
Γράφει ο Ακαδημαϊκός και Καθηγητής DDDr., Dr. Habil. Αλέξιος Π. Παναγόπουλος
Η πολιτική μεταβολή στην Ουγγαρία και, κυρίως, η εκλογική επικράτηση της σερβικής φοιτητικής κίνησης τον Οκτώβριο του 2026 συνιστούν γεγονότα ιδιαίτερης πολιτειολογικής, συνταγματικής και κοινωνιολογικής σημασίας. Δεν πρόκειται απλώς για εναλλαγή πολιτικών προσώπων, αλλά για την ανάδειξη ενός κρίσιμου ερωτήματος: Μπορεί μια κοινωνία να ανακτήσει την πολιτική της αυτονομία, όταν οι παραδοσιακοί μηχανισμοί αντιπροσώπευσης έχουν απολέσει την εμπιστοσύνη των πολιτών; Η Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ), στις 31 Οκτωβρίου 2026, δημοσίευσε το άρθρο του Michael Martens «Wie die serbische Studentenbewegung Aleksandar Vučić besiegte».
Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ Ουγγαρίας και Σερβίας είναι ότι στην πρώτη η πολιτική αλλαγή συνδέθηκε με ένα κόμμα και έναν ηγέτη, ενώ στη δεύτερη προήλθε από ένα συλλογικό, ακομμάτιστο κίνημα, το οποίο επιχείρησε να υπερβεί την παραδοσιακή αρχηγική πολιτική των κομμάτων.
Η σερβική εμπειρία: Από διαμαρτυρία στην πολιτική δράση.
Αφετηρία του σερβικού κινήματος υπήρξε η τραγωδία της 1ης Νοεμβρίου 2024, με την κατάρρευση του στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ και τον θάνατο 16 ανθρώπων. Η διαφθορά, η θεσμική ευθύνη και η δημόσια ασφάλεια αποτέλεσαν το επίκεντρο της κοινωνικής αγανάκτησης, παρά την παραίτηση των αρμόδιων.
Οι μαζικές διαδηλώσεις, όμως, δεν οδήγησαν αυτομάτως στην πολιτική ανατροπή. Οι φοιτητές συνειδητοποίησαν ότι η διαμαρτυρία, με αυτόνομη πολιτική δράση και δίχως αρχηγίσκους, θα μεταβάλει ένα παγιωμένο σύστημα εξουσίας.
Η ιδέα δημιουργίας μιας εκλογικής λίστας 250 υποψηφίων, αντίστοιχης προς τις κοινοβουλευτικές έδρες, αποτέλεσε πολιτειακή τομή. Η πρωτοβουλία δεν στηρίχθηκε στην ανάδειξη των ίδιων των φοιτητών ως πολιτικών αξιωματούχων, αλλά στην αναζήτηση υποψηφίων, άξιων, συμπολιτών τους, με επιστημονική γνώση, επαγγελματική επάρκεια, ηθική συγκρότηση και πατριωτικό φρόνημα.
Η διαδικασία επιλογής στηρίχθηκε στη συλλογική αποδοχή και σε μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου. Οι φοιτητές επέλεξαν να μην εξαρτηθούν από την γνωστή παραδοσιακή αντιπολίτευση, αλλά να απευθυνθούν απευθείας στο λαό, στην κοινωνία, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τις προσπάθειες πολιτικής συκοφάντησης.
Η εκλογική επικράτηση της Student List, με περίπου 140 έδρες επί συνόλου 250, χαρακτηρίστηκε από τη FAZ «αίσθηση» και «δημοκρατικό πείραμα με αβέβαιο αποτέλεσμα»!!
Από νομική και πολιτειολογική άποψη, ωστόσο, η εκλογική νίκη δεν αποτελεί αυτομάτως εγγύηση δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται στην ανεξαρτησία των θεσμών, στη διαφάνεια, στη λογοδοσία και στην εφαρμογή του κράτους δικαίου.
