
Η παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με χάρτες και αυστηρή γλώσσα για το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, ήταν αναγκαία. Ήταν όμως και αρκετή; Η Αθήνα γνώριζε από το 2019 τις τουρκικές επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η επικύρωση του μνημονίου από τη Βουλή της Ανατολικής Λιβύης συνιστά σοβαρή ανατροπή των προηγούμενων πολιτικών συσχετισμών. Η ξαφνική επικοινωνιακή αντεπίθεση του πρωθυπουργού γεννά ερωτήματα για τους χειρισμούς που προηγήθηκαν, αλλά και για την επιχείρηση επανασυσπείρωσης του συντηρητικού εκλογικού ακροατηρίου της Νέας Δημοκρατίας.
Μια σωστή ομιλία που δεν μπορεί να σβήσει επτά χρόνια πολιτικής
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε στις 29 Οκτωβρίου 2026 στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών αποφασισμένος να αποδομήσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κρατώντας χάρτη, εξήγησε στους εκπροσώπους της διεθνούς κοινότητας αυτό που η ελληνική διπλωματία υποστηρίζει από τον Νοέμβριο του 2019: ότι η Τουρκία και η Λιβύη επιχειρούν να χαράξουν μια αυθαίρετη θαλάσσια οριοθέτηση, αγνοώντας την ύπαρξη ελληνικών νησιών.
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το μνημόνιο παράνομο, αυθαίρετο και αντίθετο προς τη γεωγραφική πραγματικότητα. Υπενθύμισε ότι η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και η Κάσος δεν μπορούν να εξαφανιστούν από τον χάρτη προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι γεωπολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας.
Επισήμανε επίσης ότι η πρόσφατη επικύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή δεν μπορεί να μετατρέψει μια παράνομη συμφωνία σε νόμιμη.
Όλα αυτά είναι ορθά ως ελληνικές διπλωματικές θέσεις. Και καλώς ακούστηκαν από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι εάν ο Μητσοτάκης είπε τα σωστά πράγματα. Είναι γιατί η ελληνική κυβέρνηση έφτασε στο σημείο να χρειάζεται μια τόσο έντονη δημόσια παρέμβαση, αφού προηγουμένως η Τουρκία πέτυχε μια σημαντική πολιτική μεταβολή στη Λιβύη.
Η γεωγραφία δεν άλλαξε στις 20 Οκτωβρίου 2026. Ούτε τα ελληνικά νησιά απέκτησαν ξαφνικά δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Η τουρκική στρατηγική ήταν γνωστή εδώ και επτά χρόνια.
Η ομιλία και οι αναφορές του πρωθυπουργού επιβεβαιώνονται από το πλήρες κείμενο που δημοσίευσε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών.
Η Βεγγάζη άλλαξε στρατόπεδο – Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια
Στις 20 Οκτωβρίου 2026, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, η οποία εδρεύει στην ανατολική πλευρά της χώρας και συνδέεται πολιτικά με τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, ενέκρινε το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Η απόφαση είχε ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η ίδια πλευρά είχε απορρίψει προηγουμένως τη συμφωνία.
Επί χρόνια, η ελληνική διπλωματία αντιμετώπιζε την Ανατολική Λιβύη ως σημαντικό συνομιλητή και ως αντίβαρο στην επιρροή της Τουρκίας επί της κυβέρνησης της Τρίπολης.
Η αλλαγή στάσης της Βεγγάζης δεν αποτελεί απλώς μια νέα κοινοβουλευτική πράξη. Σηματοδοτεί τη διεύρυνση της πολιτικής αποδοχής του τουρκολιβυκού μνημονίου στο εσωτερικό της Λιβύης.
Αυτό δεν συνεπάγεται τη νομιμοποίησή του έναντι της Ελλάδας ή την κατάργηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Σημαίνει, όμως, ότι η Άγκυρα έχει αποκτήσει ένα πρόσθετο διπλωματικό και πολιτικό επιχείρημα.
