Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Ο Νετανιάχου χάνει και το αμερικανικό του σωσίβιο

Η σιωπή της ισραηλινής δεξιάς μετά τη συντριπτική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές ήταν σχεδόν εκκωφαντική. Για μια πολιτική παράταξη που είχε επενδύσει τόσο πολλά στην επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ

Η πιο εντυπωσιακή ένδειξη αυτής της μεταβολής ήρθε από τον ίδιο τον Τραμπ. Σε συνέντευξή του στο Fox News, ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα διακόψουν την ετήσια στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ, ύψους περίπου 3,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ισχυρίστηκε ότι είχε ήδη συμφωνήσει με τον Νετανιάχου για τη διακοπή της βοήθειας. Δεν εξήγησε, ωστόσο, πώς θα εφαρμοστεί η απόφαση, δεδομένου ότι η υφιστάμενη δεκαετής συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας καλύπτει την περίοδο έως το 2028. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν να πωλούν όπλα στο Ισραήλ και να το υποστηρίζουν εφόσον χρειαστεί.

Επομένως, θα ήταν πρόωρο να μιλήσει κανείς για οριστική ρήξη στις σχέσεις των δύο χωρών. Η σημασία της ανακοίνωσης βρίσκεται κυρίως στο πολιτικό της υπόβαθρο. Ο Τραμπ παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ έχει μετατραπεί σε επιβαρυντικό ζήτημα για τους Ρεπουμπλικανούς. Αναφέρθηκε μάλιστα ονομαστικά στον Ελ Σαγέντ, ο οποίος είχε καταστήσει την αμφισβήτηση αυτής της βοήθειας κεντρικό στοιχείο της προεκλογικής του εκστρατείας στο Μίσιγκαν.

Η επιλογή του Αμερικανού προέδρου να ανακοινώσει την αλλαγή ακριβώς την ημέρα των εκλογών υποδηλώνει πόσο έντονα είχε γίνει αισθητή η πολιτική πίεση. Και η ίδια η ανακοίνωση προκάλεσε ανησυχία στο Ισραήλ, όπου στελέχη του οικονομικού και στρατιωτικού μηχανισμού άρχισαν να εξετάζουν τις συνέπειες μιας πιθανής διακοπής της χρηματοδότησης για ήδη προγραμματισμένες αγορές εξοπλισμών.

Η αμηχανία είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή ο Νετανιάχου είχε παρουσιάσει την προσωπική του σχέση με τον Τραμπ ως ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της κυβέρνησής του. Τώρα ο στενότερος σύμμαχός του εμφανίζεται πρόθυμος να αναθεωρήσει μια βασική πλευρά της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης, επικαλούμενος τις ανάγκες της δικής του εσωτερικής πολιτικής.

Δύο ήττες και μια συμμαχία που δοκιμάζεται

Το πρόβλημα του Νετανιάχου δεν περιορίζεται στην αλλαγή των συσχετισμών στην Ουάσιγκτον. Στο Ισραήλ, οι διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης έχουν αναδείξει την πολιτική του αποδυνάμωση.

Από τους 120 βουλευτές της Κνεσέτ, 67 έχουν υποδείξει τον Γκάντι Άιζενκοτ για την πρωθυπουργία, έναντι 46 που υποστηρίζουν τον Νετανιάχου. Ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ αναμένεται να αποφασίσει την Κυριακή σε ποιον θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

Οι αριθμοί αυτοί δεν εξασφαλίζουν στον Άιζενκοτ μια λειτουργική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Τα δύο αραβικά κόμματα, που εξέλεξαν συνολικά 19 βουλευτές, του προσφέρουν την υποστήριξη που χρειάζεται για να ξεπεράσει το όριο των 61 εδρών. Ωστόσο, ο ίδιος έχει αποκλείσει τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση, ενώ ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν αντιτίθεται ακόμη και σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας που θα εξαρτάται από τις ψήφους τους. Έτσι, οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικοί για την απομάκρυνση του Νετανιάχου, χωρίς να αποκτήσουν αντίστοιχη επιρροή στη διακυβέρνηση της χώρας

