Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Γιατί συχνά ο ακτιβισμός προκαλεί το αντίθετο αποτέλεσμα;

Η δημόσια δράση για το περιβάλλον δεν οδηγεί πάντα σε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Συχνά, οι πιο προβεβλημένες μορφές ακτιβισμού δημιουργούν ορατότητα, αλλά όχι λύσεις, επειδή εστιάζουν σε συμβολικές κινήσεις αντί για τις βασικές πηγές του προβλήματος.

Όταν η προβολή γίνεται πιο σημαντική από το αποτέλεσμα

Ένα βασικό επιχείρημα είναι ότι μέρος του σύγχρονου περιβαλλοντικού ακτιβισμού λειτουργεί περισσότερο ως δημόσιο σήμα ηθικής στάσης παρά ως μηχανισμός επίλυσης προβλημάτων. Δράσεις που τραβούν προσοχή, όπως αποκλεισμοί δρόμων ή επιθέσεις σε έργα τέχνης, μπορεί να γίνουν πρωτοσέλιδα, αλλά συχνά αποξενώνουν το κοινό που θα έπρεπε να πειστεί.

Η λογική αυτή φαίνεται και σε ορισμένες δημοφιλείς εκστρατείες. Η απαγόρευση στα plastic straws έγινε διεθνές σύμβολο, παρότι το συγκεκριμένο αντικείμενο αντιστοιχεί σε πολύ μικρό μέρος της συνολικής θαλάσσιας ρύπανσης από πλαστικό, ενώ πολύ μεγαλύτερο βάρος έχουν άλλες πηγές, όπως τα αλιευτικά εργαλεία. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το θέμα είναι αδιάφορο, αλλά ότι η προσοχή πήγε δυσανάλογα σε κάτι μικρό.

Παρόμοια εικόνα υπάρχει και με τις cotton tote bags. Παρουσιάζονται ως αυτονόητα πιο οικολογικές, αλλά η πραγματική περιβαλλοντική τους απόδοση εξαρτάται από το πόσες φορές θα χρησιμοποιηθούν. Αυτό δείχνει ότι μια πολιτική ή καταναλωτική επιλογή μπορεί να δίνει την αίσθηση προόδου χωρίς να προσφέρει αντίστοιχο όφελος.

Η ψυχολογία του “έκανα το σωστό”

Ένα από τα πιο χρήσιμα σημεία είναι η αναφορά στη λειτουργία του εγκεφάλου και στο φαινόμενο του moral licensing. Όταν κάποιος κάνει μια πράξη που θεωρεί ηθική ή τη δείχνει δημόσια, αποκτά την εσωτερική αίσθηση ότι έχει ήδη συμβάλει αρκετά.

Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνική επιβράβευση, όπως τα likes ή η δημόσια αναγνώριση, μπορεί να υποκαταστήσει την πραγματική δράση. Το άτομο νιώθει ότι προχώρησε το θέμα, ενώ στην πράξη ίσως δεν έγινε τίποτα ουσιαστικό. Το ίδιο μοτίβο δεν αφορά μόνο το περιβάλλον, αλλά πολλές πολιτικές και κοινωνικές καμπάνιες.

Μια απλή δοκιμή που προτείνεται είναι το ερώτημα: θα το έκανα αυτό αν δεν το μάθαινε κανείς; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε υπάρχει πιθανότητα η πράξη να σχετίζεται περισσότερο με κοινωνική εικόνα παρά με πραγματική συνεισφορά.

Ποιοι κερδίζουν από τις συμβολικές λύσεις

Οι χαμηλού κόστους, υψηλής προβολής πρωτοβουλίες εξυπηρετούν συχνά πολιτικά και οργανωτικά συμφέροντα. Ένας νόμος για ένα μικρό, ορατό θέμα μπορεί να φέρει ψήφους, δημοσιότητα και δωρεές, χωρίς να θίγει ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.

