Μαριάννα Τζιαντζή
Αναρωτιέται κανείς τί τραγούδια θα γραφτούν για τις πέντε νεκρές εργάτριες του «μπισκοτάδικου» στα Τρίκαλα. Γιατί σίγουρα αξίζει να γραφτούν τραγούδια για τον χαμό τους, όπως αξίζει να γραφτούν θεατρικά έργα, να γυριστούν ντοκιμαντέρ και ταινίες, να ανεγερθούν μνημεία.
Ήδη γράφτηκε το πρώτο τραγούδι για τη Ρενέ Γκουντ και τον Άλεξ Πρέτι, που δολοφονήθηκαν από τους κτηνάνθρωπους της ICE, των ταγμάτων εφόδου του Τραμπ. Όπως το 1970, όταν οι τότε διάσημοι Κρόσμπι, Στιλς, Νας & Γιανγκ έγραψαν το «Οχάιο», ένα περίφημο τραγούδι για τους τέσσερις φοιτητές του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Κεντ που έπεσαν νεκροί μες στην πανεπιστημιούπολη από τις σφαίρες της Εθνοφρουράς, γιατί συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες για την επέκταση του πολέμου του Βιετνάμ με τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς που μόλις είχαν αρχίσει στην Καμπότζη.
Αναρωτιέται κανείς τί τραγούδια θα γραφτούν για τις πέντε νεκρές εργάτριες του «μπισκοτάδικου» στα Τρίκαλα. Γιατί σίγουρα αξίζει να γραφτούν τραγούδια για τον χαμό τους, όπως αξίζει να γραφτούν θεατρικά έργα, να γυριστούν ντοκιμαντέρ και ταινίες, να ανεγερθούν μνημεία. Για να μην ξεχνάμε, για να πάψουν οι ένοχοι να απολαμβάνουν την ατιμωρησία τους, για να μη θεωρείται γραφικός όποιος καταγγέλλει την υποτυπώδη έως ανύπαρκτη ασφάλεια των ανθρώπων στον χώρο εργασίας τους.
Πόσα λίγα ξέρουμε για τις πέντε γυναίκες της Θεσσαλίας και πόσα πολλά ήδη ξέρουμε για τους δύο νεκρούς της Μινεάπολης. Ξέρουμε την οικογενειακή κατάσταση των δεύτερων, τις σπουδές τους, τις συνήθειές τους. Ξέρουμε ότι ο Πρέτι ζούσε μόνος αλλά «δεν ήταν μοναχικός», ότι αγαπούσε τον σκύλο του και τις πεζοπορίες στην εξοχή. Ότι πρόσφατα επιδιόρθωσε την γκαραζόπορτα του σπιτιού του κι έδωσε 100 δολάρια φιλοδώρημα στον ισπανόφωνο τεχνίτη! Όμως οι πέντε γυναίκες παραμένουν άγνωστες, αινιγματικές. Ήταν παντρεμένες, χωρισμένες, είχαν παιδιά και πόσα; Οι φίλοι, οι συγγενείς, οι γείτονες ξέρουν, όμως εμείς πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτά είναι λεπτομέρειες άνευ σημασίας. Μας αρκούν η ηλικία τους, το ονοματεπώνυμό τους και οι φωτογραφίες τους όπου ποζάρουν άλλες γελαστές και λιγάκι ναζιάρες, άλλες σοβαρές. Πώς πέρασαν την τελευταία ημέρα που ακόμα ζούσαν και δεν ήξεραν ότι η βραδιά που τις περίμενε θα ήταν η τελευταία; Και αν ζούσαν, πώς θα ήταν η μέρα τους μετά το τέλος της βάρδιας; Τι θα τις περίμενε στο σπίτι; Φροντίδα των παιδιών, μαγείρεμα, δουλειές του νοικοκυριού;
Αυτές οι πέντε γυναίκες δεν επέλεξαν να γίνουν ηρωίδες της εργατικής τάξης και σύμβολα της εργοδοτικής ασυδοσίας και της κυβερνητικής αναλγησίας. Να ζήσουν ανθρώπινα ήθελαν, όπως αυτό θέλει η πλειονότητα των εργαζομένων. Τώρα οι νεκρές εργάτριες ανήκουν στην ίδια οικογένεια με τα εκατοντάδες θύματα των εργατικών δυστυχημάτων των τελευταίων χρόνων που δεν βλέπουν σαν σανίδα σωτηρίας την τηλεργασία ή την τεχνητή νοημοσύνη: με τους αδικοχαμένους διανομείς, τους οικοδόμους, τους λιμενεργάτες, τους εργαζόμενους στην καθαριότητα, καθώς και με τους 57 νεκρούς των Τεμπών.
