
Η παραίτηση ενός υπουργού που δεν έγινε δεκτή, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές στους δρόμους, λεηλατημένα καταστήματα, καμένα δημόσια κτίρια και ένας πρόεδρος που υπόσχεται περισσότερη αστυνόμευση. Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα πολιτική κρίση, στην οποία η κοινωνική οργή για την ακρίβεια και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών συναντά την αμφισβήτηση της προεδρικής εξουσίας. Και ο Εμανουέλ Μακρόν
Στο έκτακτο τηλεοπτικό διάγγελμά του, ο Μακρόν μίλησε για «οργή» και «ντροπή», καταγγέλλοντας όσους επιχείρησαν να πλήξουν τη Δημοκρατία. Απέδωσε σημαντικό μέρος της ευθύνης σε ομάδες της άκρας Αριστεράς και σε εγκληματικά στοιχεία, ενώ επιτέθηκε στην Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν, κατηγορώντας την ότι ενθαρρύνει την αναταραχή. Η επιλογή αυτή μεταφέρει την αντιπαράθεση από την κοινωνική πολιτική στο πεδίο της ασφάλειας, όπου η ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν επιχειρεί εδώ και χρόνια να επιβάλει τη δική της πολιτική ατζέντα, με το βλέμμα στραμμένο πάντα στην κατάκτηση της γαλλικής προεδρίας. Η ακροδεξιά καταγγέλλει την αδυναμία του κράτους να προστατεύσει τους πολίτες, ενώ η Αριστερά επιμένει ότι η καταστολή δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις κοινωνικές απαντήσεις. Την ίδια στιγμή, οι καταγγελίες για αστυνομική βαναυσότητα κατά μαθητών, χρήση επικίνδυνων όπλων και επιθέσεις εναντίον διαδηλωτών θέτουν ένα εξίσου κρίσιμο ζήτημα. Κατά πόσο μια κυβέρνηση που επικαλείται την προστασία της Δημοκρατίας σέβεται η ίδια τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών που την αμφισβητούν. Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί επιχειρεί να διαχειριστεί τις άμεσες συνέπειες, συγκαλώντας διυπουργική ομάδα κρίσης για τις οικονομικές ζημιές, τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις και τη δικαστική αντιμετώπιση των επεισοδίων. Πρόκειται για αναγκαίες παρεμβάσεις, που ωστόσο δεν αγγίζουν τις βασικές διεκδικήσεις των κινητοποιήσεων. Η νέα κρίση ξεσπά σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για τον Μακρόν. Η δημοτικότητά του βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ η πολιτική του κληρονομιά αμφισβητείται ολοένα και εντονότερα. Οι αντιπαραθέσεις για τη φορολογία, τις κοινωνικές δαπάνες και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών έχουν συσσωρεύσει δυσαρέσκεια που πλέον εκδηλώνεται στους δρόμους. Η σύγκριση με τα «κίτρινα γιλέκα» του 2018 επανέρχεται αναπόφευκτα. Και τότε, ένα κίνημα που ξεκίνησε από την αγανάκτηση για το κόστος ζωής εξελίχθηκε σε ευρύτερη αμφισβήτηση της προεδρικής εξουσίας. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές, αλλά η αδυναμία των παραδοσιακών πολιτικών μηχανισμών να εκφράσουν τη συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει κοινό χαρακτηριστικό. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Μακρόν είναι ότι η επίκληση της δημοκρατικής τάξης δεν συνοδεύεται ακόμη από μια πειστική πολιτική πρόταση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Οι πολίτες που διαδήλωσαν για καλύτερους μισθούς, σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες δεν άκουσαν στο προεδρικό διάγγελμα συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τη βελτίωση της καθημερινότητάς τους. Η κυβέρνηση καλείται πλέον να αντιμετωπίσει δύο διαφορετικές κρίσεις που αλληλοτροφοδοτούνται: την έκρηξη της βίας και τη διάρρηξη της εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και την πολιτική εξουσία. Η πρώτη απαιτεί μια αντιμετώπιση χωρίς αυθαιρεσία και μαζική καταστολή. Η δεύτερη προϋποθέτει πολιτικές αποφάσεις, και ουσιαστική ανταπόκριση στις κοινωνικές διεκδικήσεις. Η παραίτηση Νουνιές θα μπορούσε να είχε κλείσει ένα κεφάλαιο πολιτικών ευθυνών. Η άρνηση του Μακρόν να την αποδεχθεί δείχνει ότι ο πρόεδρος προτιμά να διατηρήσει την ίδια πολιτική ηγεσία στο υπουργείο Εσωτερικών, παρά να αναγνωρίσει εμπράκτως τις ευθύνες της κυβέρνησής του για τη διαχείριση της κρίσης. Και φυσικά αφήνει αναπάντητο το ουσιαστικό ερώτημα που έθεσαν οι μαζικές διαδηλώσεις: πόσο ακόμη μπορεί μια κυβέρνηση να ζητά κοινωνική ειρήνη χωρίς να αλλάζει τις πολιτικές που τροφοδοτούν τη δυσαρέσκεια;Έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές



