

Όταν θέτει θέμα αποστρατιωτικοποίησης, δεν ενδιαφέρεται για τις πρόνοιες της Συνθήκης της Λωζάννης, την οποία άλλωστε συστηματικά επιχειρεί να οδηγήσει σε αναθεώρηση, αλλά στοχεύει στην αποδυνάμωση, όχι απλώς της αμυντικής ετοιμότητας των ελληνικών νησιών, αλλά και στην διάβρωση της συνολικής αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδος έναντι της τουρκικής απειλής.
Και πλέον χρησιμοποιεί την αποστρατιωτικοποίηση ως εργαλείο αμφισβήτησης της κυριαρχίας αυτών των νησιών. Και τέλος, όταν αρνείται και περιφρονεί τις παραδοχές και προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου, και εν προκειμένω του Δικαίου της θάλασσας, αποπειράται, στην θέση των κανόνων δικαίου, να επιβάλλει αυθαίρετα το δίκαιο του ισχυρότερου. Γι’ αυτό και οποιοδήποτε αίτημα για εκχώρηση άδειας από την Τουρκία για το καλώδιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Είτε αυτό ονομαστεί ενημέρωση είτε ανακοίνωση είτε όπως αλλιώς. Μετά από αυτό, δεν θα μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα στο Αιγαίο, χωρίς την άδεια της Τουρκίας. Ακόμη και το παραμικρό έργο υποδομής μεταξύ των νησιών μας πια.
διότι μπορεί μεν να μην παράγει νομικά αποτελέσματα, είναι όμως επίδειξη δύναμης, επιρροής και πρόκλησης τετελεσμένων, από τους γείτονες.
Σφάλλουν λοιπόν και σφάλλουν βαρέως όσοι προωθούν αυτές τις αντιλήψεις. Διαβάζουν λάθος την στρατηγική της Τουρκίας. Δεν πρόκειται ούτε για παρεξηγήσεις ούτε για επί μέρους μικροδιαφορές που επιδέχονται καλοπροαίρετης διευθέτησης. Πρόκειται για ολοκληρωμένο σχεδιασμό που αποσκοπεί στην συνολική ανατροπή του status quo στο Αιγαίο, στην απόκτηση δικαιωμάτων στην καρδιά του Αιγαίου στην πλάτη των ελληνικών νησιών, για έλεγχο του Αιγαίου μέχρι τον 25ο παράλληλο.
Δεν είναι άμοιροι ευθυνών σύμμαχοι και εταίροι. Όταν παριστάνουν τον επιτήδειο ουδέτερο και κρατούν ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος. Όταν συνιστούν συμβιβασμό και μερική έστω αποδοχή των τουρκικών απαιτήσεων. Όταν, στο όνομα τάχα της συνοχής της συμμαχίας, μας παροτρύνουν να «τα βρούμε», χωρίς αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο. Όταν αναγορεύουν την Τουρκία ως καίριο σύμμαχο στην διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής άμυνας και συναλλάσσονται μαζί της με παραγγελίες δισεκατομμυρίων για τον περαιτέρω εξοπλισμό της. Όταν μας καλούν σε συστράτευση και θυσίες υπέρ της Ουκρανίας, αλλά για την αιμορραγούσα Κύπρο σφυρίζουν αδιάφορα και ευνοούν λύσεις που επί της ουσία δικαιώνουν τον παράνομο εισβολέα και κατακτητή. Κάτι που άλλωστε παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Λόρδος David Hαnnαy, ο ουσιαστικός συντάκτης του σχεδίου Ανάν, ομολογώντας ότι το Σχέδιο Ανάν ήταν μη συνετά γενναιόδωρο προς την Τουρκία.
Και από πάνω έρχονται και πρόσθετες απαιτήσεις εκ μέρους συμμάχων και εταίρων. Μη μιλάτε με τους Ρώσους, μη συνεργάζεστε με του Κινέζους, στηρίξτε την Αλβανία για ένταξη στην ΕΕ παρ ότι κάνει τα μύρια όσα σε βάρος της ελληνικής μειονότητας, αποδεχθείτε την ετεροβαρή συμφωνία των Πρεσπών, αναγνωρίστε το Κοσυφοπέδιο, στείλτε όπλα στην Ουκρανία, ξεχάστε τις γερμανικές αποζημιώσεις για τα αίσχη και ανοσιουργήματα της Κατοχής, υιοθετείστε άκριτα τις υπερβολές της woke agenda, γιατί έτσι το θέλει μια κοσμοπολίτικη ελίτ χωρίς πατρίδα, χωρίς ρίζες, χωρίς σεβασμό στην ιστορική διαδρομή και την εθνική ταυτότητα.
Μη παρεξηγούμεθα. Στην Δυτική Συμμαχία και την Ευρωπαϊκή Ένωση ανήκουμε και ορθώς, γιατί με όλες τους τις αδυναμίες, δυστυχώς κατακόρυφα αυξανόμενες τελευταία, είναι η προτιμότερη, ίσως και η μοναδική, εναλλακτική που έχουμε. Ήρθε όμως η ώρα να τους πούμε ότι οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Ότι οι απαιτήσεις συνοδεύονται από κάποια αντιπαροχή. Ότι δεν μπορείς μονίμως να ζητάς χωρίς να δίνεις τίποτα. Ότι όλα τα μέλη μιας συμμαχίας και μιας ένωσης δικαιούνται τον αυτό σεβασμό, παρόμοια στήριξη, αμοιβαία αλληλεγγύη. Και μάλιστα όταν το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι η ικανοποίηση αυθαίρετων αξιώσεων, αλλά η αποδοχή και εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.
