
Η Ελλάδα υπέστη ακόμη μία εθνική ήττα στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Μία ήττα που μπορεί να μην αλλάζει το Διεθνές Δίκαιο, αλλά μεταβάλλει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Και μάλιστα σε μια εξαιρετικά κρίσιμη χρονική συγκυρία, κατά την οποία η Αθήνα ετοιμάζεται να προχωρήσει στην επανέναρξη ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου.
Στις 20 Οκτωβρίου 2026, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, η οποία εδρεύει στην ανατολική πλευρά της χώρας και συνδέεται με το στρατόπεδο του Χαλίφα Χαφτάρ, ενέκρινε το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Πρόκειται για μια εξέλιξη τεράστιας πολιτικής σημασίας.
Μέχρι πρότινος, η ανατολική Λιβύη αποτελούσε το βασικό εσωτερικό ανάχωμα απέναντι στη συμφωνία που είχε υπογράψει η Τουρκία με την κυβέρνηση της Τρίπολης. Η Άγκυρα κατάφερε να ανατρέψει αυτή την κατάσταση, εξασφαλίζοντας τη συναίνεση και της πλευράς που επί χρόνια αντιτασσόταν στο μνημόνιο.
Η λιβυκή Βουλή δεν περιορίστηκε στην έγκριση της συμφωνίας. Ανακάλεσε επίσης προηγούμενες αποφάσεις που αφορούσαν την απόρριψη του μνημονίου και τη διακοπή των πολιτικών σχέσεων με την Τουρκία.
Με απλά λόγια, η Άγκυρα πέτυχε κάτι που επί επτά χρόνια δεν μπορούσε να εξασφαλίσει.
Και η Αθήνα; Η Αθήνα περιορίστηκε, για ακόμη μία φορά, σε ανακοινώσεις.
Ο Γεραπετρίτης και η διπλωματία των διαβεβαιώσεων
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έσπευσε να διαβεβαιώσει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι άκυρο, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν πρόκειται να εφαρμοστεί.
Ωραία όλα αυτά. Μόνο που το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το μνημόνιο συμφωνεί με το Διεθνές Δίκαιο. Γνωρίζουμε εδώ και χρόνια ότι δεν συμφωνεί.
Το ερώτημα είναι γιατί η ελληνική διπλωματία δεν κατάφερε να αποτρέψει την ανατροπή των πολιτικών ισορροπιών στη Λιβύη.
Πώς είναι δυνατόν η Τουρκία να έχει αποκτήσει τέτοια επιρροή και στις δύο πλευρές μιας διαιρεμένης χώρας, ενώ η Ελλάδα εμφανιζόταν να διατηρεί ισχυρούς διαύλους επικοινωνίας με την ανατολική Λιβύη;
Πού απέδωσε η ελληνική διπλωματική κινητικότητα; Ποιο ήταν το αποτέλεσμα των επαφών, των επισκέψεων και των διαβεβαιώσεων;
Η πολιτική ευθύνη του κ. Γεραπετρίτη είναι βαρύτατη.
Ο υπουργός εμφανίζεται, για ακόμη μία φορά, να έχει πιαστεί στον ύπνο από τις τουρκικές κινήσεις. Ακόμη κι αν γνώριζε ότι η κύρωση ήταν πιθανή, όπως ο ίδιος υποστήριξε εκ των υστέρων, αυτό καθιστά ακόμη πιο επιτακτικό το ερώτημα γιατί δεν κατέστη δυνατόν να αποτραπεί.
Διότι η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις νομικές ανακοινώσεις που εκδίδονται μετά από ένα δυσμενές γεγονός. Κρίνεται κυρίως από τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται πριν από αυτό.
Και το αποτέλεσμα είναι ότι η Τουρκία κατέγραψε μια σημαντική διπλωματική επιτυχία εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων.
Στο στόχαστρο η συμφωνία ΑΟΖ Ελλάδας–Αιγύπτου
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν αποτελεί μια απλή διμερή συμφωνία μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης.
Αποτελεί κεντρικό εργαλείο της τουρκικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς επιχειρεί να δημιουργήσει θαλάσσια σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, παρακάμπτοντας την Κρήτη και άλλα ελληνικά νησιά.
Η τουρκική αυτή κατασκευή συγκρούεται με τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και αμφισβητεί την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών που συμφώνησαν Ελλάδα και Αίγυπτος τον Αύγουστο του 2020.
Η συμφωνία Αθήνας–Καΐρου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα διπλωματικά εργαλεία της Ελλάδας στην περιοχή. Η Τουρκία επιδιώκει συστηματικά να την υπονομεύσει, προβάλλοντας τις δικές της διεκδικήσεις.
Η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από την ανατολική λιβυκή Βουλή δεν ακυρώνει νομικά την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία. Προσφέρει, όμως, στην Άγκυρα ένα πρόσθετο πολιτικό επιχείρημα και ενισχύει την προσπάθειά της να δημιουργήσει τετελεσμένα.
