
«Τα λεγόμενα «ήρεμα νερά» δεν σήμαιναν ποτέ εγκατάλειψη των τουρκικών διεκδικήσεων. Από τουρκικής πλευράς σήμαιναν ελεγχόμενη ένταση: διατήρηση, ακόμη και διεύρυνση, των διεκδικήσεων, αλλά ταυτόχρονα προσπάθεια αποφυγής μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης», σημειώνει στο in ο Αθανάσιος Πλατιας, ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και Πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.
Εκτιμά δε ότι «οι πρόσφατες κινήσεις δείχνουν ότι η Άγκυρα ανεβάζει το κατώφλι της έντασης, επειδή θεωρεί ότι το σημερινό περιφερειακό περιβάλλον την ευνοεί. Η Τουρκία θεωρεί ότι έχει αναβαθμιστεί στρατηγικά, ότι η στρατιωτική της ισχύς βρίσκεται στο απόγειο, ότι η Μέση Ανατολή αναδιατάσσεται κατά τρόπο που αυξάνει τη δική της γεωπολιτική σημασία και ότι οι σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποκτήσει βάθος. Συνεπώς, η Άγκυρα εκτιμά ότι διαθέτει μεγάλο περιθώριο να δοκιμάζει τις ελληνικές αντιδράσεις χωρίς να πληρώνει σημαντικό κόστος για αυτό».
Για να επισημάνει πως η θέση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών ότι πολλές από τις τουρκικές ενέργειες στερούνται νομικής βάσης. Ωστόσο όπως τονίζει μιλώντας στο in, «το πρόβλημα είναι ότι στη διεθνή πολιτική υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο de jure και στο de facto. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν μια ενέργεια έχει νομικό έρεισμα. Είναι αν μεταβάλλει την ελληνική συμπεριφορά ή τη συμπεριφορά τρίτων. Εκεί βρίσκεται το στρατηγικό αποτέλεσμα».
Τα «ήρεμα νερά» και το «ξέπλυμα» της Τουρκίας
Στο ερώτημα αν τα «ήρεμα νερά» «ξέπλυναν» την Τουρκία, ο κ. Πλατιάς απαντά πως «εξυπηρέτησαν μια πραγματική ανάγκη και των δύο χωρών: να μειωθεί ο κίνδυνος ατυχήματος ή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και να παραμείνουν ανοικτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας».
Το λάθος σύμφωνα με τον ίδιο «είναι να συγχέεται η αποκλιμάκωση της έντασης με την επίλυση των διαφορών. Οι βασικές τουρκικές αξιώσεις δεν υποχώρησαν· αντιθέτως, σε ορισμένα πεδία διευρύνθηκαν. Η Άγκυρα δεν εγκατέλειψε ούτε το casus belli ούτε την αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Κλιμάκωσε μάλιστα το αναθεωρητικό της αφήγημα μέσω του λεγόμενου δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Συνεπώς η εντύπωση που έδωσε η ελληνική πλευρά ότι όλα είναι μέλι-γάλα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ωφέλησε την εικόνα της γειτονικής χώρας».
Θεωρεί ωστόσο ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας πρέπει να παραμείνουν ανοικτοί, σημειώνοντας ότι «οι χώρες που βρίσκονται σε κατάσταση αντιπαλότητας χρειάζονται τον διάλογο, ακριβώς για να αποτρέπουν λανθασμένους υπολογισμούς και να καθίστανται σαφείς οι κόκκινες γραμμές της κάθε πλευράς. Όμως ο διάλογος δεν αποτελεί υποκατάστατο της αποτροπής. Και εδώ η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να είχε κάνει πολύ περισσότερα για την ενίσχυση των ενόπλων της δυνάμεων ώστε να εκμεταλλευτεί την ύφεση».
Η σημασία της Συμφωνίας της Μέκκας και οι συνέπειες για την Ελλάδα
Ερωτηθείς τέλος για τη Συμφωνία της Μέκκας, ο κ. Πλατιάς υπογραμμίζει ότι «σημαντική λιγότερο για το τι υποχρεώνει σήμερα τις τρεις χώρες να κάνουν και περισσότερο για αυτό που αποκαλύπτει για τη νέα Μέση Ανατολή».
