Το να κάνεις μια πολιτισμένη χώρα 90 εκατομμυρίων κατοίκων να επιστρέψει στη «λίθινη εποχή» δεν είναι απλή υπόθεση. Για αυτό και ο νέος αμυντικός προϋπολογισμός που παρουσίασε η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εκτοξεύει τις πολεμικές δαπάνες των ΗΠΑ σε πρωτοφανή επίπεδα.
Με συνολικό ύψος που φτάνει τα 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια, ο συγκεκριμένος αμυντικός προϋπολογισμός συνιστά τη μεγαλύτερη στρατιωτική δαπάνη στη σύγχρονη ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αύξηση, περίπου 40% σε σχέση με το προηγούμενο ρεκόρ του 2025, μεταφράζεται σε επιπλέον 455 δισεκατομμύρια δολάρια.
Και δεν είναι το μόνο. Το ποσό δεν περιλαμβάνει τα επιπλέον 200 δισεκατομμύρια που ήδη έχει ζητήσει από το Κογκρέσο ο Τραμπ για τη χρηματοδότηση του πολέμου με το Ιράν. Με άλλα λόγια, η στρατιωτική κλιμάκωση δεν αποτελεί μελλοντικό σχεδιασμό. Βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Η ίδια η κυβέρνηση παρουσιάζει τον προϋπολογισμό ως επένδυση στην «ειρήνη μέσω ισχύος». Στην πράξη, όμως, πρόκειται για μια συνολική αναδιάταξη προτεραιοτήτων: μαζικές επενδύσεις σε εξοπλισμούς, πολεμική τεχνολογία και στρατιωτική ετοιμότητα, με ταυτόχρονη συρρίκνωση κοινωνικών δαπανών.
Η μανία με τον χρυσό
Το σχέδιο προβλέπει δισεκατομμύρια για ναυπήγηση νέων πολεμικών πλοίων («πολεμικής κλάσης Τραμπ»), την ανάπτυξη ενός «Χρυσού Στόλου» και την ενίσχυση συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας όπως ο «Χρυσός Θόλος». Παράλληλα, επιταχύνεται η επένδυση σε drones, αυτόνομα οπλικά συστήματα και τεχνητή νοημοσύνη. Ένα σαφές μήνυμα δηλαδή ότι η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για πολέμους υψηλής τεχνολογίας.
Η στόχευση δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο Ιράν. Ο προϋπολογισμός εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική αντιπαράθεσης με την Κίνα, με έμφαση στην παγκόσμια προβολή ισχύος και την αναβάθμιση του πυρηνικού και τεχνολογικού οπλοστασίου.
Αλλά το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο δεν βρίσκεται στα εξοπλιστικά προγράμματα. Βρίσκεται στο πώς αυτά χρηματοδοτούνται. Το σχέδιο προβλέπει περικοπές ύψους 73 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε κοινωνικές και δημόσιες δαπάνες. Στέγαση, εκπαίδευση, προγράμματα υγείας, ενεργειακή στήριξη και δράσεις για το κλίμα μπαίνουν στο στόχαστρο. Ακόμη και βασικά προγράμματα στήριξης ευάλωτων ομάδων περιορίζονται, σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής αυξάνεται και οι ανισότητες βαθαίνουν.
Την ίδια στιγμή, ενισχύονται οι δαπάνες για επιβολή του νόμου και μεταναστευτική πολιτική. Η χρηματοδότηση του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας και των υπηρεσιών του, όπως η διαβόητη ICE, αυξάνεται για να στηρίξει την πολιτική μαζικών απελάσεων. Παράλληλα, προβλέπεται αύξηση 13% για το Υπουργείο Δικαιοσύνης, με έμφαση στην «καταπολέμηση του εγκλήματος» — μια διατύπωση που συχνά λειτουργεί ως ομπρέλα για την επέκταση των κατασταλτικών μηχανισμών.
Δεν κατεδαφίζεται μόνο το Ιράν
Περισσότερα χρήματα επομένως για πόλεμο και επιτήρηση, όλο και λιγότερα για κοινωνική προστασία. Και όμως, ούτε αυτές οι περικοπές αρκούν για να καλύψουν το εύρος της στρατιωτικής δαπάνης. Με ένα ετήσιο έλλειμμα που αγγίζει τα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια και δημόσιο χρέος περίπου 39 τρισεκατομμυρίων, η χρηματοδότηση ενός τέτοιου προϋπολογισμού δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε «εξοικονομήσεις».
