
Οταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι η Τουρκία ενδέχεται να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35, το αμερικανικό Κογκρέσο ζήτησε την αρωγή ειδικών ως προς το ζήτημα και τις συνέπειες που μπορεί να έχει μια τέτοια εξέλιξη, πρωτίστως δε του δρα Σινάν Τζιντί, του τουρκικής καταγωγής ανώτερου ερευνητή και διευθυντή του Προγράμματος για την Τουρκία στο Foundation for Defense of Democracies, στην Ουάσιγκτον (φωτογραφία αρχείου, επάνω, από U.S. Air Force/Capt. Kip Sumner/Handout via Reuters).
Ερντογάν, αριστερά, και Τραμπ κατά την τελευταία συνάντησή τους στην Αγκυρα, στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ (φωτογραφία Reuters/Umit Bektas)
Το τουρκικό μαχητικό KAAN (φωτογραφία από thearabweekly.com)
Το Καπιτώλιο στην Ουάσιγκτον όπου στεγάζεται το Κογκρέσο (φωτογραφία Reuters/Kevin Lamarque)
Πιθανότερη εξέλιξη θα ήταν η αποστολή διακομματικής επιστολής και η κατάθεση ψηφίσματος αποδοκιμασίας.
Ο Τραμπ, ωστόσο, θα μπορούσε να ασκήσει βέτο. Με τα σημερινά δεδομένα, εξηγεί, δεν θεωρείται βέβαιο ότι οι αντίπαλοι της μεταφοράς θα συγκέντρωναν την αυξημένη πλειοψηφία που απαιτείται για να το ανατρέψουν.
Η απομάκρυνση των S-400 θα έθετε, συνεπώς, την αμερικανική κυβέρνηση σε σαφώς ισχυρότερη θέση για να προχωρήσει.
Ο πραγματικός κίνδυνος, καταλήγει ο καθηγητής, δεν βρίσκεται τόσο στα έξι αεροσκάφη όσο σε αυτό που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στην Τουρκία να πετύχει μέσα στα επόμενα χρόνια.
Το Κογκρέσο έχει ήδη καταγράψει, τονίζει, σε προηγούμενες επιστολές προς τον πρόεδρο και τον υπουργό Εξωτερικών, το σύνολο των ανησυχιών στις οποίες η Αγκυρα θα πρέπει να απαντήσει πριν εγκριθεί οποιαδήποτε μεταφορά αεροσκαφών.
Και κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν έχει γίνει. Ούτε και πρόκειται.
Καμία εγγύηση
«Μια στρατηγικά αυτόνομη Τουρκία μπορεί να ακούγεται πολύ καλή ιδέα στα χαρτιά», παρατηρεί και σημειώνει ότι σύμβουλοι του Τραμπ, όπως ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, μπορεί να υποστηρίζουν ότι η ενίσχυση της Αγκυρας ενδυναμώνει έναν σημαντικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ.
Αυτό, όμως, υπογραμμίζει, δεν προσφέρει καμία εγγύηση ότι θα αναχαιτιστεί η στρατιωτικοποιημένη, επιθετική και αναθεωρητική συμπεριφορά του Ερντογάν και του καθεστώτος του — συμπεριφορά την οποία, όπως λέει, «δεν κάνουν ιδιαίτερη προσπάθεια να κρύψουν».
Ακριβώς αυτό προσπαθούν να εξηγήσουν στον Τραμπ Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο.
Το ερώτημα, κατά τον καθηγητή Τζιντί, είναι τι θα συμβεί εάν, μέσα σε δύο, τρία ή πέντε χρόνια, μια Τουρκία εξοπλισμένη με μαχητικά πέμπτης γενιάς εμπλακεί σε μεγάλης κλίμακας περιφερειακή σύγκρουση, η οποία ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε αποτραπεί.
Γι’ αυτό θεωρεί ότι η Ουάσιγκτον οφείλει να διατηρήσει την πίεση προς την Αγκυρα, να απαιτήσει λογοδοσία και να πιστοποιεί, μέσω του Κογκρέσου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, βήμα προς βήμα, ότι η Τουρκία εγκαταλείπει πράγματι την επιθετική της συμπεριφορά.
Διαφορετικά, καταλήγει, η αμερικανική πολιτική κινδυνεύει να δημιουργήσει σήμερα ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα για το αύριο.


