Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Οι μεταμορφώσεις του «κυρ-Παντελή»

Αιμιλία Καραλή
«Πατρίς, θρησκεία και φαμελιά» είναι το τρίπτυχο πάνω στο οποίο στηρίζεται η ζωή του. Ο κυρ-Παντελής χαρακτηρίζεται για την αδιαφορία του για οτιδήποτε άλλο εκτός από την παραγωγή και αναπαραγωγή του εαυτού του, των οικείων και των επιγόνων του. 

Το 1975 κυκλοφόρησε το τραγούδι του Πάνου Τζαβέλλα Ο κυρ-Παντελής, σε στίχους και μουσική του ίδιου. Έμελλε να γίνει το σύμβολο του άθλιου μικροαστού που υπάρχει μόνο για να βγάζει χρήματα, να συσσωρεύει αντικείμενα που αναδεικνύουν την κοινωνική του άνοδο, να καταναλώνει τον τηλεοπτικό πολτό. «Πατρίς, θρησκεία και φαμελιά» είναι το τρίπτυχο πάνω στο οποίο στηρίζεται η ζωή του. Ο κυρ-Παντελής χαρακτηρίζεται βέβαια και για την αδιαφορία του για οτιδήποτε άλλο εκτός από την παραγωγή και αναπαραγωγή του εαυτού του, των οικείων και των επιγόνων του. Καρφί δεν του καίγεται για αγώνες, δικαιώματα, για όνειρα κι ελπίδες. Είναι έτοιμος όμως να καρπωθεί ό,τι κατακτήθηκε με τους αγώνες των άλλων. 

Στα πενήντα και κάτι χρόνια που πέρασαν ο «κυρ-Παντελής» του τραγουδιού εξακολουθεί να υπάρχει στην «αυθεντική» του μορφή. Επειδή μειώνονται οι καταστηματάρχες, όπως αυτός, τον συναντάμε αρχικά στους χώρους εργασίας. Δεν συμμετέχει σε καμιά απεργία, προσφέρει εκδουλεύσεις στον εργοδότη, ρουφιανεύει τους συναδέλφους του. Και για να παραφράσω τον Κ. Καρυωτάκη σκύβει, τόσο που η μύτη του ενώνεται με τις φτέρνες του. Έτσι κουλουριασμένος κυλιέται στο χώμα για να «φτάσει ψηλά» ή για να κρατήσει απλώς τη θεσούλα του. Δεν ελπίζει μόνο στα ψίχουλα από το τραπέζι του αφέντη αλλά συχνά -πάντα κάτω από σχετικές οδηγίες- προσδοκά και σε μερίδιο από τη συγκάλυψη παρατυπιών που επιφέρουν κάποιο οικονομικό όφελος, κυρίως από την κατάχρηση δημοσίου χρήματος. 

Βέβαια, αυτό το μοντέλο εργαζόμενου είναι ταυτοχρόνως και εξέλιξη του «κυρ-Παντελή» γιατί δεν είναι αδιάφορος για τους άλλους. Οι «άλλοι» αντιμετωπίζονται είτε ως εμπόδιο που πρέπει να εξαλειφθεί «για να έχει την ησυχία του» ή ως όχημα για την άνοδό του. Στο στόχαστρό του βρίσκονται πάντα οι πληρέστεροι από αυτόν: σε γνώσεις, σε αξιοπρέπεια, σε εργατικότητα. Κι αν τύχει και είναι υφιστάμενοί του τραβάνε απ’ αυτόν «του λιναριού τα πάθη»: «αξιολογήσεις», αναφορές, προσβολές. 