Το ίδιο ισχύει και για αρκετούς οργανισμούς. Οι απλές και δραματικές καμπάνιες συγκεντρώνουν ευκολότερα χρηματοδότηση από ό,τι η ειλικρινής παραδοχή ότι ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα είναι σύνθετο και απαιτεί αργές, τεχνικές και συχνά αόρατες παρεμβάσεις. Έτσι, τα κριτήρια επιτυχίας μετακινούνται από τα outcomes στη δραστηριότητα και την προβολή.

Η μεταφορά της ευθύνης στον καταναλωτή

Ιδιαίτερη σημασία έχει το πώς διαμορφώθηκε η έννοια του carbon footprint. Η ευρεία διάδοσή της δεν προέκυψε ουδέτερα, αλλά ενισχύθηκε από καμπάνια της BP, η οποία μετέφερε το βάρος της συζήτησης από τη βιομηχανική παραγωγή στις ατομικές επιλογές των πολιτών.

Η βασική ιδέα ήταν απλή: αντί να συζητείται κυρίως τι παράγουν και εκπέμπουν οι μεγάλες εταιρείες, το ενδιαφέρον στράφηκε στο τι καταναλώνει ο καθένας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ατομική συμπεριφορά δεν έχει σημασία, αλλά ότι η δημόσια συζήτηση μπορεί να σχεδιαστεί έτσι ώστε να απομακρύνει την πίεση από τους ισχυρούς παραγωγούς.

Παρόμοιο παράδειγμα ήταν η διάσημη καμπάνια κατά των σκουπιδιών στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1970, που χρηματοδοτήθηκε από εταιρείες ποτών και συσκευασίας. Ενώ συνέβαλε στη μείωση της ρύπανσης στους δρόμους, ταυτόχρονα ενίσχυσε την ιδέα ότι το πρόβλημα είναι κυρίως η συμπεριφορά του πολίτη και όχι ο σχεδιασμός της παραγωγής και της συσκευασίας.

Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με το recycling symbol στα πλαστικά. Το σύμβολο δημιούργησε την εντύπωση ότι το υλικό μπορεί εύκολα να ανακυκλωθεί, ενώ στην πράξη μεγάλο μέρος των πλαστικών δεν ανακυκλώνεται αποτελεσματικά ή οικονομικά.

Όταν ο ακτιβισμός έχει πραγματικό κόστος

Το πιο σοβαρό σημείο του άρθρου είναι ότι ο λανθασμένος ακτιβισμός δεν παράγει μόνο σπατάλη ενέργειας, αλλά μερικές φορές προκαλεί και ανθρώπινο κόστος. Το παράδειγμα του DDT δείχνει αυτή τη δυσκολία.

Η κριτική απέναντι στο DDT ήταν βάσιμη σε σχέση με τις επιπτώσεις του στην άγρια ζωή και στα οικοσυστήματα. Όμως η πολιτική και ηθική δαιμονοποίησή του επεκτάθηκε και στις στοχευμένες χρήσεις δημόσιας υγείας, όπου βοηθούσε στον έλεγχο των κουνουπιών που μεταδίδουν ελονοσία. Σε φτωχές χώρες, η αποδυνάμωση αυτής της πρακτικής συνδέθηκε με σοβαρές απώλειες ζωών, κυρίως παιδιών.

Παρόμοια λογική παρουσιάζεται και στην αντίθεση προς τα GMO, ειδικά στην περίπτωση του golden rice. Το συγκεκριμένο προϊόν σχεδιάστηκε για να μειώσει την ανεπάρκεια βιταμίνης Α σε φτωχές περιοχές. Οι καθυστερήσεις, οι καταστροφές δοκιμαστικών καλλιεργειών και η γενικευμένη εχθρότητα προς την τεχνολογία αυτή είχαν συνέπειες για πληθυσμούς που εξαρτώνται από φθηνές διατροφικές λύσεις.