Η εξέλιξη επιβεβαιώθηκε από τα διεθνή πρακτορεία Reuters και Associated Press.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της κριτικής προς την κυβέρνηση.
Πώς φτάσαμε από μια Ανατολική Λιβύη που απέρριπτε το τουρκολιβυκό μνημόνιο σε μια Βουλή που τελικά το επικύρωσε;
Ποια ήταν η ελληνική στρατηγική απέναντι στον Χαφτάρ;
Πώς αξιολογήθηκε η σταδιακή τουρκική προσέγγιση προς τη Βεγγάζη;
Υπήρξαν έγκαιρες προειδοποιήσεις και, εφόσον υπήρξαν, ποιες πρωτοβουλίες αναλήφθηκαν για να αποτραπεί η συγκεκριμένη εξέλιξη;
Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει.
Δεν αρκεί να υποστηρίζει ότι το μνημόνιο παραμένει νομικά άκυρο. Αυτό το γνωρίζαμε και πριν από την ψηφοφορία.
Το κρίσιμο είναι ότι η Τουρκία κατάφερε να μεταβάλει έναν πολιτικό συσχετισμό που μέχρι πρότινος λειτουργούσε υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Διπλωματική αντεπίθεση ή επικοινωνιακή διαχείριση της ήττας;
Μετά την απόφαση της λιβυκής Βουλής, η Αθήνα κινητοποιήθηκε διπλωματικά.
Στις 20 Οκτωβρίου το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε την επικύρωση. Ακολούθησε ενημέρωση του Συμβουλίου Ασφαλείας και, στις 26 Οκτωβρίου, κοινή τοποθέτηση Ελλάδας, Αιγύπτου, Κύπρου, Μπαχρέιν, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον του μνημονίου.
Στις 29 Οκτωβρίου ήρθε η παρέμβαση Μητσοτάκη, με ιδιαίτερη έμφαση στη γεωγραφία, στα δικαιώματα των νησιών και στις συνέπειες των παράνομων θαλάσσιων διεκδικήσεων.
Η διπλωματική κινητοποίηση είναι υπαρκτή. Δεν θα ήταν δίκαιο να παρουσιαστεί ως ανύπαρκτη.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην καταδίκη μιας ενέργειας και στην αποτροπή της.
Η ελληνική κυβέρνηση πέτυχε να συγκεντρώσει διεθνείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων. Δεν κατάφερε, όμως, να αποτρέψει την κοινοβουλευτική απόφαση στη Βεγγάζη.
Αυτό είναι το πραγματικό αποτέλεσμα που πρέπει να αξιολογηθεί.
Η διπλωματία δεν κρίνεται από την ένταση των δηλώσεων μετά την εκδήλωση μιας κρίσης, αλλά και από την ικανότητά της να προβλέπει και να αποτρέπει δυσμενείς εξελίξεις.
Δεν μπορεί κάθε τουρκικό τετελεσμένο να ακολουθείται από έναν νέο κύκλο διαβεβαιώσεων ότι η Ελλάδα έχει το διεθνές δίκαιο με το μέρος της.
Το διεθνές δίκαιο αποτελεί θεμελιώδες στήριγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Δεν υποκαθιστά, όμως, την ανάγκη αποτελεσματικής στρατηγικής.
Ο προεκλογικός παράγοντας και η αγωνία για τους δεξιούς ψηφοφόρους
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, αμιγώς εσωτερική.
Η παρέμβαση Μητσοτάκη στον ΟΗΕ πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση δέχεται έντονη κριτική για τους χειρισμούς της στα ελληνοτουρκικά.
Οι παρεμβάσεις του Κώστα Καραμανλή και του Αντώνη Σαμαρά έχουν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, καθώς προέρχονται από δύο πρώην πρωθυπουργούς της Νέας Δημοκρατίας που απευθύνονται σε μεγάλο τμήμα της παραδοσιακής κεντροδεξιάς και συντηρητικής παράταξης.
Η κριτική τους δεν μπορεί εύκολα να απορριφθεί ως συνηθισμένη αντιπολιτευτική ρητορική.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί την ανησυχία ψηφοφόρων που θεωρούν ότι η πολιτική των ήρεμων νερών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εικόνα του πρωθυπουργού να σηκώνει χάρτη στον ΟΗΕ, να καταγγέλλει την Άγκυρα και να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών αποκτά αναμφισβήτητη επικοινωνιακή αξία.
Προσφέρει στο Μέγαρο Μαξίμου τη δυνατότητα να προβάλλει έναν διαφορετικό Μητσοτάκη: πιο αυστηρό απέναντι στην Τουρκία και περισσότερο προσανατολισμένο στην υπεράσπιση των εθνικών θέσεων.
Αυτό μπορεί να λειτουργήσει συσπειρωτικά για ένα τμήμα των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας που έχει αποστασιοποιηθεί από την κυβερνητική πολιτική.
Ανάλογη ερμηνεία για την εκλογική στόχευση της παρέμβασης καταγράφεται και στην πολιτική αρθρογραφία.
Εδώ χρειάζεται, πάντως, προσοχή.
Δεν υπάρχει δημόσια απόδειξη ότι ο πρωθυπουργός πραγματοποίησε την παρέμβαση αποκλειστικά ή πρωτίστως για προεκλογικούς σκοπούς.
Υπήρχε πραγματικός λόγος διεθνοποίησης του θέματος και η Ελλάδα είχε τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Είναι απολύτως θεμιτό, όμως, να εξετάζεται εάν η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει μια δυσμενή διπλωματική εξέλιξη σε εσωτερικό πολιτικό πλεονέκτημα.
Η εξωτερική πολιτική δεν λειτουργεί σε κενό πολιτικής εξουσίας. Οι ηγέτες γνωρίζουν ότι κάθε διεθνής παρέμβαση αξιολογείται και από το εγχώριο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η συγκυρία ευνοεί μια τέτοια ανάγνωση.
Η Τουρκία απάντησε μέσα στο Συμβούλιο Ασφαλείας
Ένα ακόμη στοιχείο της συνεδρίασης που δεν πρέπει να παραγνωριστεί είναι η αντίδραση της τουρκικής πλευράς.
Ο εκπρόσωπος της Άγκυρας υπερασπίστηκε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται σε ισχύ από το 2019 και ότι η πρόσφατη απόφαση της λιβυκής Βουλής εκφράζει την υποστήριξη της λιβυκής πλευράς.
Ακολούθησε απάντηση από τη μόνιμη αντιπρόσωπο της Ελλάδας στον ΟΗΕ, πρέσβη Αγλαΐα Μπαλτά, η οποία επανέλαβε την κατηγορηματική απόρριψη της τουρκολιβυκής οριοθέτησης.
Η αντιπαράθεση ανέδειξε το βασικό πρόβλημα: οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διατυπώνουν ασύμβατες θέσεις, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργεί πρόσθετα πολιτικά δεδομένα που στηρίζουν τις διεκδικήσεις της.
Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε τη στρατηγική της επειδή ο Έλληνας πρωθυπουργός παρουσίασε έναν χάρτη.
Ούτε η απόφαση της λιβυκής Βουλής ανακλήθηκε μετά την ελληνική παρέμβαση.
Το γεγονός αυτό δεν ακυρώνει τη σημασία της ομιλίας. Καταδεικνύει, όμως, τα όριά της.
Από τους χάρτες στα καλώδια: Η δοκιμασία της ελληνικής στρατηγικής
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στην ανάγκη προστασίας των νόμιμων δραστηριοτήτων στη θάλασσα, καθώς και των στρατηγικών έργων διασυνδεσιμότητας.
Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Το ζήτημα του Great Sea Interconnector και οι τουρκικές παρεμβάσεις στην περιοχή της Κάσου έχουν ήδη αναδείξει τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει η υλοποίηση υποθαλάσσιων έργων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο θα κριθεί η αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής.
Θα μπορέσει η Ελλάδα να ασκήσει απρόσκοπτα τα δικαιώματά της και να υποστηρίξει την εκτέλεση νόμιμων ερευνών;
Θα προχωρήσουν τα ενεργειακά και υποθαλάσσια έργα χωρίς να μετατραπούν οι τουρκικές απαιτήσεις σε άτυπο μηχανισμό έγκρισης;
Θα αποκτήσει η ελληνική διπλωματία μια αποτελεσματικότερη πολιτική προσέγγισης της Λιβύης ή θα συνεχίσει να αντιδρά στις πρωτοβουλίες της Άγκυρας;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα έχουν μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε επικοινωνιακή επιτυχία στη Νέα Υόρκη.
Το πρόβλημα δεν είναι ο χάρτης – Είναι όσα συνέβησαν πριν εμφανιστεί
Η Ελλάδα ορθώς καταγγέλλει το τουρκολιβυκό μνημόνιο ως αντίθετο προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Ορθώς επιδιώκει τη διεθνοποίηση του ζητήματος.
Ορθώς υπενθυμίζει ότι η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και η Κάσος διαθέτουν δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες.
Αλλά η συζήτηση δεν μπορεί να τελειώνει εκεί.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται στην εξουσία από το 2019, όταν υπογράφηκε το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Είχε συνεπώς τον χρόνο να διαμορφώσει μια συνεκτική στρατηγική απέναντι στην προσπάθεια της Τουρκίας να εδραιώσει τις αξιώσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συμφωνία με την Αίγυπτο το 2020 αποτέλεσε σημαντικό διπλωματικό βήμα. Αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται.
Δεν μπορεί, ωστόσο, να λειτουργεί ως μόνιμο άλλοθι για κάθε επόμενη δυσμενή εξέλιξη.
Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της Ανατολικής Λιβύης δεν εξαφάνισε ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Αποκάλυψε, όμως, ότι η Άγκυρα κατόρθωσε να διευρύνει την επιρροή της σε έναν χώρο στον οποίο η Αθήνα είχε επενδύσει σημαντικές διπλωματικές προσδοκίες.
Και αυτό απαιτεί πολιτικό απολογισμό.
Όσο για την προεκλογική διάσταση, η εικόνα του πρωθυπουργού να υπερασπίζεται με αποφασιστικότητα τις ελληνικές θέσεις στον ΟΗΕ ασφαλώς μπορεί να προσφέρει επικοινωνιακά οφέλη στην κυβερνητική παράταξη.
Το ζήτημα είναι εάν τα οφέλη αυτά θα συνοδευτούν από αποτελέσματα στην πραγματική διπλωματική και γεωπολιτική αντιπαράθεση.
Διότι η κυβέρνηση δεν εξελέγη για να μας εξηγεί, κάθε φορά που η Τουρκία καταγράφει ένα νέο διπλωματικό κέρδος, γιατί το διεθνές δίκαιο βρίσκεται με το μέρος μας. Εξελέγη για να υπερασπίζεται αποτελεσματικά τα εθνικά συμφέροντα.
Και η αποτελεσματικότητα αυτή δεν μετριέται με χειροκροτήματα, τηλεοπτικά πλάνα ή χάρτες από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών.
Μετριέται με το εάν η Ελλάδα αποτρέπει δυσμενή τετελεσμένα, διατηρεί τους συμμάχους της και ασκεί στην πράξη τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Αυτή είναι η συζήτηση που πρέπει να γίνει. Πριν το επόμενο τουρκικό βήμα δημιουργήσει την ανάγκη για μια ακόμη θεαματική παρέμβαση.


