«Εμείς είχαμε συμφωνήσει να αφήνουμε ελεύθερη λωρίδα. Δεν θέλαμε να κόψουμε τον κόσμο. Ήρθε όμως η Τροχαία και είπε ότι ο δρόμος κλείνει συνολικά. Εκεί χάλασε το κλίμα».
Το επιχείρημα της ασφάλειας
Το επιχείρημα της «ασφάλειας» επαναλήφθηκε συστηματικά από την επίσημη πλευρά. Όμως για πολλούς πολίτες λειτούργησε ως γενική και αδιαφοροποίητη δικαιολογία, όχι ως πειστική εξήγηση. «Δεν μας εξήγησε κανείς τι ακριβώς κινδυνεύει», ανέφερε οδηγός Ι.Χ. «Απλώς μας είπαν “έτσι είναι η εντολή”».
Η κυβέρνηση επέλεξε να μην παρέμβει δημόσια στη συζήτηση για τη συγκεκριμένη τακτική, αφήνοντας την εικόνα να διαμορφωθεί στο πεδίο. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με παρατηρητές, ήταν η σταδιακή διοχέτευση της κοινωνικής δυσαρέσκειας προς μία κατεύθυνση: τους αγρότες. «Καταλαβαίνω ότι έχουν προβλήματα», έλεγε οικογενειάρχης που ταξίδευε με παιδιά, «αλλά εγώ ποιον να κατηγορήσω όταν μένω τρεις ώρες ακίνητος;».
Ωστόσο, όπως παραδέχονταν και οι ίδιοι οι αγρότες, η πλήρης απορρόφηση της οργής από την κοινωνία δεν ήταν αναπόφευκτη. «Όπου μας άφησαν να συνεννοηθούμε με την Αστυνομία, τα πράγματα κύλησαν ήρεμα», ανέφερε συνδικαλιστής από τη Θεσσαλία. «Όπου ήρθε εντολή για κλείσιμο, έγινε μπάχαλο και μας χρέωσαν τα πάντα».
Το συμπέρασμα που προκύπτει από το ρεπορτάζ είναι σύνθετο. Οι αγρότες επικρίθηκαν από ένα μέρος – σχετικά μικρό – της κοινής γνώμης για την επιλογή των εθνικών οδών ως μέσο πίεσης. Όμως η γενίκευση της ταλαιπωρίας δεν χρεώθηκε κατά κύριο λόγο σε αυτούς, αλλά σε επιλογές ή αδυναμία της ΕΛΑΣ και κατ’ επέκταση της κυβέρνησης, να δώσει λύση. Η ταλαιπωρία ενισχύθηκε από αποφάσεις διαχείρισης που μεγιστοποίησαν το πρόβλημα αντί να το περιορίσουν.
Όταν σε ένα σημείο η κυκλοφορία ρυθμίζεται με συνεργασία και λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα επιβάλλεται καθολικός αποκλεισμός, το ζήτημα παύει να είναι μόνο επιχειρησιακό. Γίνεται πολιτικό. Και τότε η «ασφάλεια» δεν λειτουργεί απλώς ως μέτρο προστασίας, αλλά ως εργαλείο διαμόρφωσης εντυπώσεων και μετατόπισης ευθυνών.