Το βασικό συμπέρασμα εδώ είναι ότι μια εκστρατεία πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο από τις προθέσεις της, αλλά και από το πραγματικό της αποτέλεσμα.

Οι ακραίες διαμαρτυρίες και η κοινή γνώμη

Οι πολύ επιθετικές ή θεατρικές μορφές διαμαρτυρίας συχνά μειώνουν τη δημόσια στήριξη για την climate action. Δημοσκοπικά στοιχεία που αναφέρονται δείχνουν ότι ενέργειες όπως το πέταγμα σούπας σε πίνακες ή οι αποκλεισμοί δρόμων ενίσχυσαν τη δυσπιστία απέναντι στο κλιματικό κίνημα.

Ακόμη κι αν τέτοιες ενέργειες αυξάνουν τις δωρεές προς πιο μετριοπαθείς οργανώσεις, παραμένει το πρόβλημα ότι η συνολική κοινωνική αποδοχή της υπόθεσης μπορεί να υποχωρεί. Ένα κίνημα χρειάζεται ευρύτερη βάση υποστήριξης, όχι μόνο θόρυβο.

Τι έχει αποδειχθεί ότι λειτουργεί

Τα πιο αποτελεσματικά περιβαλλοντικά αποτελέσματα προήλθαν κυρίως από regulation, legislation και στοχευμένη παρέμβαση στην παραγωγή. Η Earth Day το 1970 έδειξε μαζική κοινωνική υποστήριξη και συνδέθηκε με πολιτική πίεση που οδήγησε στον Clean Air Act.

Από τότε, στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφηκε πολύ μεγάλη πτώση σε βασικούς ατμοσφαιρικούς ρύπους, παρά την αύξηση του πληθυσμού, της οικονομίας και της κυκλοφορίας οχημάτων. Το ίδιο συνέβη με τη σταδιακή κατάργηση της βενζίνης με μόλυβδο, που μείωσε δραστικά την έκθεση των παιδιών σε μια ουσία με σοβαρές νευρολογικές επιπτώσεις.

Εξίσου σημαντικό παράδειγμα είναι το Montreal Protocol για την τρύπα του όζοντος. Η διεθνής συμφωνία στόχευσε συγκεκριμένες βιομηχανικές χημικές ουσίες και παρήγαγε μετρήσιμο αποτέλεσμα, με το στρώμα του όζοντος να δείχνει σημάδια ανάκαμψης.

Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των περιπτώσεων είναι ότι αντιμετώπισαν το πρόβλημα στην πηγή του. Δεν περιορίστηκαν σε αλλαγές ατομικής συμπεριφοράς ή σε συμβολικές κινήσεις, αλλά επέβαλαν κανόνες στις βιομηχανίες και στα συστήματα παραγωγής.

Τι αξίζει να κρατήσουμε

Η κεντρική ιδέα είναι ότι οι καλές προθέσεις δεν αρκούν. Η αποτελεσματική περιβαλλοντική πολιτική χρειάζεται σωστή στόχευση, μέτρηση αποτελέσματος και προθυμία να εξεταστεί το πραγματικό κόστος κάθε εκστρατείας.

Ο δημόσιος ακτιβισμός έχει ρόλο όταν χτίζει κοινωνική συναίνεση και μεταφράζεται σε πίεση για σοβαρές πολιτικές αποφάσεις. Όταν όμως γίνεται αυτοσκοπός, μπορεί να καταναλώνει ενέργεια, να μεταφέρει ευθύνες στους πολίτες και να απομακρύνει την προσοχή από τις λύσεις που έχουν αποδείξει ότι λειτουργούν.

Αν συμφωνείτε με την οπτική μας ή αν βρήκατε το άρθρο χρήσιμο, μπορείτε να το μοιραστείτε. Και αν σας ενδιαφέρουν παρόμοια θέματα, μπορείτε να δείτε και άλλα σχετικά άρθρα στο site.