Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Μονή Σινά: Από ιδιοκτήτης, φιλοξενούμενος;

Του Σπύρου Σιδέρη *

Στα φαραωνικά τουριστικά σχέδια του Καΐρου, εντάσσονται, ως όλα δείχνουν, οι βλέψεις στα «φιλέτα» της Μονής Σινά
Σχέδια τουριστικής «ανάπτυξης» από την Αίγυπτο

Το ιδιοκτησιακό και η τουριστική ανάπτυξη

Η αντιδικία για τα ακίνητα εξελίσσεται παράλληλα με το αιγυπτιακό πρόγραμμα τουριστικής ανάπτυξης «Μεγάλη Θεοφάνεια – Γη της Ειρήνης», με το οποίο το Κάιρο επιδιώκει να αναδείξει την περιοχή της Αγίας Αικατερίνης σε διεθνή προορισμό θρησκευτικού και πολιτιστικού τουρισμού. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς επηρεάζει τη δυνατότητα διαχείρισης και αξιοποίησης των εκτάσεων γύρω από τη Μονή, όπου προβλέπονται σημαντικές παρεμβάσεις σε υποδομές και τουριστικές εγκαταστάσεις.

Σε ανακοίνωσή της τον Αύγουστο του 2026, η EIPR προειδοποίησε ότι η μεταβολή του καθεστώτος ιδιοκτησίας και κατοχής θα μπορούσε να διευκολύνει παρεμβάσεις που απειλούν τον ιστορικό χαρακτήρα της περιοχής. Η οργάνωση επικαλέστηκε τον φάκελο που είχε υποβάλει η ίδια η Αίγυπτος στην UNESCO για την ένταξη της Αγίας Αικατερίνης στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Σύμφωνα με την ανάλυσή της, στον φάκελο αναγνωρίζονταν περιουσιακά δικαιώματα της Μονής επί εγκαταστάσεων, κήπων και άλλων χώρων. Η αναφορά αυτή δημιουργεί ζήτημα συνέπειας ανάμεσα στην προηγούμενη αιγυπτιακή τεκμηρίωση και στη μεταγενέστερη δικαστική αντιμετώπιση των εκτάσεων.

Τον Ιούλιο του 2026, η Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO σημείωσε ότι ήδη υλοποιημένα τμήματα του τουριστικού προγράμματος ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές και μόνιμες αρνητικές επιπτώσεις στην ακεραιότητα και την αυθεντικότητα του προστατευόμενου χώρου.

Παράλληλα, χαιρέτισε την αιγυπτιακή προεδρική εντολή του Σεπτεμβρίου 2025 για αναστολή των έργων και ζήτησε να παραμείνει σε ισχύ μέχρι να εξεταστούν οι συστάσεις της αποστολής παρακολούθησης του Ιουλίου 2026. Η απόφαση δεν αφορά την κυριότητα των ακινήτων, αλλά επιβεβαιώνει ότι η ανάπτυξη της περιοχής εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διεθνούς ελέγχου.

Η ευρύτερη διπλωματική συγκυρία

Δύο ημέρες πριν από την ανακοίνωση για τη Μονή, οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Αιγύπτου συζήτησαν τηλεφωνικά τις εξελίξεις στη Λιβύη και το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Σύμφωνα με την Al-Ahram, ο Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Badr Abdelatty εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην επικύρωσή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης και συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις βάσει του Διεθνούς Δικαίου και της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Η συμφωνία οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020 κάλυψε μόνο μέρος της θαλάσσιας γραμμής, αφήνοντας ανοικτές περιοχές ανατολικά και δυτικά της συμφωνημένης οριοθέτησης. Η Αθήνα επιδιώκει την επέκτασή της, ενώ το Κάιρο διατηρεί παράλληλα τις σχέσεις του με την Ελλάδα και την Τουρκία και επιχειρεί να ενισχύσει την επιρροή του στη Λιβύη. Η αιγυπτιακή πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο διαμορφώνεται συνεπώς από περισσότερες της μιας διπλωματικές και οικονομικές προτεραιότητες.

Η πιθανότητα σύνδεσης της υπόθεσης του Σινά με ευρύτερα οικονομικά συμφέροντα είχε τεθεί ήδη από πηγή προσκείμενη στη Μονή, την οποία επικαλέστηκε το Mada Masr. Η πηγή εκτίμησε ότι η ελληνική κυβέρνηση έδινε προτεραιότητα στην ενεργειακή συνεργασία με την Αίγυπτο, με το δημοσίευμα να αναφέρεται στο έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης GREGY.

Πρόκειται, βέβαια, για εκτίμηση. Εως τώρα είναι αδιευκρίνιστο εάν η συμφωνία για τη Μονή συνδέεται με ανταλλάγματα για την ΑΟΖ ή με κάποια ενεργειακή συμφωνία.

Η χρονική συγκυρία, πάντως, έχει πολιτικό ενδιαφέρον. Η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει στενή συνεργασία με το Κάιρο, καθώς το τουρκολιβυκό μνημόνιο επανέρχεται στην περιφερειακή ατζέντα και οι θαλάσσιες οριοθετήσεις παραμένουν ανοικτές. Η Αίγυπτος, από την πλευρά της, επιχειρεί να τερματίσει μια διαμάχη που είχε αποκτήσει διπλωματικές προεκτάσεις, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχο της νομικής και διοικητικής διαχείρισης του Σινά. Η αραβόφωνη Asharq Al-Awsat παρουσίασε επίσης τη συμφωνία ως εξέλιξη με σημασία για τις ελληνοαιγυπτιακές σχέσεις, επικαλούμενη αναλυτές που αναφέρθηκαν στη θρησκευτική αξία της Μονής και στις προοπτικές τουριστικής ανάπτυξης.

Η διευθέτηση του Σινά θα μπορούσε έτσι να απομακρύνει μια πηγή έντασης από τις διμερείς σχέσεις σε μια περίοδο αυξημένων περιφερειακών απαιτήσεων. Παραμένει, ωστόσο, αναπάντητο εάν η ανάγκη αυτή επηρέασε το εύρος των περιουσιακών εγγυήσεων που έγιναν αποδεκτές για τη Μονή.

Το περιεχόμενο θα κρίνει τη συμφωνία

Η διατήρηση της μοναστικής ζωής και η προστασία του θρησκευτικού χαρακτήρα της Μονής αποτελούν ουσιώδεις εγγυήσεις. Δεν αρκούν, όμως, για να αποτιμηθεί το περιεχόμενο της συμφωνίας.

Το αποφασιστικό ζήτημα είναι ποια δικαιώματα θα διατηρήσει η μοναστική κοινότητα επί των ακινήτων που συνδέονται με την καθημερινή λειτουργία και την οικονομική της αυτοτέλεια.

Η δημοσιοποίηση της σύμβασης θα επιτρέψει να διαπιστωθεί τι απέμεινε από το προηγούμενο σχέδιο αναγνώρισης κυριότητας, ποιες ρυθμίσεις αντικαταστάθηκαν και εάν τηρήθηκαν οι διαδικασίες έγκρισης της Αδελφότητας. Μέχρι τότε, ο χαρακτηρισμός της συμφωνίας ως ιστορικής αποτελεί πολιτική αποτίμηση που δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από το νομικό της περιεχόμενο.

Η υπόθεση αφορά και την ικανότητα της ελληνικής διπλωματίας να προστατεύει συγκεκριμένα ιστορικά και θεσμικά δικαιώματα, διατηρώντας παράλληλα μια στρατηγική συνεργασία με χώρα της οποίας οι επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο δεν συμπίπτουν πάντοτε με τις ελληνικές.

Το ερώτημα που προκύπτει από τις ανεξάρτητες αιγυπτιακές έρευνες παραμένει: γιατί ένα σχέδιο που προέβλεπε αναγνώριση κυριότητας των 71 ακινήτων δεν υπογράφηκε και αντικαταστάθηκε από διαπραγμάτευση σε διαφορετική νομική βάση; Η απάντηση θα δείξει εάν η τελική συμφωνία κατοχυρώνει τα ιστορικά περιουσιακά δικαιώματα της Μονής ή εξασφαλίζει κυρίως τη συνέχιση της λειτουργίας της υπό νέο καθεστώς.

* Ο Σπύρος Σιδέρης είναι δημοσιογράφος

Πηγή: ibnaeu.com

Το πρωτότυπο άρθρο https://neostrategy.gr/moni-sina-apo-idioktitis-filoxenoumenos/ ανήκει στο Neostrategy.gr .

‹ ›