
Δύο διαφορετικές γραμμές για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης ενόψει ενός ακόμη ταραχώδους χειμώνα στην Ευρώπη, αναμένεται να τεθούν σε αντιπαράθεση στο Δουβλίνο. Στη συνεδρίαση του Eurogroup σήμερα θα συζητηθεί η “απάντηση” της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη νέα αύξηση των τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο ως αποτελέσμα των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Το νέο κύμα ανατιμήσεων στις χώρες της Ευρώπης φέρνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις.
Η Γερμανία έκανε το πρώτο βήμα. Σε δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών θέτει στο επίκεντρο το ζήτημα μείωσης του ΦΠΑ στα καύσιμα. Η Γερμανίδα υπουργός Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε δήλωσε από το Χιούστον του Τέξας στο περιθώριο ης συνάντησης των υπουργών Ενέργειας της G20 πριν τη συνεδρίαση του Eurogroup, ότι η γερμανική κυβέρνηση θα εξέταζε μια “προσωρινή μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα, από το 19% στο 7%”, με στόχο την ελάφρυνση των καταναλωτών από την απότομη άνοδο των τιμών.
Η Γερμανίδα υπουργός Οικονομικών τάχθηκε και κατά της επιβολής ανώτατου ορίου στις τιμές των καυσίμων, όπως και στην επιβολή έκτακτου φόρου στις ενεργειακές εταιρείες.
Την πρόταση για μείωση ΦΠΑ στα καύσιμα απέρριψε αμέσως ο Κυριάκος Πιερρεκάκης. “Αυτές οι επιλογές δεν βρίσκονται στην ευρωπαϊκή λογική” δήλωσε, δίνοντας πρόγευση για το κλίμα που θα επικρατήσει σήμερα στο Eurogroup.
Η Ελλάδα επιμένει στα επιδόματα
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν συζητά σε καμία περίπτωση την πρόταση για μείωση του ΦΠΑ που θα είχε ως άμεσο αποτελέσμα και την αποκλιμάκωση των τιμών σε όλη την αλυσίδα της βιομηχανίας, της παραγωγής, προμηθειών και υπηρεσιών. Αντιθέτως και με την κάλυψη της Ούρσουλα φον Ντε Λάϊεν η οποία αντιπροτείνει στα σοβαρά να χρησιμοποιηθούν οι “αποταμιεύσεις” των Ευρωπαίων πολιτών για επενδύσεις, η ελληνική κυβέρνηση προκρίνει το επίδομα θέρμανσης και το πλαφόν στην ανώτατη τιμή.
Τα μέτρα στήριξης παρουσίασε ο ίδιος ο πρωθυπουργός σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ. Προανήγγειλε μια ευρεία “εθνική παρέμβαση για το πετρέλαιο θέρμανσης”. Οι οριστικές αποφάσεις αναμένονται την επόμενη εβδομάδα. Όπως είπε ωστόσο “θα υπάρξει σημαντική στήριξη τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τα διυλιστήρια, ώστε η τιμή εκκίνησης του πετρελαίου θέρμανσης να είναι χαμηλότερη από τα 1,75 ευρώ”. Επίσης ανακοίνωσε οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, την επαναφορά του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, καθώς και την επέκταση της παρέμβασης στο diesel και για τον Οκτώβριο.
Με αυτό το πλέγμα μέτρων η κυβέρνηση Μητσοτάκη εκτιμά ότι θα αντιμετωπιστεί το διεθνές κύμα ακρίβειας. Τα μέτρα κοστολογούνται ήδη στα 150 με 200 εκατ. ευρώ. Μέχρι σήμερα, σύμφωνα με δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Π. Μαρινάκη, έχουν διατεθεί περίπου 800 εκατ. ευρώ για τη στήριξη των νοικοκυριών στην αντιμετώπιση της “ενεργειακής ακρίβειας”.
Η κυβέρνηση προτιμά δηλαδή να πληρώσει σχεδόν ένα δις ευρώ σε επιδόματα παρά να προχωρήσει-έστω και σε προσωρινή όπως συζητά η Γερμανία- μείωση του ΦΠΑ. Η δικαιολογία ότι αυτό θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική πειθαρχία ακούγεται παντελώς υποκριτικό όταν ήδη οι Βρυξέλλες έχουν δώσει δημοσιονομική ευελιξία με τη “ρήτρα διαφυγής” αλλά και τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς.
Η Γερμανία όπου η κυβέρνηση Μέρτς αντιμετωπίζει έντονη πολιτική πίεση, ιδιαίτερα μετά τα εκλογικά αποτελέσματα στη Σαξονία-Άνχαλτ, φαίνεται να κάνει στροφή για να αντιμετωπίσει την ενεργειακή ακρίβεια μιλώντας για μείωση του ΦΠΑ. Η ηγεσία των Βρυξελλών στον αντίποδα αντιδρά σε πολιτικές που μπορεί να φέρουν πρόσκαιρη ανακούφιση στους πολίτες των χωρών μελών της Ευρώπης.



