
Εννέα χρόνια μετά τη δολοφονία της δημοσιογράφου Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία
Δεν χρειάζεται όμως να στηριχθεί κανείς μόνο στις καταγγελίες της οικογένειας ή στις αποκαλύψεις δημοσιογράφων για να κατανοήσει το μέγεθος του προβλήματος. Το 2021 η επίσημη δημόσια έρευνα για τη δολοφονία κατέληξε ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις πως το μαλτέζικο κράτος είχε άμεση συμμετοχή στο έγκλημα. Κατέληξε όμως επίσης σε κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Το κράτος έφερε ευθύνη επειδή είχε δημιουργήσει ένα κλίμα ατιμωρησίας που ξεκινούσε από τα υψηλότερα επίπεδα της διοίκησης και εξαπλωνόταν σε άλλους θεσμούς, ακόμη και στην αστυνομία και τις ρυθμιστικές αρχές. Το πόρισμα περιέγραφε ένα περιβάλλον στο οποίο ένας περιορισμένος κύκλος πολιτικών, επιχειρηματιών και άλλων ισχυρών παραγόντων μπορούσε να αισθάνεται ότι οι συνήθεις κανόνες δεν ίσχυαν με τον ίδιο τρόπο γι’ αυτόν. Αυτή είναι ίσως η σοβαρότερη πολιτική κληρονομιά της υπόθεσης. Γιατί μετακινεί τη συζήτηση πέρα από το ερώτημα ποιος πάτησε το κουμπί που πυροδότησε τη βόμβα. Τη μεταφέρει στις συνθήκες μέσα στις οποίες μια δημοσιογράφος μπορούσε να απειλείται, να συκοφαντείται και τελικά να δολοφονείται ενώ ερευνούσε ανθρώπους με πρόσβαση στα υψηλότερα κλιμάκια της εξουσίας. Η δολοφονία προκάλεσε τελικά πολιτικό σεισμό στη μικρή νησιωτική χώρα. Ο Μουσκάτ αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την πρωθυπουργία το 2020 και μαζί του απομακρύνθηκαν άνθρωποι του στενού κυβερνητικού του περιβάλλοντος. Το σύστημα όμως αποδείχθηκε ανθεκτικότερο από τα πρόσωπα. Μετά το πόρισμα του 2021, η Μάλτα είχε μπροστά της έναν αρκετά σαφή κατάλογο αλλαγών. Μεταξύ άλλων προτάθηκαν νομοθεσία κατά του οργανωμένου εγκλήματος στα πρότυπα της ιταλικής αντιμαφιόζικης νομοθεσίας, ισχυρότερη προστασία των δημοσιογράφων και ποινικοποίηση της παρεμπόδισης αστυνομικών ερευνών και της κατάχρησης εξουσίας από δημόσιους αξιωματούχους. Πολλά από αυτά δεν εφαρμόστηκαν. Τον Σεπτέμβριο του 2025, τέσσερα χρόνια μετά το πόρισμα, το ίδιο το Συμβούλιο της Ευρώπης κατέγραφε ότι οι συστάσεις για το κράτος δικαίου, τη διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό ανεφάρμοστες. Η αθώωση του Φένεκ έκανε αυτή την εκκρεμότητα πολύ δυσκολότερο να αγνοηθεί. Η ειδική εισηγήτρια του Συμβουλίου της Ευρώπης Σάμι Τσακραμπάρτι προειδοποίησε στην πρώτη ακρόαση της νέας έρευνας ότι η απουσία κρίσιμων μεταρρυθμίσεων εξακολουθεί να αφήνει τη Μάλτα ευάλωτη σε επαναλαμβανόμενα φαινόμενα διαφθοράς υψηλού επιπέδου και περιορίζει την ελευθερία του Τύπου που θα έπρεπε να λειτουργεί ως ανάχωμα. Η διατύπωση είναι εντυπωσιακή ακριβώς επειδή έρχεται σχεδόν εννέα χρόνια μετά τη βόμβα. Η δολοφονία μιας από τις γνωστότερες δημοσιογράφους της χώρας, η πολιτική κρίση που ακολούθησε, η πτώση ενός πρωθυπουργού, μια δημόσια έρευνα και χρόνια διεθνούς πίεσης δεν στάθηκαν αρκετά για να εφαρμοστούν όλες οι θεσμικές αλλαγές που κρίθηκαν αναγκαίες ώστε να μην επαναληφθούν οι ίδιες συνθήκες. Η νέα έρευνα μεταφέρει αναπόφευκτα την πίεση και στις Βρυξέλλες. Στην ακρόαση του Συμβουλίου της Ευρώπης τέθηκε ακόμη και το ενδεχόμενο να παγώσει μέρος της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης προς τη Μάλτα λόγω προβλημάτων στο κράτος δικαίου, μέσω του ίδιου μηχανισμού που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά απέναντι στην Ουγγαρία. Για τη Μάλτα μια τέτοια εξέλιξη δεν θα ήταν αμελητέα. Η μικρότερη χώρα της ΕΕ, με πληθυσμό περίπου 600.000 κατοίκων, είναι καθαρός αποδέκτης ευρωπαϊκών πόρων και έχει λάβει από την ένταξή της δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα έχει συνεισφέρει στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Προς το παρόν πρόκειται για πρόταση, όχι για απόφαση της ΕΕ. Το γεγονός όμως ότι η συζήτηση έφτασε μέχρι εκεί δείχνει πόσο έχει αλλάξει ξανά η διάσταση της υπόθεσης. Η υπόθεση αποκτά έτσι και μια σαφή ευρωπαϊκή διάσταση. Ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφήνει επί χρόνια ανεφάρμοστες κρίσιμες μεταρρυθμίσεις που κρίθηκαν αναγκαίες μετά τη δολοφονία μιας δημοσιογράφου, χωρίς μέχρι τώρα να αντιμετωπίζει ουσιαστικές συνέπειες από τις Βρυξέλλες. Η συζήτηση για το πάγωμα ευρωπαϊκών κονδυλίων φέρνει πλέον στο προσκήνιο και την ευθύνη της ίδιας της ΕΕ για την ανοχή που επέδειξε απέναντι σε αυτή τη θεσμική εκκρεμότητα. Η Καρουάνα Γκαλιζία δολοφονήθηκε επειδή η δημοσιογραφική της έρευνα έγινε επικίνδυνη για κάποιους. Εννέα χρόνια αργότερα, οι φυσικοί αυτουργοί και οι προμηθευτές της βόμβας έχουν καταδικαστεί, αλλά ο ηθικός αυτουργός παραμένει άγνωστος στη Δικαιοσύνη και κρίσιμες μεταρρυθμίσεις παραμένουν ανεκπλήρωτες. Η ατιμωρησία που εκείνη ερευνούσε δεν είναι πλέον απλώς το φόντο της δολοφονίας της. Είναι μέρος της ιστορίας που άφησε πίσω της.Οι μεταρρυθμίσεις που έμειναν στα χαρτιά
Και τώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση



