Το θαύμα οικονομικής ανάκαμψης Μητσοτάκη βάλλεται πλέον και από τους φιλελεύθερους που τάσσονται υπέρ της απελευθέρωσης της αγοράς. Η πρόσφατη έρευνα του ΚΕΦΙΜ είναι ένα ακόμη χαστούκι στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας που σε πείσμα των στοιχείων, διατυμπανίζει την άριστη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.
Με τίτλο “Η Ελλάδα έχει τη δεύτερη υψηλότερη πραγματική φορολόγηση της εργασίας στην ΕΕ”, το ΚΕΦΙΜ παρουσιάζει τα ευρήματα σε ότι αφορά την υψηλή και μη αναλογική φορολόγηση. Εάν τα έλεγε αυτά κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης, το Μαξίμου θα μιλούσε για fake στοιχεία που θέλουν να αμαυρώσουν την εικόνα των οικονομικών επιτυχιών της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Μόνο που το ΚΕΦΙΜ μόνο για αντιπολίτευση δεν φημίζεται. Πρόκειται για το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών, που συστήνεται ως “μη κομματική φιλελεύθερη δεξαμενή σκέψης στην Ελλάδα” που έχει σκοπό την αύξηση στην επιρροή των φιλελεύθερων προτάσεων και ιδεών στον δημόσιο διάλογο, με τη Μιράντα Ξαφά, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ευρήματα της πρόσφατης μελέτης, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2023 στο 40,5%, επίπεδο που κατατάσσει τη χώρα στη 2η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, πίσω μόνο από την Ιταλία.
Όπως σημειώνεται “η επίδοση αυτή υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες και αποτυπώνει μια διαρθρωτική μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης στην εργασία σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο”.
Την ίδια ώρα ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση ανήλθε το 2023 στο 17,8%, επίπεδο κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Ελλάδα κατατάσσεται στη 14η θέση μεταξύ των χωρών της Ένωσης. Όμως η σύγκριση με το 2009 καταδεικνύει μια σαφή μετακίνηση από καθεστώς χαμηλής φορολόγησης της κατανάλωσης σε καθεστώς υψηλότερης και παγιωμένης επιβάρυνσης.
Τα παραπάνω στοιχεία συμπληρώνουν προηγούμενη μελέτη του Κέντρου που κάνει λόγο για “177 ημέρες εργασίας σε φορολογική επιβάρυνση του 2025 για το κράτος”!
Σε αυτή την ανάλυση αναφέρεται ότι “παρά τη βελτίωση σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση από φόρους και εισφορές στην Ευρωπαϊκή Ένωση”.
Αναλυτικότερα βάσει των απολογιστικών στοιχείων:
– το 2025 οι Έλληνες εργάστηκαν 177 ημέρες για το κράτος, δύο ημέρες λιγότερες από το 2024 και τρεις λιγότερες από το 2019.
– Η Ελλάδα κατατάσσεται 10η μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ ως προς τη μεγαλύτερη συνολική φορολογική επιβάρυνση από φόρους και εισφορές.
Την ίδια στιγμή το 2025 εκτιμάται ότι πάνω από το 55% των φορολογικών εσόδων (άμεσοι και έμμεσοι φόροι) προέρχεται από φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή από έμμεσους φόρους, με τον ΦΠΑ να αυξάνεται κατά 3,6%.
Εν των μεταξύ στην έρευνα για τη φορολογία στην εργασία αναδεικνύεται ότι, παρά τις μειώσεις ονομαστικών φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών μετά το 2019, η συνολική πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας παραμένει υψηλή. Βασικοί παράγοντες, σύμφωνα με την ανάλυση του ΚΕΦΙΜ, είναι ο πληθωρισμός, η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και το φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης (fiscal drag), που μετακινεί φορολογούμενους σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια χωρίς αντίστοιχη αύξηση της αγοραστικής τους δύναμης.
Η συμμετοχή των μισθωτών στο ΑΕΠ της χώρας μας, είναι πάνω από 10 μονάδες χαμηλότερη από το μέσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ώρα που στα κέρδη των επιχειρήσεων η Ελλάδα βρίσκεται στις πιο υψηλές θέσεις. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανήλθε από 65,5% του μέσου όρου της ΕΕ το 2019, σε 68,5% το 2024 – υπερβαίνοντας μόνο τη Λετονία (68,4%) και τη Βουλγαρία (65,9%).
Στα άλλα στοιχεία διαβάζουμε ότι ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία το 2023 για την Ελλάδα διαμορφώνεται στο 40,5%, σχεδόν ίδιος με τα επίπεδα του 2019 και ελαφρώς χαμηλότερος από την κορύφωση του 2022 (41,5%). Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση το 2023 για την Ελλάδα διαμορφώνεται στο 17,8%, στο ίδιο επίπεδο με το 2019 και 2,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Σε σύγκριση με το 2009, ο συντελεστής στην Ελλάδα το 2023 έχει αυξηθεί κατά 4,5 μονάδες. Η επίδοση αυτή φέρνει την Ελλάδα στην 14η θέση ανάμεσα στις 27 χώρες της ΕΕ με την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση της κατανάλωσης.
Ωστόστο την περίοδο 2019-2024, η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της κατά μόλις 3 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 11 ποσοστιαίων μονάδων της Βουλγαρίας – γεγονός που σημαίνει ότι, σύντομα θα μας ξεπεράσει και η Βουλγαρία, πιθανότατα επίσης η Λετονία, οπότε θα βρεθούμε στην τελευταία θέση.
Η Μιράντα Ξαφά σε δήλωσή της για τη μελέτη του ΚΕΦΙΜ σημείωσε ότι φαίνεται “ξεκάθαρα η μεγάλη αύξηση του φορολογικού βάρους στη διάρκεια της κρίσης 2010-18 στην Ελλάδα, η οποία δεν αντιστράφηκε στη συνέχεια. Η φορολόγηση της εργασίας –ιδιαίτερα στα μεσαία και υψηλά κλιμάκια– παραμένει υπέρμετρη ακόμη και μετά τη μείωση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος που ισχύει από φέτος.Στην ουσία οι μειώσεις απλώς αντισταθμίζουν την επίπτωση του πληθωρισμού της περασμένης τετραετίας (20% σωρευτικά), που έσπρωξε τα νοικοκυριά σε υψηλότερες φορολογικές κλίμακες χωρίς να έχει αυξηθεί η αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων τους”.