Δεν ανέχεται επίσης τις «προσβολές» στην ιερή του τριπλέτα: «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Τα τελευταία χρόνια μάλιστα γίνεται όλο και πιο επιθετικός στην υπεράσπισή της. Βλέπει σημαία και ανατριχιάζει από συγκίνηση -μερικές φορές την έχει και σε διακοσμητικό τασάκι. Αντικρίζει σταυρό, για τα καθ’ ημάς, και πέφτει σε καταληψία – συχνά τον κρεμάει στο λαιμό σε διάφορα μεγέθη σαν ένα είδος εξορκιστήριου του κακού. Το διαζύγιο το θεωρεί διαφθορά ηθών -καλύτερα χήρος, παρά ζωντοχήρος. Παντού βλέπει εθνοπροδότες, διαβολείς της πίστης, υπονομευτές της «αγίας εστίας». Την ίδια στιγμή βέβαια είναι ικανός να ανεχτεί ή να συμβάλει στο ξεπούλημα της πατρώας γης για λόγους «εθνικού» ή προσωπικού συμφέροντος. Μπορεί να βλαστημάει όσους υποψιάζεται ότι «δεν νηστεύουν Τετάρτη και Παρασκευή». Και θεωρεί φυσικό του δικαίωμα να ξυλοκοπάει -και καμιά φορά να σκοτώνει- τη γυναίκα του ή να κακοποιεί -καμιά φορά και να βιάζει-το παιδί του. «Δικά» του, άλλωστε, είναι. Λογαριασμό δε πουθενά.

«Πουθενά» είναι όσες και όσοι αντιτίθενται στο παρδαλό του δόγμα. Όσες και όσοι μελετούν την ιστορία, ελέγχουν τις κυρίαρχες αφηγήσεις, αποκαλύπτουν τα δεινά στα οποία οδηγεί η δογματική και αβασάνιστη αποδοχή ιδεολογημάτων τέτοιου είδους βρίσκονται στο στόχαστρο των προτύπων της ζωής του. Προτύπων που έχουν ανάγκη αφέντες για να υπάρξουν, αρχηγούς για να αναπνεύσουν, ηγέτες για να βαδίσουν ξωπίσω τους.. Το θλιβερό είναι ότι πολλαπλασιάζονται οι άνθρωποι που όχι μόνο αποδέχονται τη δουλεία τους αλλά και την αγαπούν. Ταυτίζουν την έννοια της ελευθερίας με τη δική τους κυριαρχία και την εξόντωση -πολιτική, κοινωνική, ηθική ακόμη και φυσική- των «αντιφρονούντων» αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξή τους. Εξάλλου μόνο σε αυτήν αναγνωρίζουν την ανθρώπινη ιδιότητα. 

Το θλιβερό είναι ότι πολλαπλασιάζονται οι άνθρωποι που όχι μόνο αποδέχονται τη δουλεία τους αλλά και την αγαπούν

Το 1939 ο Γ. Χ. Ώντεν είχε γράψει το ποίημα «Ο άγνωστος πολίτης», κατά το «Άγνωστος στρατιώτης». Στο έργο φέρεται να του έχει ανεγερθεί άγαλμα από το κράτος. Δεν έχει όνομα παρά μόνο κωδικό: JS/07/M/378, γιατί έτσι αναγνωρίζεται από τις υπηρεσίες του κράτους. Διαβάζοντάς το ανακαλούμε τα χαρακτηριστικά του δικού μας «κυρ-Παντελή»: ήσυχος, καταναλωτής, υπάκουος στο κράτος και τους θεσμούς του, τυπικός στις υποχρεώσεις του, οικογενειάρχης, αδιάφορος για τους άλλους, «άγιος με τη σύγχρονη έννοια μιας παλιομοδίτικης λέξης», όπως γράφει ο Ώντεν. Είναι ο άνθρωπος που με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά συνέβαλε στο ξέσπασμα του Β΄ παγκόσμιου πολέμου.

Οι σύγχρονοι «Άγνωστοι στρατιώτες» και «κυρ-Παντελήδες» (ή «κυρα-Παντέλαινες») συναιρούν όνομα και κωδικό σε ψηφιακό αλγόριθμο. Μεροκαματιάρηδες ή εθελοντές επιτίθενται σε όποια άποψη και πράξη χαλάει το ιδεοληπτικό τους αφήγημα. Κήρυκες του μίσους και τροπαιοφόροι της άγνοιας, άδειοι από μνήμη δίνουν καθημερινά πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης στους αφέντες τους. Και προετοιμάζουν την επίγεια Κόλαση.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 6-7 Ιουνίου 2026

Το πρωτότυπο άρθρο https://prin.gr/2026/07/metamorfoseis/ ανήκει στο Στήλες – Άρθρα – Εφημερίδα ΠΡΙΝ .