Όπως λέει δεν πρόκειται για ένα νέο ΝΑΤΟ και αυτό γιατί «τα τρία κράτη δεν έχουν τον ίδιο κύριο αντίπαλο. Η Σαουδική Αραβία φοβάται πρωτίστως το Ιράν – και τους δορυφόρους του Χούθι. Για την Τουρκία, ο σημαντικότερος περιφερειακός ανταγωνιστής είναι το Ισραήλ. Για το Πακιστάν, ο υπαρξιακός αντίπαλος παραμένει η Ινδία. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τουρκικές δυνάμεις να πολεμούν το Ιράν για χάρη της Σαουδικής Αραβίας, σαουδαραβικές δυνάμεις να εμπλέκονται στο Κασμίρ ή το Ριάντ να συμμετέχει σε μια ενδεχόμενη τουρκοϊσραηλινή σύγκρουση».
Θεωρεί δε ότι το βαθύτερο μήνυμα είναι άλλο, αφού όπως σημειώνει «το Σύμφωνο της Μέκκας αποτελεί σύμπτωμα της διάβρωσης της εμπιστοσύνης στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Τα κράτη της περιοχής δεν εγκαταλείπουν εντελώς τις σχέσεις τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική παρουσία εξακολουθεί να θεωρείται αναγκαία. Δεν πιστεύουν όμως πλέον ότι είναι επαρκής. Γι’ αυτό διαφοροποιούν τον κίνδυνο και δημιουργούν συμπληρωματικά δίκτυα ασφάλειας».
Ως τη σημαντικότερη δε συνέπεια για την Ελλάδα εκτιμά ότι είναι η μείωση της βεβαιότητας πως «η περιφερειακή τάξη θα εξακολουθήσει να οργανώνεται αποκλειστικά από την Ουάσιγκτον. Όσο περισσότερο οι περιφερειακές δυνάμεις αποκτούν στρατηγική αυτονομία τόσο μειώνεται η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να ελέγχει τις επιλογές τους. Αυτό έχει άμεση σημασία για έναν ελληνικό στρατηγικό σχεδιασμό που στηρίζεται στην υπόθεση ότι, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρέμβουν εγκαίρως και αποτελεσματικά για να αποτρέψουν την κλιμάκωση».
Ολόκληρη η συνέντευξη του Αθανάσιου Πλατιά:
Πώς ερμηνεύετε τις κινήσεις της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα; Τελειώνουν τα «ήρεμα νερά»;
Τα λεγόμενα «ήρεμα νερά» δεν σήμαιναν ποτέ εγκατάλειψη των τουρκικών διεκδικήσεων. Από τουρκικής πλευράς σήμαιναν ελεγχόμενη ένταση: διατήρηση, ακόμη και διεύρυνση, των διεκδικήσεων, αλλά ταυτόχρονα προσπάθεια αποφυγής μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Οι πρόσφατες κινήσεις δείχνουν ότι η Άγκυρα ανεβάζει το κατώφλι της έντασης, επειδή θεωρεί ότι το σημερινό περιφερειακό περιβάλλον την ευνοεί. Η Τουρκία θεωρεί ότι έχει αναβαθμιστεί στρατηγικά, ότι η στρατιωτική της ισχύς βρίσκεται στο απόγειο, ότι η Μέση Ανατολή αναδιατάσσεται κατά τρόπο που αυξάνει τη δική της γεωπολιτική σημασία και ότι οι σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποκτήσει βάθος. Συνεπώς, η Άγκυρα εκτιμά ότι διαθέτει μεγάλο περιθώριο να δοκιμάζει τις ελληνικές αντιδράσεις χωρίς να πληρώνει σημαντικό κόστος για αυτό.
Ο βασικός αναθεωρητικός της στόχος παραμένει αναλλοίωτος: να περιορίσει σταδιακά την άσκηση της ελληνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Και αυτό, σε κάποιο βαθμό, το έχει ήδη πετύχει. Έχει θέσει ζήτημα «γκρίζων ζωνών», έχει αποτρέψει την Ελλάδα από την άσκηση του δικαιώματός της για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια , έχει εμποδίσει την εκμετάλλευση των ελληνικών ενεργειακών πόρων και έχει επηρεάσει ακόμη και έργα που αφορούν τρίτους, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.
Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ορθώς επισημαίνει ότι πολλές από τις τουρκικές ενέργειες στερούνται νομικής βάσης. Το πρόβλημα είναι ότι στη διεθνή πολιτική υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο de jure και στο de facto. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν μια ενέργεια έχει νομικό έρεισμα. Είναι αν μεταβάλλει την ελληνική συμπεριφορά ή τη συμπεριφορά τρίτων. Εκεί βρίσκεται το στρατηγικό αποτέλεσμα.
Στο διεθνές σύστημα δεν υπάρχει κεντρική αρχή επιβολής του δικαίου αντίστοιχη με εκείνη της εσωτερικής έννομης τάξης. Εάν ένα κράτος δεν έχει τη βούληση και την ικανότητα να υπερασπιστεί την κυριαρχία του, δεν θα το κάνει κανείς άλλος για λογαριασμό του. Η κυριαρχία γίνεται έτσι ένα πουκάμισο αδειανό.
Ήταν «ξέπλυμα» της Τουρκίας τα ήρεμα νερά; Πρέπει να συνεχιστεί ο διάλογος;
Τα «ήρεμα νερά» εξυπηρέτησαν μια πραγματική ανάγκη και των δύο χωρών: να μειωθεί ο κίνδυνος ατυχήματος ή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και να παραμείνουν ανοικτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας.
Το λάθος είναι να συγχέεται η αποκλιμάκωση της έντασης με την επίλυση των διαφορών. Οι βασικές τουρκικές αξιώσεις δεν υποχώρησαν· αντιθέτως, σε ορισμένα πεδία διευρύνθηκαν. Η Άγκυρα δεν εγκατέλειψε ούτε το casus belli ούτε την αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Κλιμάκωσε μάλιστα το αναθεωρητικό της αφήγημα μέσω του λεγόμενου δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Συνεπώς η εντύπωση που έδωσε η ελληνική πλευρά ότι όλα είναι μέλι-γάλα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ωφέλησε την εικόνα της γειτονικής χώρας.
Οι δίαυλοι επικοινωνίας πάντως πρέπει να παραμείνουν ανοικτοί. Οι χώρες που βρίσκονται σε κατάσταση αντιπαλότητας χρειάζονται τον διάλογο , ακριβώς για να αποτρέπουν λανθασμένους υπολογισμούς και να καθίστανται σαφείς οι κόκκινες γραμμές της κάθε πλευράς. Όμως ο διάλογος δεν αποτελεί υποκατάστατο της αποτροπής. Και εδώ η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να είχε κάνει πολύ περισσότερα για την ενίσχυση των ενόπλων της δυνάμεων ώστε να εκμεταλλευτεί την ύφεση.
Η σωστή ελληνική στρατηγική θα πρέπει να είναι διάλογος με ταυτόχρονη ενίσχυση των σκληρών δεικτών ισχύος: στρατιωτικής, τεχνολογικής, οικονομικής και διπλωματικής. Εάν κάθε φορά που η Τουρκία απειλεί με κλιμάκωση η Ελλάδα αποφεύγει να ασκήσει ένα νόμιμο δικαίωμα της, τότε η αποκλιμάκωση μετατρέπεται σε μηχανισμό στρατηγικού ευνουχισμού.
Ακούγεται συχνά στην Αθήνα ότι ο κατευνασμός μάς εξασφάλισε πενήντα χρόνια ειρήνης. Άρα η στρατηγική αυτή ήταν εκ του αποτελέσματος πετυχημένη. Δεν συμφωνώ με αυτή την λογική. Ο κατευνασμός σηματοδοτεί αδυναμία και έχει ιστορικά ενθαρρύνει την Άγκυρα να αυξήσει τις διεκδικήσεις της. Το πρόβλημα είναι με την στρατηγική του κατευνασμού είναι ότι κάποια στιγμή η Ελλάδα θα αναγκαστεί να χαράξει μια κόκκινη γραμμή — για παράδειγμα σε ζήτημα κυριαρχίας ελληνικών νησιών. Τότε ο κίνδυνος πολέμου θα είναι μεγαλύτερος, ακριβώς επειδή η άλλη πλευρά θα έχει εθιστεί στην ελληνική υποχωρητικότητα.
