Ηταν μια νύχτα του Ιανουαρίου το 2023, όταν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία η είδηση των ξαφνικών κρίσεων στην ΕΛ.ΑΣ. και η αποστρατεία αξιωματικών που είχαν άμεσα ή έμμεσα συνδεθεί με παρακολουθήσεις. Ανάμεσά τους, ο επικεφαλής των «Αδιάφθορων» της ΕΛ.ΑΣ., της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων.
Ομως, πίσω από τις κλειστές πόρτες η σύγκρουση σιγόβραζε πολλούς μήνες. Ολα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2021, όταν οι «κοριοί» των Εσωτερικών Υποθέσεων, με εντολή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, είχαν αρχίσει να καταγράφουν τα τηλέφωνα δεκάδων υπόπτων στελεχών του ΟΠΕΚΕΠΕ. Μέσα από αυτές τις παρακολουθήσεις, όμως, οι αστυνομικοί δεν άκουγαν απλώς διεφθαρμένους υπαλλήλους να καθοδηγούν παραγωγούς σε απάτες εις βάρος των ταμείων της ΕΕ. Ακουγαν και παρεμβάσεις τρίτων.
Κι από αυτές παρεμβάσεις άρχισαν να αναδύονται πολιτικά ονόματα, βουλευτές και υπουργοί που καλούσαν, αυτοπροσώπως ή διά συνεργατών τους, για να εξυπηρετήσουν ημετέρους, να ασκήσουν πίεση για εκταμιεύσεις πληρωμών ή να εξασφαλίσουν τα «στραβά μάτια» σε παρατυπίες. Οσο ο φάκελος φούσκωνε και η πολιτική εμπλοκή στο σκάνδαλο γινόταν αδιαμφισβήτητη, τόσο η ασφυκτική πίεση από τα υψηλά κλιμάκια προς τους «Αδιάφθορους» μεγάλωνε. Κάπως έτσι καταλήξαμε σε όσα μαθαίνονται πια για την πρώτη δικογραφία που στάλθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών το φθινόπωρο του 2022. Στην πληροφορία, δηλαδή, ότι τα ονόματα των πολιτικών είχαν, ως διά μαγείας, σχεδόν εξαφανιστεί.
Πώς φτάσαμε έως εδώ
Η συνοπτική καρατόμηση του διοικητή των Εσωτερικών Υποθέσεων, λοιπόν, έβαλε την τελεία στην ιστορία των διαφωνιών του με την ηγεσία του υπουργείου για τον χειρισμό κάποιων «ευαίσθητων» υποθέσεων. Κάποιοι όμως δεν υπολόγιζαν σωστά τα αντανακλαστικά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Λίγες ημέρες μετά τον «ανασχηματισμό» της Κατεχάκη, εκείνος ο «κουτσουρεμένος» φάκελος έφτασε στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όπου οι εισαγγελείς κατάλαβαν αμέσως τις «ανορθογραφίες». Και ο φάκελος επιστράφηκε στην Αθήνα και την ΕΛ.ΑΣ. με την αυστηρή εντολή να υπάρξει πλήρης απομαγνητοφώνηση όλων των συνομιλιών. Χρειάστηκαν πολλαπλές εισαγγελικές παραγγελίες για να αποκαλυφθεί το πλήρες υλικό. Τα αποτελέσματά του τα βλέπουμε στις σημερινές δικογραφίες. Και σε αυτές που περιμένουμε να έρθουν.
Καταγγελία Μπουκώρου
Για όλα αυτά, βέβαια, υπάρχουν διάφορες αναγνώσεις. Διότι άκουσα τον Χρήστο Μπουκώρο, έναν από τους βουλευτές που περιλαμβάνονται στην δικογραφία, να προβάλλει έναν εξαιρετικά σοβαρό ισχυρισμό. Που γίνεται ακόμη πιο βαρύς αν λάβουμε υπόψη πως πρόκειται για κυβερνητικό βουλευτή. Μιλώντας χθες στο Mega, ο Μπουκώρος τόνισε ότι οι επισυνδέσεις για τον ΟΠΕΚΕΠΕ έγιναν από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ., αλλά τα πρώτα διαβιβαστικά προς τις εισαγγελικές Αρχές είχαν στοιχεία μόνο για δύο πολιτικούς, «το δικό μου και του Μάξιμου Σενετάκη» κι ότι χρειάστηκε να πιέσουν οι εισαγγελικές Αρχές την Υπηρεσία για να λάβουν τα στοιχεία για τα υπόλοιπα πολιτικά πρόσωπα. Και αφήνοντας σοβαρές αιχμές για την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, ο Μπουκώρος κατέληξε «τι σημαίνει αυτό; Αμα μπορείς να επιλέγεις ποιους θα στείλεις στο διαβιβαστικό, μπορείς να επιλέγεις και ποιους θα ηχογραφήσεις… Μια υπηρεσία που μπορεί να επιλέγει ποιους θα βάλει στο διαβιβαστικό, ενώ έχει το υλικό, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, ποιος μου λέει εμένα ότι δεν έβαζε και τα βύσματα όπως ήθελε;».
Ενα κομμάτι του παζλ
Ο Μπουκώρος είχε από πέρυσι ομολογήσει πως κυβερνητικό στέλεχος από το Μαξίμου (που αρνήθηκε να κατονομάσει) τον είχε ειδοποιήσει σχεδόν δύο χρόνια πριν ότι «ακούγεται» σε επισυνδέσεις για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Οτι το ήξεραν, δηλαδή, πριν σχηματιστεί η δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ενώ ακόμη ερευνούσε η ΕΛ.ΑΣ. Οι πληροφορίες μου ήταν εξαρχής πως υπήρχε κι άλλος ένας βουλευτής που είχε τότε ενημερωθεί. Αυτός, κατά τις πληροφορίες μου πάντα, ήταν ο Σενετάκης.
Οι νέες μηνύσεις για τις υποκλοπές
Για τα των άλλων παρακολουθήσεων, με το Predator, θα διαβάσετε αναλυτικά το ρεπορτάζ στις σελίδες 12-13. Επιτρέψτε μου μόνο να πω ότι η στήλη είχε εξαρχής ενημερώσει ότι η υπόθεση θα επιστρέψει στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, εκεί όπου επιχειρήθηκε και το πρώτο «θάψιμό» της. Η σημερινή κατάσταση, όμως, δεν είναι η ίδια με τότε. Εκτός από τα πολλά στοιχεία που έχουν προκύψει, θα μεσολαβήσουν και γεγονότα. Είναι ζήτημα μερικών (όχι πολλών) ημερών η κατάθεση νέων μηνύσεων. Και έπειτα από αυτές τις μηνύσεις, δεν θα χωράει πια καμία αμφιβολία ή αμφισβήτηση για το αν υπάρχουν ενδείξεις για το αδίκημα της κατασκοπείας ή της απόπειρας κατασκοπείας.