Αυτό ακριβώς είναι το επικίνδυνο σημείο.
Το γεγονός ότι μια παράνομη διεκδίκηση δεν παράγει νόμιμα δικαιώματα δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την πρόκληση κρίσεων, την παρεμπόδιση δραστηριοτήτων και την άσκηση πίεσης.
Το καλώδιο και η χρονική συγκυρία
Η απόφαση της λιβυκής Βουλής λαμβάνεται ενώ βρίσκεται στο προσκήνιο η επανέναρξη των ερευνών για το Great Sea Interconnector, το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας και Κύπρου, με προοπτική επέκτασης προς το Ισραήλ.
Η σύμπτωση είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Η Άγκυρα έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι αμφισβητεί το δικαίωμα πραγματοποίησης συγκεκριμένων ερευνών σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες θεωρεί μέρος της δικής της υφαλοκρηπίδας.
Η ελληνική πλευρά, όμως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ως κανονικότητα την απαίτηση της Τουρκίας να ενημερώνεται ή να συναινεί σε δραστηριότητες που εμπίπτουν στα νόμιμα δικαιώματα της Ελλάδας.
Η υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να εκδίδουν τις προβλεπόμενες ναυτιλιακές αναγγελίες δεν πρέπει να συγχέεται με αναγνώριση τουρκικής δικαιοδοσίας ή με αίτημα άδειας από την Άγκυρα.
Το ερώτημα είναι απλό: Τι θα συμβεί όταν ένα ερευνητικό πλοίο επιχειρήσει να πραγματοποιήσει τις εργασίες του και η Τουρκία αποφασίσει να αντιδράσει;
Θα περιοριστούμε ξανά σε ανακοινώσεις περί Διεθνούς Δικαίου;
Η αποτροπή δεν οικοδομείται με ευχολόγια. Απαιτεί σχεδιασμό, διπλωματική προετοιμασία, αποφασιστικότητα και δυνατότητα προστασίας των νόμιμων ελληνικών δραστηριοτήτων.
Και ξαφνικά, όλα τα φώτα στο μπάσκετ!
Την ώρα που διαμορφώνεται αυτή η εξαιρετικά σοβαρή κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο, η ελληνική επικαιρότητα κατακλύζεται από το σκάνδαλο που αφορά καταγγελίες για χειραγώγηση αγώνων, δωροδοκία και παράνομο στοιχηματισμό στο μπάσκετ.
Ένα θέμα που ασφαλώς είναι σοβαρό. Εάν έχουν διαπραχθεί ποινικά αδικήματα, οι εμπλεκόμενοι πρέπει να λογοδοτήσουν ενώπιον της Δικαιοσύνης. Καμία ανοχή δεν χωρά στη διαφθορά του ελληνικού αθλητισμού.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η υπόθεση κυριαρχεί όχι μόνο στα αθλητικά αλλά και στα γενικά μέσα ενημέρωσης δημιουργεί μια εντυπωσιακή αντίθεση.
Από τη μία πλευρά, έχουμε μια εξέλιξη που επηρεάζει τη θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, τις σχέσεις της με τη Λιβύη και την Αίγυπτο, τα κυριαρχικά της δικαιώματα και ένα ενεργειακό έργο στρατηγικής σημασίας.
Από την άλλη, έχουμε ένα αθλητικό σκάνδαλο που προβάλλεται με τεράστια ένταση και καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης.
Και εδώ προκύπτει το ζήτημα της πολιτικής διαχείρισης της επικαιρότητας.
Η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να επιθυμεί τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την αποτυχία της στη Λιβύη. Το σκάνδαλο του μπάσκετ προσφέρει αντικειμενικά μια τέτοια δυνατότητα.
Δεν υπάρχουν, μέχρι στιγμής, δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση προκάλεσε την αποκάλυψη της υπόθεσης ή συντόνισε την προβολή της. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την ανάγκη να εξεταστεί ποιος επωφελείται πολιτικά από τη μετατόπιση της προσοχής και εάν η κυβερνητική επικοινωνία την αξιοποιεί.
Γιατί ένα πραγματικό σκάνδαλο μπορεί να λειτουργήσει και ως επικοινωνιακό προπέτασμα για μια άλλη, εξίσου πραγματική αποτυχία.
Η διαχείριση της προσοχής: Μια παλιά πολιτική τεχνική
Η αξιοποίηση της επικαιρότητας για τη διαμόρφωση της δημόσιας ατζέντας δεν αποτελεί καινούργια πρακτική.
Το φαινόμενο έχει εξεταστεί συστηματικά στην πολιτική επικοινωνία.
Οι Maxwell McCombs και Donald Shaw, με την κλασική θεωρία της agenda-setting, ανέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο η επιλογή και η συχνότητα προβολής θεμάτων από τα μέσα ενημέρωσης επηρεάζουν το ποια ζητήματα θεωρεί σημαντικά η κοινή γνώμη.