Υπάρχει και το επιχείρημα ότι, εάν είχαμε κλείσει τις διαφορές πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια, δεν θα υπήρχαν σήμερα προβλήματα. Αλλά και η Συνθήκη της Λωζάννης πριν ένα αιώνα είχε κλείσει ζητήματα τα οποία η Τουρκία επαναφέρει σήμερα γιατί θεωρεί ότι ο συσχετισμός ισχύος έχει μεταβληθεί υπέρ της . Οι συνθήκες αποτυπώνουν έναν συγκεκριμένο συσχετισμό ισχύος. Όταν αυτός αλλάζει, εμφανίζεται συχνά πυκνά ο αναθεωρητισμός. Γι’ αυτό η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος εάν θέλει να διατηρήσει την ειρήνη, την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της.
Τι σημαίνει η Συμφωνία της Μέκκας και κατά πόσο επηρεάζει την Ελλάδα;
Η Συμφωνία της Μέκκας είναι σημαντική λιγότερο για το τι υποχρεώνει σήμερα τις τρεις χώρες να κάνουν και περισσότερο για αυτό που αποκαλύπτει για τη νέα Μέση Ανατολή.
Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν συμφώνησαν ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Πρόκειται για ιδιαίτερα φιλόδοξη ρήτρα συλλογικής άμυνας, ενώ η συμφωνία προβλέπει ευρύτερη ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας.
Δεν πρόκειται, όμως, για ένα νέο ΝΑΤΟ. Και ο λόγος είναι απλός: τα τρία κράτη δεν έχουν τον ίδιο κύριο αντίπαλο. Η Σαουδική Αραβία φοβάται πρωτίστως το Ιράν – και τους δορυφόρους του Χούθι. Για την Τουρκία, ο σημαντικότερος περιφερειακός ανταγωνιστής είναι το Ισραήλ. Για το Πακιστάν, ο υπαρξιακός αντίπαλος παραμένει η Ινδία. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τουρκικές δυνάμεις να πολεμούν το Ιράν για χάρη της Σαουδικής Αραβίας, σαουδαραβικές δυνάμεις να εμπλέκονται στο Κασμίρ ή το Ριάντ να συμμετέχει σε μια ενδεχόμενη τουρκοϊσραηλινή σύγκρουση.
Παρά ταύτα, το σχήμα έχει στρατηγική λογική, επειδή οι δυνατότητες των τριών χωρών είναι συμπληρωματικές. Η Σαουδική Αραβία προσφέρει οικονομική ισχύ και πολιτική επιρροή στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Η Τουρκία διαθέτει στρατιωτική ισχύ, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και διευρυνόμενη γεωπολιτική παρουσία. Το Πακιστάν διαθέτει εμπειροπόλεμες ένοπλες δυνάμεις και, κυρίως, πυρηνικά όπλα. Αυτή η συμπληρωματικότητα διευρύνει τις στρατηγικές δυνατότητες και των τριών χωρών της Συμφωνίας της Μέκκας.
Άρα δεν έχουμε την κλασική λογική μιας συμμαχίας που δημιουργείται επειδή τρία κράτη αντιμετωπίζουν έναν κοινό εχθρό. Τα συμβεβλημένα κράτη ανταλλάσσουν δυνατότητες και πολιτική υποστήριξη στην διαχείριση των αντιπαλοτήτων τους.
Το βαθύτερο όμως μήνυμα είναι άλλο. Το Σύμφωνο της Μέκκας αποτελεί σύμπτωμα της διάβρωσης της εμπιστοσύνης στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Τα κράτη της περιοχής δεν εγκαταλείπουν εντελώς τις σχέσεις τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική παρουσία εξακολουθεί να θεωρείται αναγκαία. Δεν πιστεύουν όμως πλέον ότι είναι επαρκής. Γι’ αυτό διαφοροποιούν τον κίνδυνο και δημιουργούν συμπληρωματικά δίκτυα ασφάλειας. Αυτό ακριβώς υποστήριξα και σε πρόσφατο άρθρο μου στον Οικονομικό Ταχυδρόμο: η Μέση Ανατολή μετακινείται προς ένα σύστημα πολλαπλών και επικαλυπτόμενων ισορροπιών, στο οποίο τα κράτη συνεργάζονται με διαφορετικούς εταίρους απέναντι σε διαφορετικές απειλές.
Για την Ελλάδα αυτό έχει τρεις συνέπειες.
Πρώτον, η Τουρκία αποκτά μεγαλύτερο γεωπολιτικό βάθος. Δεν σημαίνει ότι το Ριάντ ή το Ισλαμαμπάντ θα υποστηρίξουν τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο. Σημαίνει όμως ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια Τουρκία περισσότερο δικτυωμένη, με πρόσθετη πρόσβαση σε κεφάλαια, αμυντικές συνέργειες, πυρηνική τεχνολογία και πολιτική επιρροή.