Η ελληνική πολιτειακή πραγματικότητα.
Τι συμβαίνει, όμως, στην Ελλάδα; Η ελληνική συνταγματική τάξη κατοχυρώνει την κοινοβουλευτική δημοκρατία, τα ατομικά δικαιώματα και τη λαϊκή κυριαρχία. Εντούτοις, η λειτουργία του πολιτικού συστήματος έχει οδηγήσει σε μια αήθη έντονα κομματοκεντρική διαχείριση της δημόσιας εξουσίας.
Η πολιτική αντιπροσώπευση συχνά περιορίζεται στην εκλογική επιλογή μεταξύ κομματικών μηχανισμών, ενώ η κυβέρνηση συγκεντρώνει την πολιτική πρωτοβουλία και η αντιπολίτευση περιορίζεται στην καταγγελία εντυπώσεων και στην αυτοπροβολή της ως μελλοντικής εξουσίας.
Η ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να εξαντλείται στην περιοδική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Η λαϊκή κυριαρχία, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Συντάγματος, προϋποθέτει ουσιαστική συμμετοχή, διαφάνεια, λογοδοσία και ανεξάρτητους θεσμούς.
Η σημερινή κατάσταση δημιουργεί την αίσθηση μιας «εκλόγιμης πολιτικής μοναρχίας» και Δημοκρατίας υπό Επιτροπεία. Ο όρος δεν αποτελεί κυριολεκτικό νομικό χαρακτηρισμό του πολιτεύματος, αλλά πολιτειολογική μεταφορά για μια εξουσία που, παρά την εκλογική νομιμοποίησή της, απομακρύνεται από την κοινωνική λογοδοσία.
Η νομοθετική κατοχύρωση δικαιωμάτων δεν αρκεί, όταν η εφαρμογή τους παραμένει ανεπαρκής ή επιλεκτική. Η συνταγματική νομιμότητα απαιτεί πραγματική εφαρμογή των κανόνων και όχι απλώς πολιτικές διακηρύξεις.
Η απογοήτευση και η πολιτική αποχή.
Η ελληνική κοινωνία έχει βιώσει διαδοχικές εθνικές και πολιτικές κρίσεις: την τραγωδία της Κύπρου, τα Μνημόνια, το Μακεδονικό, τη διάψευση των προσδοκιών του δημοψηφίσματος του 2015, την τραγωδία των Τεμπών και τώρα προ του Αιγαίου.
Οι μαζικές διαμαρτυρίες δεν οδήγησαν πάντοτε στην αναμενόμενη θεσμική μεταβολή. Έτσι, η πολιτική απογοήτευση μετατρέπεται σε αίσθημα ματαιότητας. Η αποχή δεν αποτελεί αδιαφορία. Μπορεί να εκφράζει δυσπιστία και άρνηση νομιμοποίησης ενός συστήματος που θεωρείται αναποτελεσματικό και αχρηστοκρατία. Ωστόσο, η αποχή δεν δημιουργεί από μόνη της την εναλλακτική πολιτική αντιπροσώπευση. Αντιθέτως, αφήνει το πολιτικό πεδίο ελεύθερο στους ήδη οργανωμένους κομματικούς μηχανισμούς.
Η ανάγκη υπέρβασης της κομματοκρατίας.
Η κομματοκρατία δεν αποτελεί απλώς οργανωτική δυσλειτουργία. Είναι ένα πολιτικό φαινόμενο, στο οποίο η αναπαραγωγή της εξουσίας τείνει να υπερισχύει του κοινού συμφέροντος.
Τα κόμματα, αντί να λειτουργούν ως θεσμοί συμμετοχής, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε μηχανισμούς επιτελικής εξουσίας, κοινωνικής εξάρτησης και διανομής προνομίων, διαβρώνοντας τον κοινωνικό ιστό.