Η αρχή είναι απλή: Ο έλεγχος της δημόσιας συζήτησης δεν απαιτεί πάντοτε να πείσεις τους πολίτες τι να σκεφτούν. Αρκεί πολλές φορές να επηρεάσεις το για ποια ζητήματα θα σκέφτονται και θα συζητούν περισσότερο.
Στο βιβλίο του Manufacturing Consent, ο Νόαμ Τσόμσκι, μαζί με τον Έντουαρντ Χέρμαν, εξέτασε τους μηχανισμούς μέσω των οποίων οι δομές ισχύος και τα οικονομικά συμφέροντα μπορούν να επηρεάζουν την επιλογή και την παρουσίαση των ειδήσεων.
Οι συγγραφείς δεν υποστήριξαν ότι κάθε είδηση αποτελεί προϊόν κεντρικού σχεδιασμού. Ανέδειξαν, όμως, ότι η λειτουργία των μέσων ενημέρωσης δεν είναι ανεξάρτητη από τις πολιτικές και οικονομικές σχέσεις εξουσίας.
Υπάρχουν και συγκεκριμένα παραδείγματα από άλλες χώρες.
Έρευνα για τη ρωσική ενημέρωση, με αντικείμενο την εφημερίδα Izvestia, εντόπισε αύξηση της προβολής αρνητικών θεμάτων για τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά από περιόδους οικονομικής επιδείνωσης στη Ρωσία. Οι ερευνητές εξέτασαν αυτή τη μετατόπιση ως πιθανή στρατηγική απόσπασης της προσοχής από εσωτερικά προβλήματα.
Αντίστοιχα, μελέτες της επικοινωνιακής στρατηγικής του Ντόναλντ Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διερεύνησαν πώς η έντονη παραγωγή πολιτικού περιεχομένου μπορούσε να επηρεάζει την ημερήσια διάταξη και να μετατοπίζει τη συζήτηση από δυσμενείς εξελίξεις.
Αυτά τα παραδείγματα δεν αποδεικνύουν ότι υπάρχει σήμερα οργανωμένη επιχείρηση συγκάλυψης στην Ελλάδα. Δείχνουν, όμως, ότι η απόσπαση της δημόσιας προσοχής αποτελεί υπαρκτό και μελετημένο φαινόμενο στην πολιτική επικοινωνία.
Δεν τρώμε κουτόχορτο!
Το σκάνδαλο του μπάσκετ πρέπει να ερευνηθεί μέχρι τέλους. Όποιος ευθύνεται πρέπει να τιμωρηθεί, σύμφωνα με τον νόμο.
Αλλά η Ελλάδα δεν μπορεί να ξεχάσει όσα συμβαίνουν στη Λιβύη επειδή ξέσπασε ένα αθλητικό σκάνδαλο.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει πώς έχασε ένα σημαντικό διπλωματικό έρεισμα στην ανατολική Λιβύη. Ο κ. Γεραπετρίτης οφείλει να απαντήσει τι έκανε για να αποτρέψει την κύρωση του μνημονίου, ποιες προειδοποιήσεις είχε λάβει και ποιο είναι πλέον το ελληνικό σχέδιο.
Οφείλει επίσης να εξηγήσει πώς θα προστατευθούν στην πράξη τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και πώς θα προχωρήσουν οι εργασίες για το καλώδιο, εφόσον η Τουρκία επιχειρήσει νέα παρεμπόδιση.
Η ανακοίνωση ότι το μνημόνιο είναι άκυρο δεν αρκεί ως απολογισμός εξωτερικής πολιτικής.
Ούτε η θετική στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαλλάσσει την ελληνική κυβέρνηση από τις ευθύνες της για την εξέλιξη των διπλωματικών συσχετισμών.
Η Άγκυρα εργάζεται μεθοδικά, καλλιεργεί σχέσεις, μεταβάλλει συμμαχίες και δημιουργεί νέα δεδομένα. Η Αθήνα οφείλει να κάνει περισσότερα από το να αντιδρά εκ των υστέρων.
Η κυβέρνηση μπορεί να επιδιώκει να υποβαθμίσει επικοινωνιακά την ήττα στη Λιβύη, αφήνοντας το σκάνδαλο στο μπάσκετ να καταλάβει το προσκήνιο. Η πρόθεσή της πρέπει να κριθεί από τις πράξεις της, αλλά το αποτέλεσμα της σημερινής ειδησεογραφικής ιεράρχησης είναι ήδη ορατό.
Δεν τρώμε, όμως, κουτόχορτο.
Το ελληνικό κοινό έχει δικαίωμα να πληροφορείται την αλήθεια και να απαιτεί λογοδοσία για ζητήματα εθνικής σημασίας.
Διότι τα σκάνδαλα στον αθλητισμό αφορούν την αξιοπιστία των θεσμών και πρέπει να αντιμετωπίζονται.
Οι ήττες στην εξωτερική πολιτική, όμως, μπορούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα που θα βαρύνουν τη χώρα για δεκαετίες.
Και αυτά δεν επιτρέπεται να θάβονται κάτω από τον θόρυβο της επικαιρότητας.



