
Πόσο κοστίζει σήμερα μια προεδρική χάρη στις ΗΠΑ; Επισήμως, τίποτα. Στην Ουάσιγκτον του Ντόναλντ Τραμπ
Η περίπτωση Ερέρα δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Άλλες υποθέσεις αποκαλύπτουν διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους το χρήμα και οι πολιτικές διασυνδέσεις αποκτούν βαρύτητα στη διαδικασία απονομής χάρης. Ο Τρέβορ Μίλτον, ιδρυτής της εταιρείας ηλεκτρικών φορτηγών Nikola, είχε καταδικαστεί σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση για εξαπάτηση επενδυτών. Ο ίδιος και η σύζυγός του είχαν προσφέρει τουλάχιστον 1,8 εκατομμύρια δολάρια σε πολιτικές εκστρατείες που υποστήριζαν τον Τραμπ και τον Ρόμπερτ Κένεντι Τζούνιορ. Τον Μάρτιο του 2025, ο Τραμπ του απένειμε χάρη. Η απόφαση επηρέασε και την υποχρέωση αποζημίωσης εξαπατημένων επενδυτών, η οποία ανερχόταν σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Σύμφωνα με έρευνα του Reuters, ο Κένεντι είχε παρέμβει υπέρ του επιχειρηματία, ενώ ο Τραμπ είχε συναντηθεί προσωπικά με τον Μίλτον και την οικογένειά του. Ο Τζόζεφ Σβαρτς, επιχειρηματίας στον κλάδο των γηροκομείων, είχε καταδικαστεί για φορολογικά αδικήματα σε τρία χρόνια φυλάκιση. Για να εξασφαλίσει προεδρική χάρη, κατέβαλε 960.000 δολάρια σε δύο λομπίστες. Τον Νοέμβριο του 2025, έχοντας εκτίσει μόλις τρεις μήνες της ποινής του, έλαβε χάρη από τον Τραμπ. Η ειρωνεία της υπόθεσης βρίσκεται σε μια λεπτομέρεια. Η Αλίνα Χάμπα, ως ομοσπονδιακή εισαγγελέας στο Νιου Τζέρσεϊ, είχε προηγουμένως προβάλει δημόσια τη συμβολή της υπηρεσίας της στην καταδίκη του Σβαρτς. Ακόμη μεγαλύτερη οικονομική διάσταση έχει η περίπτωση του Τσανγκπένγκ Ζάο, ιδρυτή της πλατφόρμας κρυπτονομισμάτων Binance. Ο Ζάο είχε αποδεχτεί την ενοχή του για παραβιάσεις της νομοθεσίας κατά του ξεπλύματος χρήματος και είχε εκτίσει ποινή τεσσάρων μηνών. Τον Οκτώβριο του 2025 έλαβε προεδρική χάρη, αφού η Binance είχε αναπτύξει επιχειρηματικές σχέσεις με συμφέροντα της οικογένειας Τραμπ. Η υπόθεση προκάλεσε ερωτήματα για τη συνύπαρξη ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων του προεδρικού περιβάλλοντος και κυβερνητικών αποφάσεων. Σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει αποδειχθεί παράνομη αγοραπωλησία χάριτος. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο, ωστόσο, είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Πρόσωπα με σημαντική οικονομική επιφάνεια διαθέτουν τεράστια ποσά για πολιτικές δωρεές, δικηγόρους και μεσάζοντες με πρόσβαση στον πρόεδρο, ενώ στη συνέχεια εξασφαλίζουν αποφάσεις που τους απαλλάσσουν από ποινικές συνέπειες. Η έκταση του φαινομένου αποτυπώθηκε σε έρευνα του Reuters τον Ιούνιο του 2026. Το πρακτορείο εξέτασε χιλιάδες αρχεία και διαπίστωσε ότι το 96% των αποφάσεων προεδρικής επιείκειας κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ αφορούσε πρόσωπα που δεν πληρούσαν τις καθιερωμένες προϋποθέσεις του υπουργείου Δικαιοσύνης. Το ρεπορτάζ κατέγραψε ένα εκτεταμένο δίκτυο δικηγόρων, πολιτικών συμμάχων και μεσαζόντων που επιδιώκουν να επηρεάσουν τις αποφάσεις του Λευκού Οίκου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η προσωπική γνωριμία με τον πρόεδρο ή η πρόσβαση σε πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος αποδεικνύεται σημαντικότερη από την παραδοσιακή θεσμική διαδικασία. Η εμπορευματοποίηση έχει ήδη αποκτήσει οργανωμένη επιχειρηματική μορφή. Η εταιρεία πολιτικών συμβούλων Mo Strategies, που συνδέεται με πρώην συνεργάτες του Τραμπ, εισέπραξε 500.000 δολάρια για υπηρεσίες άσκησης επιρροής που περιλάμβαναν ζητήματα προεδρικής χάρης, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε το CBS News. Οι υποθέσεις έχουν προκαλέσει και κοινοβουλευτική έρευνα από Δημοκρατικούς βουλευτές και γερουσιαστές, οι οποίοι ζητούν στοιχεία για τις αμοιβές των μεσαζόντων, τις πολιτικές δωρεές και τις επαφές των ενδιαφερομένων με κυβερνητικούς αξιωματούχους. Το Σύνταγμα των ΗΠΑ παρέχει στον πρόεδρο εξαιρετικά ευρεία εξουσία απονομής χάριτος για ομοσπονδιακά αδικήματα. Ο Τραμπ αξιοποιεί αυτή την εξουσία με τρόπο που παρακάμπτει συχνά τις καθιερωμένες διαδικασίες αξιολόγησης και μεταφέρει το πραγματικό κέντρο αποφάσεων στον προσωπικό του κύκλο. Η προεδρική επιείκεια, μια εξουσία που θεσπίστηκε για να διορθώνει ενδεχόμενες αδικίες του ποινικού συστήματος, έχει αποκτήσει έτσι και μια διαφορετική λειτουργία. Γύρω της αναπτύσσεται μια αγορά στην οποία η πρόσβαση στην εξουσία κοστολογείται, οι μεσάζοντες αμείβονται αδρά και οι οικονομικά προνομιούχοι διαθέτουν δυνατότητες που παραμένουν απρόσιτες για τους περισσότερους καταδικασμένους. Μια πράξη δικαιοσύνης μετατρέπεται έτσι σε προνόμιο όσων μπορούν να την αγοράσουν.Μια αγορά χωρίς επίσημο τιμοκατάλογο