Η ελληνική ιστορική εμπειρία, από τη δολοφονία του Άμισθου Ιωάννη Καποδίστρια έως τη σύγχρονη μεταπολιτευτική περίοδο, επιβάλλει μια βαθύτερη εξέταση της σχέσης μεταξύ πολιτικής εξουσίας, εθνικής ανεξαρτησίας και κοινωνικών συμφερόντων.
Η πολιτική δεν αποτελεί προσωπικό επάγγελμα ανέλιξης. Ούτε ο Πολιτικός Αξιωματούχος είναι το μέτρο της πνευματικότητας. Οι άνθρωποι του πνεύματος είναι χρήσιμοι όσο ποτέ πρίν τώρα. Επιτέλους, η Ελληνική σκέψη, γνώμη, συμπεριφορά θα πρέπει να προβληματιστεί. Ο Αξιωματούχος είναι δημόσιο λειτούργημα και άσκηση ευθύνης. Η υπέρβαση της κομματοκρατίας προϋποθέτει μια νέα αντίληψη της αντιπροσώπευσης, με:
- Ακομμάτιστη πολιτική αυτονομία.
- Αξιοκρατική επιλογή υποψηφίων με επιστημονική επάρκεια, με ηθική και ήθος.
- Συλλογική λογοδοσία και διαφανείς διαδικασίες αξιοκρατίας.
- Υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και του δημόσιου εθνικού συμφέροντος.
- Θεσμική ανασυγκρότηση μέσω των συνταγματικά προβλεπόμενων διαδικασιών.
Μια αντίστοιχη ελληνική πρωτοβουλία δεν θα πρέπει να αναζητήσει έναν νέο σωτήρα ως ηγέτη. Θα πρέπει να αναζητήσει τους άξιους πολίτες, οι οποίοι θα αναλάβουν συλλογικά την ευθύνη της δημόσιας διακυβέρνησης.
Η Δημοκρατία ως ιστορική και θεσμική αναγκαιότητα.
Το σερβικό παράδειγμα δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μηχανιστικό πρότυπο προς αντιγραφή. Αναδεικνύει, όμως, μια ουσιαστική δυνατότητα: την πολιτική ενεργοποίηση της κοινωνίας, πέρα από τους παγιωμένους κομματικούς μηχανισμούς.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα παλαιοκομματικό σύστημα, στο οποίο η απογοήτευση οδηγεί στην αποχή και η αποχή στην περαιτέρω συγκέντρωση της εξουσίας.
Η δημοκρατική αναγέννηση δεν μπορεί να στηριχθεί στην κατάργηση του Συντάγματος ή στην περιφρόνηση των θεσμών. Οφείλει να επιδιώξει θεσμική αναπροσαρμογή με σεβασμό στη λαϊκή κυριαρχία, στην ισότητα των πολιτών και στο κράτος δικαίου.
Η Ελλάδα, ως ιστορική κοιτίδα της δημοκρατικής πολιτικής σκέψης, οφείλει να αναζητήσει ένα σύγχρονο δημοκρατικό περιεχόμενο, το οποίο θα ανταποκρίνεται στην ιστορική της παράδοση και στην ανάγκη υπεράσπισης της εθνικής και πολιτικής της αυτονομίας.
Το μήνυμα της Ουγγαρίας και της Σερβίας δεν είναι ότι ένας νέος ηγέτης θα λύσει τα προβλήματα. Είναι ότι η κοινωνία συνολικά μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να υπερβεί τους παγιωμένους μηχανισμούς εξουσίας.
Η Δημοκρατία δεν αναγεννάται όταν αλλάζει απλώς ένας αρχηγός. Αναγεννάται όταν ο κάθε πολίτης παύει να είναι θεατής της εξουσίας και γίνεται συνειδητός φορέας της πολιτικής ευθύνης.
Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι αν η Ελλάδα χρειάζεται αλλαγή.
Το ερώτημα είναι αν διαθέτει την πολιτική βούληση, την κοινωνική ωριμότητα και την πνευματική καλλιέργεια για να την πραγματοποιήσει.