Πλάι στους πολύτιμους εργατικούς αγώνες θα μπορούσαν να αναπτυχθούν «καλλιτεχνικοί αγώνες» για την αλλαγή της πραγματικότητας.
Το εργατικό ρεπορτάζ, που τεκμηριωμένα δείγματά του συναντάμε συχνά στον αριστερό Τύπο, λάμπει διά της απουσίας του από τα καθεστωτικά ΜΜΕ ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τα ρεπορτάζ για εγκλήματα τιμής ή συμφέροντος ή παραφροσύνης. Όμως εκεί, στο εργατικό ρεπορτάζ, όπως και στις καταγγελίες των συνδικάτων, βρίσκουμε τις απαντήσεις γι’ αυτές τις κατά συρροήν δολοφονίες – ή ένα μεγάλο μέρος των απαντήσεων. Όταν μιλούν οι αριθμοί (που είναι αμείλικτοι) οι υπουργοί θα έπρεπε να σωπαίνουν ή, ακόμα καλύτερα, να παραιτούνται. Το ζήτημα όμως είναι να μη σωπαίνουν οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι μουσικοί, οι άνθρωποι του κινηματογράφου, του θεάτρου, οι εικαστικοί. Η γενοκτονία στη Γάζα άφησε ισχυρό αποτύπωμα στον κόσμο της τέχνης: ντοκιμαντέρ, αφίσες, πίνακες, θεατρικά δρώμενα. Η συνεχιζόμενη «εργατοκτονία» δεν έχει αποτυπωθεί με καλλιτεχνικά εργαλεία που θα κρατούν ζωντανή τη μνήμη των άγνωστων πεσόντων.
Για τη μετανάστευση, για παράδειγμα, έχουν γραφτεί αριστουργηματικά τραγούδια, όχι μόνο στα 1955-1965 αλλά και αργότερα – ας θυμηθούμε τη «Φάμπρικα» του Γιάννη Μαρκόπουλου, σε στίχους Γιώργου Σκούρτη και ερμηνεία Λάκη Χαλκιά: «Η φάμπρικα δεν σταματά / δουλεύει νύχτα μέρα…» Όπως δεν σταματούσε η φάμπρικα της «Βιολάντας» στα Τρίκαλα, όπως δεν σταματούν αλλά λειτουργούν τα καταστήματα λιανικής πώλησης πολλές Κυριακές τον χρόνο.
Ο εργατικός αγώνας, με τις κλασικές ή και τις καινοτόμες μορφές του, είναι αναντικατάστατος. Όμως πλάι σ’ αυτόν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν καινοτόμοι «καλλιτεχνικοί αγώνες» που δεν θα αποτυπώνουν απλώς την πραγματικότητα αλλά θα συμβάλλουν στην αλλαγή της. Δεν είναι εύκολο, καθώς το έργο που θα παραχθεί –εφόσον παραχθεί– πρέπει να είναι καλλιτεχνικά, αισθητικά ισοδύναμο με το μεγαλείο και την τραγωδία της εποχής που ζούμε τώρα. Αν είναι να επαναλάβουμε τα παλιά ή να αρκεστούμε σε ένα μέτριο ή κοινότοπο αποτέλεσμα, καλύτερα να σωπάσουμε ή να στραφούμε στις κλασικές (και ασφαλώς πολύτιμες) μορφές καταγγελίας ή αλληλεγγύης.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 31 Ιανουαρίου-1 Φεβρουαρίου 2026


