
Του Χρήστου Μουρτζούκου
Η Γερμανία βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια πολιτική μεταβολή που δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια προσωρινή εκλογική δυσλειτουργία. Τα αποτελέσματα των τελευταίων κρατιδιακών εκλογών, αλλά και οι δημοσκοπήσεις που ακολούθησαν, δείχνουν ότι η κρίση των παραδοσιακών κομμάτων έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά βαθύτερης αναδιάταξης.
Το πρόβλημα αφορά πρωτίστως τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση και προσωπικά τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία η CDU κατέγραψε ένα αποτέλεσμα χωρίς προηγούμενο, μένοντας με 4,9% κάτω από το όριο εισόδου στο κρατιδιακό κοινοβούλιο. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, οι Χριστιανοδημοκράτες μένουν χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σε γερμανικό κρατίδιο. Την ίδια ώρα, η AfD αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με 38,2%, με τους Σοσιαλδημοκράτες να ακολουθούν στο 35,5%.
Η εικόνα στο Βερολίνο ήταν διαφορετική ως προς τον νικητή, αλλά εξίσου δυσάρεστη για το CDU.
Η Αριστερά, Die Linke, αναδείχθηκε πρώτη με 25,7%, αφήνοντας τη CDU στη δεύτερη θέση με 18,8%. Η AfD έφθασε στο 16,3%, οι Πράσινοι στο 14,3% και το SPD περιορίστηκε στο 12,1%, καταγράφοντας το χειρότερο αποτέλεσμα της ιστορίας του σε εκλογές του Βερολίνου.
Αυτό ακριβώς είναι το πρώτο μεγάλο μήνυμα των εκλογών.
Δεν έχουμε απλώς μετακίνηση του εκλογικού σώματος προς μία κατεύθυνση. Παρατηρούμε αποδυνάμωση του παραδοσιακού πολιτικού κέντρου και ταυτόχρονη ενίσχυση διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων στα δύο άκρα του κομματικού φάσματος.
Στο Βερολίνο κέρδισε η Αριστερά. Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία η AfD.
Κοινός παρονομαστής; Η ήττα των κομμάτων που κυριάρχησαν για δεκαετίες στη μεταπολεμική Γερμανία.
Η κρίση φέρει πλέον και το όνομα του Μερτς
Ο Φρίντριχ Μερτς παραδέχθηκε ότι η ομοσπονδιακή πολιτική και το δικό του πρόσωπο επηρέασαν τα αποτελέσματα. Παρά τη βαριά ήττα, ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να αποχωρήσει και ότι θα συνεχίσει την κυβερνητική μεταρρυθμιστική πολιτική.
Το ερώτημα είναι αν αυτό αρκεί.
Διότι το πρόβλημα της CDU δεν περιορίζεται πλέον σε ένα ή δύο κρατίδια.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η ισχυρή παρουσία της AfD αντιμετωπιζόταν πρωτίστως ως φαινόμενο της Ανατολικής Γερμανίας. Η οικονομική απόσταση από τη Δύση, η διαφορετική ιστορική εμπειρία, οι χαμηλότεροι μισθοί, η υψηλότερη ανεργία, το μεταναστευτικό και η διαφορετική σχέση πολλών ψηφοφόρων με τη Ρωσία χρησιμοποιούνταν για να εξηγήσουν την εκλογική γεωγραφία.
Αυτό το επιχείρημα όμως αρχίζει να μην επαρκεί.
Μια νέα δημοσκόπηση της Forsa στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη προειδοποίηση μέχρι σήμερα.
Εάν διεξάγονταν ομοσπονδιακές εκλογές, η AfD θα ερχόταν πρώτη στο συγκεκριμένο κρατίδιο με 24%, έναντι 22% της CDU. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό εύρημα, διότι η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία δεν βρίσκεται στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Είναι το πολυπληθέστερο κρατίδιο της χώρας, βρίσκεται στην καρδιά της δυτικής Γερμανίας και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους βιομηχανικούς και εκλογικούς πυρήνες της ομοσπονδίας.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η πιο ουσιαστική πολιτική εξέλιξη.
Εάν η AfD μπορεί πλέον να ανταγωνίζεται —ή ακόμη και να ξεπερνά— τη CDU σε μια περιοχή όπως η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, τότε η συζήτηση παύει οριστικά να αφορά αποκλειστικά το ανατολικογερμανικό φαινόμενο.
Αφορά ολόκληρη τη Γερμανία.
Ο παράγοντας Χέντρικ Βουστ
Η εξέλιξη αυτή έχει μία ακόμη διάσταση.
Πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας είναι ο Χέντρικ Βουστ, ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της CDU και ένα όνομα που έχει εμφανιστεί στη δημόσια συζήτηση για το μέλλον της γερμανικής Κεντροδεξιάς.
Η ίδια δημοσκόπηση παρουσιάζει ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση: στην πρόθεση ψήφου για τις ίδιες τις κρατιδιακές εκλογές, η CDU του Βουστ παραμένει πρώτη με 29% έναντι 22% της AfD. Αντιθέτως, όταν η ερώτηση αφορά ομοσπονδιακές εκλογές, η σχέση αντιστρέφεται και η AfD προηγείται της CDU.
Αυτή η διαφορά δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Δείχνει ότι για ένα μέρος του εκλογικού σώματος το πρόβλημα μπορεί να μην είναι μόνο η CDU ως κόμμα, αλλά και η ομοσπονδιακή ηγεσία της.