Θα ακουστεί και πάλι ο γνωστός αντίλογος. Μα μήπως γινόμαστε κουραστικοί, μονότονοι, ενοχλητικοί με τις μόνιμες διαμαρτυρίες και αντιρρήσεις μας; Μήπως δεν πρέπει να απασχολούμε τους άλλους με τα δικά μας, ειδικά όταν σύμμαχοι και εταίροι ασχολούνται με τα μεγάλα; Μήπως χαρακτηριστούμε μεμψίμοιροι αναφερόμενοι, επαναλαμβανόμενα, στο Αιγαίο, στην ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα, στην Κύπρο, στην στάση των Σκοπίων; Αυτή η προσέγγιση είναι η επιτομή της υποτέλειας. Κανένας δεν σέβεται κάποιον που δεν υπερασπίζεται τα δίκαια του, τις αρχές του, την πατρίδα του. Και κανένας δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του σοβαρά αυτόν που δεν αντέχει να ορθώσει το ανάστημά του όταν θίγεται.
Αυτή η Δύση, στην οποία ορθώς ανήκουμε, που πολλοί από μας υπερασπιστήκαμε για περισσότερο από μισό αιώνα, έχει εισέλθει σε φάση παρατεταμένης και επιδεινούμενης κρίσης. Δεν αναφέρομαι μόνο στο διεθνές στερέωμα, όπου πόλεμοι ξεσπούν με ευκολία χωρίς ορατό τέλος. Οι συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται, η ρευστότητα και η αστάθεια τείνουν να καταστούν μόνιμη κατάσταση, όπου οι μεγάλοι, παρά την υπεροπλία τους, αδυνατούν να επιβάλλουν την βούλησή τους και μικρότεροι πρωταγωνιστές, ακόμα και μη κρατικές οντότητες, αποθρασύνονται και αποπειρώνται να μεταβάλλουν τα πράγματα προς όφελός τους. Κυρίως εστιάζω στην κοινωνική δυσαρέσκεια και την συνακόλουθη πολιτική αναστάτωση που παρακολουθούμε εντεινόμενη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Η διαρκώς αυξανόμενη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η μεγάλη συρρίκνωση της άλλοτε ακμάζουσας μεσαίας τάξης, οι αυστηρές περικοπές στο κοινωνικό κράτος, λόγω της άκαμπτης δημοσιονομικής αυστηρότητας, η έλλειψη αισιόδοξης προοπτικής για τους πολλούς, τους λιγότερο ευνοημένους και τους νέους, συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα για το μέλλον της ηπείρου μας. Η μεγάλη πλειοψηφία αισθάνεται παραγκωνισμένη, αδικημένη και κυρίως με άδηλο το μέλλον. Αποκλεισμένη από το τραπεζικό σύστημα, κυνηγημένη από απρόσωπα funds, με αυξανόμενα αδιέξοδα στις ευκαιρίες εργασίας, την στέγαση, τις ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και παιδείας. Χωρίς εμπιστοσύνη στην Δικαιοσύνη.
Το ισχύον κοινωνικοπολιτικό μοντέλο αμφισβητείται και απονομιμοποιείται. Οι εύκολοι και αβασάνιστοι αφορισμοί από τις ευημερούσες ελίτ και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης περί ακροδεξιάς επέλασης, ψεκασμένων και παρασυρμένων από ανέξοδους λαϊκισμούς, όχι απλώς δεν συνιστά επαρκή απάντηση, αλλά στην ουσία επιβαρύνει την κατάσταση. Όταν οι σταθεροί ψηφοφόροι των παραδοσιακών κομμάτων στην Γερμανία, την Γαλλία και την Αγγλία εγκαταλείπουν μαζικά την μόνιμη πολιτική τους στέγη, κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει. Το λέω και το επαναλαμβάνω γιατί με ανησυχεί βαθύτατα, για το μέλλον της Ευρώπης και των κρατών μελών της. Η απονομιμοποίηση του μεταπολεμικού κοινωνικού και πολιτικού οικοδομήματος με ευθύνη της Ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης, πολιτικής και οικονομικής, έρχεται καλπάζοντας και βάζει σε κίνδυνο την ομαλότητα, την κοινωνική συνοχή και ηρεμία, τον τρόπο ζωής που γνωρίσαμε. Η βοή των πλησιαζόντων γεγονότων τείνει να γίνει εκκωφαντική.
Γι αυτό τον δύσκολο κόσμο που ανατέλλει, γι αυτόν τον μολυβένιο ορίζοντα πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Ψυχικά κατ΄αρχήν, αλλά και κοινωνικοπολιτικά, πρωτίστως μάλιστα εθνικά. Οι προκλήσεις του μέλλοντος πρέπει να μας βρουν ενωμένους, σοβαρούς και αποφασισμένους. Για την πατρίδα, για τον λαό μας, για τα παιδιά μας.