Σχόλια
Σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ, ο κυβερνητικός επρόσωπος προανήγγειλε για ακόμα μία φορά μέτρα για τα καύσιμα, για τα οποία, όπως ανέφερε, έχει ήδη δώσει το περίγραμμα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, οι σχετικές ανακοινώσεις θα γίνουν από το οικονομικό επιτελείο τις επόμενες ημέρες, μετά την ολοκλήρωση της επεξεργασίας των δεδομένων.
«Ξεκινάμε με το πετρέλαιο θέρμανσης, όπου εκεί θέλουμε να ανοίξει χαμηλότερα από ό,τι έκλεισε φέτος», είπε συγκεκριμένα ο Παύλος Μαρινάκης συμπληρώνοντας ότι το πετρέλαιο θέρμανσης έκλεισε στα 1,75 ευρώ, ενώ οι προβλέψεις το τοποθετούν πάνω από τα 2 ευρώ.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε πως αντιλαμβάνεται την πίεση που προκαλούν οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, αναγνωρίζοντας ότι η αντιμετώπιση των συνεπειών αποτελεί ευθύνη της κυβέρνησης.
«Έχουν δίκιο οι πολίτες που ζητάνε παραπάνω. Έχουν δίκιο που πολλές φορές φωνάζουν», είπε, συνεχίζοντας, ωστόσο ότι οι κυβερνητικές αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με βάση τις «πραγματικές δημοσιονομικές δυνατότητες».
Ο κ. Μαρινάκης τόνισε ότι η αύξηση των κρατικών εσόδων, μέσω της δημιουργίας θέσεων εργασίας και της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, επιτρέπει στην κυβέρνηση να επιστρέφει πόρους στους πολίτες μέσω φοροελαφρύνσεων και άλλων παρεμβάσεων.
Μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης μόνο μέχρι τα «κατώτατα επιτρεπόμενα όρια»
Σχολιάζοντας τις προτάσεις του Αλέξη Τσίπρα για τα καύσιμα, αναφέρθηκε στη φορολογική πολιτική που είχε ακολουθηθεί κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του ΣΥΡΙΖΑ.
Όπως είπε, επί κυβέρνησης Τσίπρα ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στην αμόλυβδη αυξήθηκε από τα 670 στα 700 ευρώ ανά χίλια λίτρα, στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης από τα 330 στα 410 ευρώ, στο φωτιστικό πετρέλαιο από τα 330 στα 410 ευρώ, στο υγραέριο κίνησης από τα 330 στα 430 ευρώ και στο diesel από τα 330 στα 410 ευρώ.
Παράλληλα, ανέφερε ότι αυξήθηκε και ο ΦΠΑ, ενώ ισχυρίστηκε ότι η σημερινή κυβέρνηση, μαζί με τις μειώσεις που προβλέπονται για το 2027, έχει μειώσει συνολικά 91 φορολογικούς συντελεστές, εκ των οποίων οι 25 αφορούν έμμεσους φόρους και ΦΠΑ.
Για το ενδεχόμενο μείωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διευκρίνισε ότι η Ελλάδα μπορεί να προχωρήσει σε μείωσή του μέχρι τα κατώτατα επιτρεπόμενα όρια, συνδέοντας ωστόσο μια τέτοια απόφαση με τους «ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.»
Όπως εξήγησε, το ζήτημα αφορά τη δυνατότητα εξαίρεσης μιας έκτακτης παρέμβασης από τον υπολογισμό των οροφών δαπανών.
Εξήγησε ότι το κράτος εισπράττει περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα καύσιμα και υποστήριξε ότι όσοι προτείνουν τη μείωσή του για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα θα πρέπει να εξηγήσουν πώς θα καλυφθεί η αντίστοιχη απώλεια εσόδων.
«Εμείς, αν δεν δοθεί αυτή η ειδική άδεια εξαίρεσης από τον υπολογισμό δαπανών, δεν θα πάμε να γίνουμε ευχάριστοι, ενώ στην πραγματικότητα θα είμαστε δυσάρεστοι για τον κόσμο», ανέφερε.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναπαρήγαγε το αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας ότι, παρά τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών, έχουν μειωθεί δεκάδες φορολογικοί συντελεστές, μεταξύ των οποίων συντελεστές ΦΠΑ σε μεταφορές, ταξί, κινηματογράφους, καφέ, μη αλκοολούχα ποτά, βρεφικά είδη, λιπάσματα, ζωοτροφές και αγροτικά μηχανήματα.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η αύξηση των φορολογικών εσόδων δεν προέρχεται από αύξηση των φορολογικών συντελεστών, αλλά από την αύξηση της απασχόλησης και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τα πρόσθετα αυτά έσοδα δημιουργούν τα περιθώρια για νέες φοροελαφρύνσεις και οικονομικές ενισχύσεις.