Με απλά λόγια, ο ψηφοφόρος μπορεί να στηρίζει μια περιφερειακή χριστιανοδημοκρατική ηγεσία και ταυτόχρονα να απορρίπτει την πορεία της ομοσπονδιακής CDU υπό τον Μερτς.
Και αυτό δημιουργεί αναπόφευκτα συζήτηση στο εσωτερικό του κόμματος.
Οικονομία, ενέργεια και κοινωνική ανασφάλεια
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται βεβαίως η καθημερινότητα.
Η οικονομική πίεση, η συζήτηση για το ενεργειακό κόστος, το βιοτικό επίπεδο, οι μεταρρυθμίσεις του κοινωνικού κράτους και η μετανάστευση αποτελούν ζητήματα που επανέρχονται σταθερά στον γερμανικό δημόσιο διάλογο.
Το πολιτικό λάθος για οποιαδήποτε κυβέρνηση θα ήταν να θεωρήσει ότι όλα αυτά είναι μόνο πρόβλημα επικοινωνίας.
Ο ψηφοφόρος δεν αξιολογεί θεωρητικά οικονομικά μοντέλα. Αξιολογεί τι πληρώνει για την ενέργεια, πόσο του κοστίζει η κατοικία, εάν αισθάνεται ασφαλής οικονομικά και αν πιστεύει ότι το πολιτικό σύστημα ακούει τις ανησυχίες του.
Στο Βερολίνο, για παράδειγμα, το στεγαστικό αποτέλεσε σημαντικό θέμα της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Η νίκη της Die Linke υπό την Ελίφ Εράλπ συνδέθηκε και με την ισχυρή κινητοποίηση γύρω από το κόστος στέγασης και τους ενοικιαστές.
Στην Ανατολική Γερμανία, από την άλλη πλευρά, οι κοινωνικές και οικονομικές διαφορές με τη Δύση εξακολουθούν να έχουν ισχυρή πολιτική σημασία.
Όλα αυτά δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα.
Η «Brandmauer» και το δύσκολο πρόβλημα των συνεργασιών
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο επίπεδο της κρίσης.
Όσο αυξάνεται η εκλογική δύναμη της AfD, τόσο δυσκολότερος γίνεται ο σχηματισμός κυβερνήσεων στα κρατίδια.
Τα περισσότερα γερμανικά κόμματα εξακολουθούν να απορρίπτουν συνεργασία με την AfD, διατηρώντας τη λεγόμενη «Brandmauer» — το πολιτικό «τείχος προστασίας» απέναντί της. Δημοσκόπηση της Forsa στις αρχές Σεπτεμβρίου έδειχνε μάλιστα ότι το 60% των ερωτηθέντων επιθυμούσε τη διατήρησή του, ενώ το 35% υποστήριζε συνεργασία CDU-AfD.
Η εκλογική αριθμητική όμως γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Όταν ένα κόμμα πλησιάζει ή ξεπερνά το 30% και τα υπόλοιπα κόμματα αρνούνται να συνεργαστούν μαζί του, απαιτούνται ολοένα πιο σύνθετοι κυβερνητικοί συνασπισμοί.
Και εκεί προκύπτει ένα από τα σοβαρότερα ερωτήματα για τη Γερμανία των επόμενων ετών:
Μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον ένα κομματικό σύστημα όπου μια μεγάλη εκλογική δύναμη παραμένει θεσμικά απομονωμένη, χωρίς παράλληλα τα υπόλοιπα κόμματα να ανακτήσουν τους ψηφοφόρους που έχουν μετακινηθεί προς αυτήν;
Το ερώτημα δεν απαντάται εύκολα.
Ο Μερτς δεν έχει πλέον μεγάλο περιθώριο
Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν την πίεση που δέχεται προσωπικά ο καγκελάριος. Σε μέτρηση της Forsa που δημοσιεύθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου, το 55% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι επιθυμεί την παραίτηση του Μερτς, ενώ μόλις το 11% εμφανιζόταν ικανοποιημένο από το έργο του.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πολιτική εξέλιξη είναι προδιαγεγραμμένη.
Ο Μερτς παραμένει στην καγκελαρία και στην ηγεσία της CDU. Η γερμανική πολιτική παράδοση έχει επανειλημμένα δείξει ότι η εσωκομματική αμφισβήτηση δεν οδηγεί αυτομάτως σε άμεση αλλαγή ηγεσίας.
Ωστόσο, η πίεση είναι πραγματική.
Και η επόμενη περίοδος θα κρίνει εάν η CDU μπορεί να ανακτήσει ψηφοφόρους ή αν η μετατόπιση που βλέπουμε σήμερα αποκτά πλέον μόνιμα χαρακτηριστικά.
Αυτό είναι και το μεγάλο ερώτημα.
Όχι απλώς αν θα αντέξει ο Φρίντριχ Μερτς.
Αλλά αν η παραδοσιακή γερμανική κομματική αρχιτεκτονική, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε μεγάλο μέρος της μεταπολεμικής πολιτικής σταθερότητας της χώρας, βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική αλλαγή.
Διότι όταν η CDU καταγράφει 4,9% σε ένα κρατίδιο, η Αριστερά κερδίζει το Βερολίνο και η AfD μπορεί να προηγείται ακόμη και σε μετρήσεις στην καρδιά της Δυτικής Γερμανίας, δεν έχουμε πλέον μεμονωμένα επεισόδια.
Έχουμε πολιτική τάση.
Και αυτή η τάση είναι το πραγματικό πρόβλημα που καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει το Βερολίνο.