Στην ήδη τεταμένη κατάσταση προστέθηκε και η προσπάθεια αμφισβήτησης της εγκυρότητας των ισραηλινών εκλογών. Ο επικεφαλής της υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας Σιν Μπετ, Νταβίντ Ζίνι, ζήτησε να διερευνηθούν καταγγελίες για ξένη παρέμβαση και χρηματοδότηση αραβικών πολιτικών δυνάμεων, χωρίς να έχει παρουσιάσει στις αρμόδιες αρχές τα αποδεικτικά στοιχεία που θα δικαιολογούσαν τις απαιτούμενες ενέργειες.

Η εκλογική επιτροπή επικύρωσε τα αποτελέσματα, επισημαίνοντας ότι οι μέχρι τότε έλεγχοι δεν είχαν εντοπίσει παρατυπίες ικανές να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα της ψηφοφορίας. Οι καταγγελίες και η στάση του Ζίνι προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας και της αστυνομίας.

Η υπόθεση προσθέτει μια ακόμη διάσταση στην κρίση. Η ισραηλινή δεξιά βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιθανότητα απώλειας της εξουσίας και, ταυτόχρονα, με μια όλο και πιο δύσκολη διεθνή συγκυρία.

Η μεταβολή στις ΗΠΑ, άλλωστε, δεν αφορά αποκλειστικά τους Δημοκρατικούς. Στην προοδευτική τους πτέρυγα, η οργή για τον πόλεμο στη Γάζα και την αμερικανική συνενοχή έχει μετατραπεί σε ανοιχτή διεκδίκηση περιορισμού της στρατιωτικής υποστήριξης προς το Ισραήλ. Στο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο, τμήματα του κινήματος MAGA αμφισβητούν από τη δική τους πλευρά το κόστος της εμπλοκής των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν και την επιρροή του Νετανιάχου στις αμερικανικές αποφάσεις.

Το πρόβλημα για την ισραηλινή δεξιά είναι ότι η αμερικανική πολιτική σκηνή αλλάζει ανεξάρτητα από το ποιος θα κυβερνά στο Τελ Αβίβ. Η κριτική για τη γενοκτονία στη Γάζα, τη συνεχιζόμενη κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών και την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια έχει αποκτήσει πλέον μεγαλύτερη πολιτική απήχηση στις ΗΠΑ. Ακόμη και μια νέα ισραηλινή κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με αυτή την πραγματικότητα. Η εποχή που η υποστήριξη προς το Ισραήλ αποτελούσε σχεδόν αυτονόητη διακομματική επιλογή στην Ουάσιγκτον δείχνει να φτάνει στο τέλος της.

Για χρόνια, ο Νετανιάχου αντιμετώπιζε την προνομιακή σχέση του με την αμερικανική δεξιά ως εγγύηση ότι θα μπορούσε να συνεχίσει την πολιτική του με περιορισμένο διεθνές κόστος. Οι τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις δείχνουν πόσο επισφαλής ήταν αυτή η βεβαιότητα.

Ο Τραμπ εξακολουθεί να βρίσκεται στον Λευκό Οίκο, αλλά η πολιτική προστασία που προσφέρει στον Νετανιάχου δεν είναι πλέον ανεξάντλητη. Και η ισραηλινή δεξιά αρχίζει να ανακαλύπτει ότι ακόμη και η στενότερη συμμαχία έχει τα όριά της όταν οι συνέπειες μιας πολιτικής γίνονται αδύνατον να αγνοηθούν.

Το πρωτότυπο άρθρο https://neostrategy.gr/o-netaniachou-chanei-kai-to-amerikaniko-tou-sosivio/ ανήκει στο Neostrategy.gr .

‹ ›