Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Πεθαίνοντας στη χώρα που κατέρρευσαν ακόμα και οι τυπικοί έλεγχοι

Του Παναγιώτη Καρκατσούλη *

Με αφορμή την υπόθεση Μαζωνάκη και τη συζήτηση για την επαναφορά του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ), το άρθρο εξετάζει τη διαχρονική, ελληνική εμμονή με τη δημιουργία και τον πολλαπλασιασμό ελεγκτικών σωμάτων, που κάθε άλλο παρά έχουν αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αφού τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται και διογκώνονται. Μήπως, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι πόσοι ελέγχουν, αλλά πώς οργανώνεται και λειτουργεί το ίδιο το διοικητικό σύστημα;

Στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν (2011), η Ελλάδα διέθετε για την εξυπηρέτηση 1.500 ελεγκτικών αρμοδιοτήτων περί τα 90 σώματα ελέγχου.

Τα σώματα αυτά που πολλαπλασιάζονταν σαν μανιτάρια δεν έκαναν τίποτα παραπάνω από έναν τυπικό έλεγχο νομιμότητας. Ούτε μπορούσαν ούτε έκαναν ουσιαστικούς ελέγχους (αποτελέσματος, αποδοτικότητας, ποιότητας, κλπ). Και ο λόγος γι’ αυτό ήταν ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει ένας έλεγχος αποκομμένος από τα υπόλοιπα μέρη του διοικητικού συστήματος (σχεδιασμό, παρακολούθηση εφαρμογής, αξιολόγηση).

Παρ’ όλα αυτά ακολουθώντας το μότο «κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο», κάθε «σοβαρός» υπουργός θεωρούσε αυτονόητο να προσθέτει μερικές ακόμη μονάδες ελέγχου είτε κανονιστικών απαγορεύσεων στο ήδη βεβαρημένο σώμα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.

Η εύκολη λύση ήταν η δημιουργία κι άλλων τιμωρητικών μηχανισμών. Περισσότερα σώματα «εξειδικευμένα» στην αντιμετώπιση της ιατρικής παραβατικότητας, της οικονομικής παραβατικότητας, της περιβαλλοντικής παραβατικότητας, κ.ο.κ. συνέθεταν ένα αφήγημα πολλών ελέγχων στα χαρτιά και μηδενικών στην πράξη.

Ο λαός διαπαιδαγωγημένος με μια λαϊκίστικη αντίληψη «να πληρώσουν όλοι εδώ και τώρα» συνηγορούσε και εξακολουθεί να συνηγορεί υπέρ τη συνέχισης ενός θεάματος το οποίο, παρ’ όλον ότι επαναλαμβάνεται εδώ και δεκαετίες εξακολουθεί να κόβει εισιτήρια.

Κι έτσι, ενώ τα προβλήματα πολλαπλασιάζονταν, εμείς ήμασταν ικανοποιημένοι με το «σαφάρι» των «Ράμπο», αποδεικνύοντας, ακόμη μια φορά, ότι δεν συνειδητοποιούσαμε ούτε τα προβλήματα ούτε τον ολισθηρό δρόμο που είχαμε πάρει. Παραφράζοντας το απαράμιλλο γνωμικό των αρχαίων προγόνων «των ελέγχων ημών εμπιμπραμένων ημείς άδομεν».

Εννοείται ότι κανένας δεν έψαχνε γιατί δεν απέδωσε τα αναμενόμενα το προηγούμενο σώμα ελέγχου κι, ακόμη, γιατί η διαφθορά και η κακοδιοίκηση συνέχιζαν να είναι παρούσες παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των σωμάτων- παλιότερων και νεότερων- να την ελέγξουν.

Η ένταξη των ελέγχων, μιας βασικής διοικητικής λειτουργίας στην κομματική αντιπαράθεση μετέφερε το διοικητικό πρόβλημα στην πολιτική αρένα σ’ ένα αέναο πινγκ πονγκ μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

Κι όμως στη θεωρία των οργανώσεων και στη διοικητική επιστήμη, η πρωτοκαθεδρία των λειτουργιών έναντι των δομών ήταν αδιαμφισβήτητη, το μάνατζμεντ τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα είχε αναδείξει τον συστημικό χαρακτήρα των διοικητικών παθολογιών και καλά παραδείγματα αντιμετώπισής τους είχαν ήδη αναδειχθεί: Οι απλουστεύσεις διαδικασιών που ελαφρύνουν το κανονιστικό φόρτο για τους δικαστές και τα πειθαρχικά όργανα του Δημοσίου συμπεριλαμβάνονταν σ’ αυτά μαζί με τη συστηματική προσπάθεια προ-κοινοβουλευτικού ελέγχου των διοικητικών επιβαρύνσεων. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις συνοδεύτηκαν με τη συστηματοποίηση των εσωτερικών ελέγχων και των δικτυώσεων μεταξύ των δομών ώστε να καταργηθούν τα σιλό και τα άβατα. Υποστηριζόμενες από τις σύγχρονες τεχνολογίες και την ενίσχυση του επαγγελματισμού των δημοσίων υπαλλήλων διαμόρφωσαν ένα νέο πιο αποδοτικό και αποτελεσματικό πλαίσιο αντιμετώπισης της διαφθοράς και της κακοδιοίκησης.

Η συνένωση των ποικίλων σωμάτων ελέγχου στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας δεν ήταν λάθος. Δεν φτάνει όμως. Μάλιστα, η απόπειρα ασφυκτικού κομματικού ελέγχου της ανέκοψε και θόλωσε τα καλά αποτελέσματα που θα μπορούσε να έχει.

Η κατάρρευση, όμως, σήμερα, ακόμη κι αυτών των τυπικών ελέγχων δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η επαναφορά της προηγούμενης κατάστασης είναι η λύση του προβλήματος της ανομίας και της παρανομίας. Μια τέτοια οπισθοχώρηση θα κλείσει, όμως, το δρόμο για την υιοθέτηση των μεταρρυθμίσεων που έχουμε ανάγκη.

* Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Bielefeld στη Γερμανία από το οποίο πήρε διδακτορικό δίπλωμα (Dr. Jur.) Δίδαξε στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης (1989-2015) Δημόσια Διοίκηση, Νομοθετική Θεωρία και Πρακτική, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (2019-2021) Εισαγωγή στη Δημόσια Διοίκηση και στο Δημόσιο Μάνατζμεντ και στο Εuropean Law and Governance School (2020-σήμερα), Public Administration/ Public Μanagement. Ως Ειδικός Επιστήμονας του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (1991-2014), χειρίστηκε θέματα καλής νομοθέτησης, στρατηγικού σχεδιασμού δημόσιων πολιτικών και απλούστευσης διοικητικών διαδικασιών.

Πηγή: Ινστιτούτο Έρευνας Ρυθμιστικών Πολιτικών – ΙΝΕΡΠ

Το πρωτότυπο άρθρο https://neostrategy.gr/pethainontas-sti-chora-pou-katerrefsan-akoma-kai-oi-typikoi-elegchoi/ ανήκει στο Neostrategy.gr .