Δεύτερον, η συμφωνία ενισχύει την τουρκική φιλοδοξία να λειτουργήσει ως ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες της νέας περιφερειακής τάξης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και ως σημαντικός ηγετικός πόλος στον σουνιτικό και ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο. Αυτό αυξάνει τη διαπραγματευτική της αξία απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τρίτον —και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο για την Ελλάδα— μειώνεται η βεβαιότητα ότι η περιφερειακή τάξη θα εξακολουθήσει να οργανώνεται αποκλειστικά από την Ουάσιγκτον. Όσο περισσότερο οι περιφερειακές δυνάμεις αποκτούν στρατηγική αυτονομία τόσο μειώνεται η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να ελέγχει τις επιλογές τους. Αυτό έχει άμεση σημασία για έναν ελληνικό στρατηγικό σχεδιασμό που στηρίζεται στην υπόθεση ότι, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρέμβουν εγκαίρως και αποτελεσματικά για να αποτρέψουν την κλιμάκωση.
Η στρατηγική σχέση Ελλάδας–Ισραήλ, η αντιπαλότητα Τουρκίας – Ισραήλ και κίνδυνος κλιμάκωσης
Η ελληνοϊσραηλινή στρατηγική συνεργασία δεν δημιούργησε τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Αυτός προϋπήρχε. Είναι όμως βέβαιο ότι η Άγκυρα εντάσσει πλέον τη σχέση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, αλλά και τις σχέσεις των τριών αυτών χωρών με τα ΗΑΕ και την Ινδία, στη δική της ευρύτερη ανάγνωση του περιφερειακού ανταγωνισμού.
Το σημαντικότερο νέο δεδομένο είναι ότι η τουρκοϊσραηλινή αντιπαλότητα έχει αποκτήσει πλέον περισσότερο δομικό χαρακτήρα. Η Συρία αποτελεί κεντρικό πεδίο τριβής. Το Ισραήλ έχει λόγους να ανησυχεί για τη διεύρυνση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας και επιρροής στη Συρία, ενώ η Άγκυρα θεωρεί ότι το Ισραήλ επιχειρεί να ανασχέσει την τουρκική περιφερειακή ισχύ.
Αυτό αυξάνει τη στρατηγική αξία της Ελλάδας και της Κύπρου για το Ισραήλ. Χρειάζεται όμως προσοχή. Η Ελλάδα δεν πρέπει να επιτρέψει να μετατραπεί από στρατηγικό εταίρο του Ισραήλ σε μέτωπο μιας ενδεχόμενης τουρκοϊσραηλινής αντιπαράθεσης. Τα ελληνικά και ισραηλινά συμφέροντα συμπίπτουν σε αρκετά σημεία, αλλά δεν ταυτίζονται.
Η Ελλάδα πρέπει επομένως να κάνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: να εμβαθύνει τη στρατηγική της συνεργασία με το Ισραήλ και παράλληλα να διατηρεί πλήρη στρατηγική αυτονομία στις επιλογές της. Δεν πρέπει ούτε να φοβηθεί τη συνεργασία με Ισραήλ επειδή αυτή ενοχλεί την Τουρκία ούτε να εμπλακεί σε κάθε αντιπαράθεση του Ισραήλ με την Τουρκία. Ούτε βέβαια θα πρέπει να περιμένει εμπλοκή του Ισραήλ σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου.
Τι διδάσκει η ανάκληση του Τομ Μπάρακ για διαβουλεύσεις στις ΗΠΑ;
Σε αυτό δεν θα ήθελα να κάνω κάποιο σχόλιο. Πρόκειται για εσωτερικό ζήτημα της αμερικανικής κυβέρνησης και δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο των σχετικών διαβουλεύσεων ώστε να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα.
Η γενική εντύπωση που μου δημιουργούσαν κατά καιρούς οι δημόσιες δηλώσεις του συγκεκριμένου πρεσβευτή ήταν ότι δεν βρίσκονταν πάντοτε σε πλήρη αρμονία με τις διακηρυγμένες θέσεις της Ουάσιγκτον για την ευρύτερη περιοχή. Πέραν αυτού, θα απέφευγα οποιαδήποτε εικασία για τους λόγους της ανάκλησής του.

