
Με τα ερωτήματα τι σημαίνει η κλιμάκωση της τουρκικής ρητορικής, αλλά και των κινήσεων, που επιχειρούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα από την πλευρά της Άγκυρας, όπως τα θαλάσσια πάρκα, αλλά και το επικείμενο νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα», τα ελληνοτουρκικά έχουν επιστρέψει στην επικαιρότητα ως απειλή και πλέον χρωματίζονται έντονα και από την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο.Κυρίως στο αν η Άγκυρα θα προσπαθήσει να προκαλέσει κάποιο επεισόδιο, αυτή τη φορά, με φόντο και το σύνολο των κινήσεων της που εκφράζουν πάγιες θέσεις της, ωστόσο παραπέμπουν στο τέλος των «ήρεμων νερών».
Και σίγουρα εάν το έργο προχωρήσει τελικά, το ερώτημα είναι αν η Τουρκία θα θέλει να το χρησιμοποιήσει ως αφορμή για την πρόκληση ενός επεισοδίου στο πεδίο. Και μέχρι ποιου σημείου θα θελήσει να το φτάσει.
Η Ελλάδα αντιτάσσει το διεθνές δίκαιο, διαμηνύει σε όλους τους τόνους και διά του Υπουργού Εξωτερικών ότι θα υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα και μένει να φανεί αν τελικά η Άγκυρα επιλέξει να δυναμιτίσει την κατάσταση ποια θα είναι η αντίδραση τόσο της ΕΕ, όσο και του ΝΑΤΟ.
Δεν συμφέρει το θερμό επεισόδιο την Τουρκία
Ενδεικτική είναι η δήλωση της Ινώς Αφεντούλη, Ειδικής Συμβούλου, του ΕΛΙΑΜΕΠ, Επικεφαλής Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας, σε ερώτημα αν οι κινήσεις της Τουρκίας δείχνουν πως θα επιδιώξει ένα θερμό επεισόδιο, πως η Άγκυρα «δεν έχει κανένα λόγο την περίοδο που διανύουμε να προκαλέσει μια κρίση που δεν επιθυμεί κανείς από τους συμμάχους μας, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε και η ΕΕ.
Υπάρχουν τόσα ανοιχτά μέτωπα που μια κρίση μεταξύ δύο χωρών-μελών του ΝΑΤΟ θα συναντούσε πολύ έντονη αντίδραση. Θα ανέκοπτε την δυνατότητα συμμετοχής της Τουρκίας σε προγράμματα αμυντικής συνεργασίας με την ΕΕ, κάτι που την ενδιαφέρει και θα την καθιστούσε μέρος του προβλήματος ενώ αυτό που επιθυμεί είναι να εμφανίζεται ως χώρα που συμβάλει σε λύσεις, π.χ., στο Ουκρανικό».
Σε κάθε περίπτωση πάντως όπως τονίζουν αναλυτές και διπλωμάτες δεν δικαιολογείται εφησυχασμός της ελληνικής πλευράς ως προς την αναθεωρητική στρατηγική κατεύθυνση της Τουρκίας.
Την ίδια στιγμή απαιτείται και ψυχραιμία, σε συνδυασμό με μία ενεργητική πολιτική, που θα φέρει το θέμα και στην ΕΕ, ώστε να υπάρξουν οι απαραίτητες πρόνοιες και δηλώσεις.
Ενώ το θέμα των εθνικών δεν πρέπει να επιτραπεί να γίνει πεδίο ανταγωνισμού με εθνικιστικές κορώνες που θα παίξουν το παιχνίδι της ακροδεξιάς και θα δώσουν ενδεχομένως χώρο και στην κυβέρνηση για επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος, με τρόπο που θα ικανοποιεί τους ψηφοφόρους, αλλά δεν θα βάζει το θέμα στις σωστές του διαστάσεις.

