον ενός ελληνικού σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος σήμερα είναι να προωθήσει κατά προτεραιότητα την θεσμική ανανέωση της χώρας. Κατανοώ ότι όλα αυτά δεν είναι εύκολα στην πραγμάτωσή τους. Αλλά και όλοι μας αναγνωρίζουμε ότι πρέπει να ανακοπεί η καλπάζουσα αποδιάρθρωση της χώρας μας και η εξαέρωση του θεσμικού μας κεφαλαίου και όχι μόνο.
Πολύ περισσότερο όταν σήμερα κυριαρχεί, εδώ και σ’ όλον τον κόσμο, ένας τύπος “Ηγεσίας” που μπορεί να κερδίζει εντυπώσεις αλλά χάνει τις συνειδήσεις.
Δημοκόπους και παραμυθάδες η εποχή έχει πολλούς, αλλά δυστυχώς οι άγρυπνες συνειδήσεις φαίνεται ακόμα να κρυφοφεύγουν.
Αυτό ακριβώς ζητά η “αντρίκια” ή ομορφιά της εποχής μας. Τους αμέριμνους παραμυθάδες να αποβάλει. Αυτό όμως απαιτεί, πολιτικό σθένος και αρχές που καθοδηγούν και εμπνέουν.
Μα πάνω απ’ όλα πίστη που ορίζει ένα σκοπό.
