
Λιγότερο απο 1 λεπτό
Διάρκεια άρθρου:
Λεπτά

Η Σύνοδος δεν επιβεβαίωσε απλώς τα όσα είχαν συμφωνηθεί πέρυσι, στη Σύνοδο της Χάγης. Ανέδειξε μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα: τη στρατηγική αναβάθμιση της Τουρκίας στον δυτικό στρατηγικό σχεδιασμό. Η συζήτηση του Προέδρου Τραμπ με τον Πρόεδρο Ερντογάν αποτύπωσε την ενίσχυση του ρόλου της Άγκυρας στις περιφερειακές εξελίξεις, ενώ η αυξανόμενη σημασία της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας επιβεβαιώνει ότι η Τουρκία αντιμετωπίζεται πλέον ως αναντικατάστατος εταίρος για τις ΗΠΑ και τη Δύση γενικότερα.
Η διαπίστωση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Η Άγκυρα έχει οικοδομήσει, με συνέπεια, μια πολιτική στρατηγικής αυτονομίας. Διατηρεί λειτουργικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, συνεργάζεται με τη Ρωσία στην ενέργεια και το εμπόριο, συνομιλεί με την Κίνα για τους διαδρόμους συνδεσιμότητας και ταυτόχρονα επενδύει συστηματικά στην εγχώρια αμυντική της βιομηχανία, στις νέες τεχνολογίες και στις δυνατότητες υβριδικού πολέμου.
Η ελληνική δημόσια συζήτηση συχνά επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπως τα F-35 ή οι κυρώσεις του αμερικανικού Κογκρέσου. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ ευρύτερη. Η Τουρκία διαθέτει εναλλακτικές επιλογές εξοπλισμού, αναπτύσσει το μαχητικό ΚΑΑΝ, προχωρά στην απόκτηση Eurofighter και νέων F-16, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει ενεργό συμμετοχή στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Το σοβαρότερο όμως: Η ίδια χώρα εξακολουθεί να αμφισβητεί ευθέως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, εφαρμόζει στην πράξη το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», παρεμποδίζει ευρωπαϊκά έργα στρατηγικής σημασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, διατηρεί casus belli απέναντι σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στρατό κατοχής σε ένα άλλο κράτος-μέλος.
Πρώτα όμως, η Αθήνα οφείλει να σκιαγραφήσει τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Τα «ήρεμα νερά» αποδείχτηκαν μια ατελέσφορη στρατηγική. Δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι οι σύμμαχοί μας θα περιορίσουν τον ρόλο της Τουρκίας για λογαριασμό μας, ούτε μπορούμε να επενδύουμε αποκλειστικά στη διμερή διπλωματία. Η στρατηγική μας πρέπει να γίνει ευρωπαϊκή.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι η ολοκλήρωση του επιχειρησιακού blueprint για το άρθρο 42 αποτελεί σήμερα κορυφαία ελληνική προτεραιότητα. Η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής δεν μπορεί να παραμένει μια αόριστη πολιτική διακήρυξη. Αντίθετα, οφείλει να μετατραπεί σε αξιόπιστο μηχανισμό συλλογικής αποτροπής, με σαφείς διαδικασίες ενεργοποίησης, επιχειρησιακό σχεδιασμό και συγκεκριμένες υποχρεώσεις των κρατών-μελών.
Μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα οφείλουμε να επανεξετάσουμε τη στρατηγική μας. Ήδη το ΝΑΤΟ μετασχηματίζεται. Άλλωστε, υπάρχουν και κράτη-μέλη της ΕΕ που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό η απάντηση σήμερα, μετά την παρατεταμένη σιωπή της Αθήνας, πρέπει να είναι: Να αποκτήσει η ευρωπαϊκή αμοιβαία συνδρομή πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες. Όχι να αντικατασταθεί η ομπρέλα του ΝΑΤΟ από ένα «μικρό ΝΑΤΟ», στο οποίο η Τουρκία θα συμμετέχει ως τρίτη χώρα με αναβαθμισμένο ρόλο και μάλιστα με τη συναίνεση της Ελλάδας. Ας ξεκινήσουμε συμφωνώντας τουλάχιστον σε αυτό.
Ο κύριος Νικόλας Φαραντούρης είναι ευρωβουλευτής του ΠαΣοΚ/S&D, Καθηγητής του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Ευρωπαϊκή Έδρα Jean Monnet.
Αρθρο στο ΒΗΜΑ