Η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ, Ρένα Δούρου, δήλωσε ότι «η χθεσινή αποπομπή της πρέσβειρας Γκίλφοϊλ από τον Αμερικανό πρόεδρο Τραμπ εκθέτει πολλαπλά την κυβέρνηση της ΝΔ». Η ίδια τόνισε πως η ελληνική κυβέρνηση είναι «βαρύτατα εκτεθειμένη» επειδή η Γκίλφοϊλ αποπέμφθηκε όχι έπειτα από ελληνική διαμαρτυρία για τις απαράδεκτες, αντιδημοκρατικές δηλώσεις της, αλλά επειδή το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενοχλήθηκε από καταγγελίες αμερικανικών ΜΜΕ περί χρηματισμού της.

Η κα. Δούρου πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση «δεν αντέδρασε ποτέ» και υπενθύμισε δηλώσεις σύμφωνα με τις οποίες «σκυλιά είναι οι Έλληνες». Σημείωσε ακόμη ότι η κυβέρνηση «εμετρήθη, εζυγίσθη και ευρέθη ελλιπής» στην υποχρέωσή της να υπερασπιστεί την εθνική κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα και τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Κατηγόρησε επίσης την κυβέρνηση ότι ευθυγραμμίστηκε με τις κινήσεις της πρέσβειρας, προωθώντας αμερικανικές επιλογές και συμφέροντα σε συνεργασία με συγκεκριμένους ελληνικούς επιχειρηματικούς ομίλους, και ότι προχώρησε σε κρίσιμες αποφάσεις χωρίς ενημέρωση της Βουλής και χωρίς εχέγγυα διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος. «Το πρόβλημα δεν είναι ένα πρόσωπο. Είναι δομικό. Αφορά στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής», κατέληξε.

Από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Στράτος Σιμόπουλος υποστήριξε ότι «η πρέσβης δούλεψε για τον Κάθετο Διάδρομο, ο οποίος μαζί με την εξόρυξη υδρογονανθράκων προσφέρει στη χώρα μας». Ανέφερε ότι ο Κάθετος Διάδρομος ενισχύει γεωπολιτικά την Ελλάδα και ότι «οι σχέσεις μας με τις ΗΠΑ δεν εξαρτώνται ούτε από πρέσβεις ούτε από ΥΠΕΞ».

Από το ΠΑΣΟΚ, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Δημήτρης Μάντζος κατηγόρησε τον εκπρόσωπο της ΝΔ ότι «υπερασπίστηκε» τα έργα και τις ημέρες της Γκίλφοϊλ. Τόνισε ότι η αποπομπή της πρέσβειρας των ΗΠΑ δημιουργεί «σοβαρότερα ερωτήματα» που αφορούν και την Ελλάδα. «Τα ζητήματα αφορούν τόσο τον ρόλο της πρεσβείας και τις απειλές παρέμβασης στην εσωτερική ζωή όσο και τη συναλλακτική διπλωματία που ακολουθήθηκε ιδίως στο ενεργειακό πεδίο και η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει», είπε. Σημείωσε ακόμη ότι «η χώρα υποβιβάζεται σε θέατρο οικονομικών και επιχειρηματικών συναλλαγών» και ότι δεν περιμένει από τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της ΝΔ να υπερασπίζεται «τις μέρες και τα έργα της κυρίας Γκίλφοϊλ».

Ο βουλευτής του ΚΚΕ Γιάννης Δελής τόνισε ότι «η αποπομπή της Αμερικανίδας πρέσβεως στην Ελλάδα Γκίλφοϊλ από την κυβέρνηση Τραμπ, κατά πώς φαίνεται, σχετίζεται με τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς της αμερικανικής αστικής τάξης, που φτάνουν και ως εδώ». Ανέφερε ότι οι ανταγωνισμοί αυτοί περιστρέφονται γύρω από τα «παχυλά, παχυλότατα συμβόλαια των ενεργειακών ομίλων» και αντανακλώνται στα δημοσιεύματα ξένων ομίλων ενημέρωσης, απορρίπτοντας την εκδοχή ότι η αποπομπή οφείλεται σε «λόγους αισθητικής της διπλωματίας». Πρόσθεσε ότι η αποπομπή εκθέτει «ανεπανόρθωτα» την κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία «άρχισε να της πλέκει το εγκώμιο και πριν καν ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά της», αλλά και «όλα τα υπόλοιπα κόμματα του ευρωατλαντικού τόξου», καθώς στελέχη τους έσπευσαν να καταθέσουν τα διαπιστευτήριά τους στη Γκίλφοϊλ. «Όποιος και αν είναι επικεφαλής της αμερικάνικης πρεσβείας, αυτό που ποτέ δεν αλλάζει είναι η αμερικάνικη πολιτική», κατέληξε.

Τέλος, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Πλεύσης Ελευθερίας, Αλέξανδρος Καζαμίας, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «προστάτεψε» την κ. Γκίλφοϊλ. «Ο μόνος που δεν κινήθηκε για να φύγει η κυρία Γκίλφοϊλ από την Ελλάδα ήταν η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας», είπε, αναφερόμενος σε επίκαιρες ερωτήσεις προς τον υπουργό Ενέργειας κ. Παπασταύρου και σε δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου κ. Μαρινάκη. «Ήταν γνωστό τι έκανε. Ήταν γνωστό ότι εκβίαζε. Τα ρεπορτάζ που βγήκαν τώρα στο φως της δημοσιότητας αναφέρονται σε συναντήσεις τον Ιανουάριο, τον Μάρτιο. Όλα αυτά τα ξέρατε και σιωπούσατε και η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για να ελέγξει τις δραστηριότητες και τη συμπεριφορά της κυρίας Γκίλφοϊλ», κατέληξε.