Η πίεση μεταφέρεται αναπόφευκτα στα μεγάλα κοινωνικά προγράμματα. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ το διατύπωσε χωρίς περιστροφές: «Πολεμάμε. Δεν μπορούμε να φροντίζουμε τα πάντα». Σε άλλη αποστροφή, ξεκαθάρισε ακόμη περισσότερο τη λογική: «Δεν είναι δυνατόν να χρηματοδοτούμε παιδική φροντίδα, ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη… Πρέπει να φροντίζουμε ένα πράγμα: την στρατιωτική προστασία».
Η πρόταση να μεταφερθεί η ευθύνη για κοινωνικά προγράμματα όπως το Medicaid και το Medicare από το ομοσπονδιακό κράτους στις επιμέρους πολιτείες παρουσιάζεται ως «αποκέντρωση». Στην πράξη, ανοίγει τον δρόμο για ακόμα πιο άνιση χρηματοδότηση, περικοπές και αποδυνάμωση των βασικών δικτύων υγείας.
Η ιστορική σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Οι στρατιωτικές δαπάνες των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν αυξηθεί σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες — από περίπου 320 δισεκατομμύρια δολάρια το 2000 σε σχεδόν 1 τρισεκατομμύριο το 2024. Ακόμη και πριν από τον νέο προϋπολογισμό, οι ΗΠΑ δαπανούσαν περισσότερα για τον στρατό τους από τις επόμενες εννέα χώρες μαζί στον κατάλογο των χωρών με τις μεγαλύτερες πολεμικές δαπάνες.
Και όμως, η αμερικανική κυβέρνηση ζητά ακόμη περισσότερα. Αυτό που αλλάζει δεν είναι μόνο το μέγεθος, αλλά η γενικότερη φιλοσοφία. Ο προϋπολογισμός δεν παρουσιάζεται πλέον ως αναγκαία δαπάνη σε έναν ολοένα και πιο ασταθή κόσμο. Αποτελεί κεντρικό άξονα πολιτικής. Όλα τα υπόλοιπα — από την κοινωνική πρόνοια μέχρι την περιβαλλοντική πολιτική — προσαρμόζονται γύρω από αυτόν.
Δυσφορία ακόμα και στο MAGA
Ακόμη και στο εσωτερικό του πολιτικού στρατοπέδου του Τραμπ, υπάρχουν ενδείξεις δυσφορίας. Μέρος της βάσης του κινήματος MAGA βλέπει την αυξανόμενη χρηματοδότηση του πολέμου στο Ιράν ως απόκλιση από το δόγμα «Πρώτα η Αμερική». Η διοχέτευση τεράστιων πόρων σε εξωτερικές συγκρούσεις έρχεται σε αντίθεση με την υπόσχεση για προτεραιότητα στα εσωτερικά προβλήματα.
Ωστόσο, σε επίπεδο πολιτικού συστήματος, η αντίδραση παραμένει περιορισμένη. Οι διαφωνίες εστιάζουν σε επιμέρους πτυχές, όχι στον πυρήνα της επιλογής. Η διακομματική συναίνεση γύρω από τη στρατιωτική ισχύ παραμένει σε μεγάλο βαθμό άθικτη.
Αυτό που διαμορφώνεται είναι ένα νέο σημείο ισορροπίας: ένας κρατικός μηχανισμός που επενδύει ολοένα και περισσότερο στην εξωτερική ισχύ και στην εσωτερική επιβολή, την ώρα που περιορίζει τη δυνατότητά του να λειτουργεί ως φορέας κοινωνικής προστασίας.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Ποια είναι τα όρια μιας κοινωνίας που επενδύει τρισεκατομμύρια στην πολεμική μηχανή, ενώ περικόπτει βασικές υπηρεσίες; Πόσο βιώσιμο είναι ένα μοντέλο όπου η ασφάλεια ορίζεται αποκλειστικά με στρατιωτικούς όρους;
Ο νέος προϋπολογισμός δεν απαντά σε αυτά τα ερωτήματα. Τα θέτει όμως με πειστικό τρόπο. Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Οτι για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, η επιλογή ανάμεσα σε κοινωνική συνοχή και στρατιωτική κλιμάκωση δεν παρουσιάζεται ως “δύσκολη αλλά αναγκαία”. Παρουσιάζεται ως μονόδρομος.


