
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης μέχρι και ο τρόπος δράσης των χάκερς έχει αλλάξει.
Στη λίστα τους έχουν βρεθεί ο πρώην Βρετανός υπουργός Άμυνας Μπεν Γουάλας, ο Ντέιβιντ Κάμερον, ο πρώην πρόεδρος της Πολωνίας Αντρέι Ντούντα, η Τζόρτζια Μελόνι, ο πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Τόμας Μπαχ, αλλά και προσωπικότητες εκτός κυβερνητικού πυρήνα, από τον Έλτον Τζον έως τη J.K. Rowling.
Η μέθοδος είναι συνήθως η ίδια: εμφανίζονται ως πρόσωπα που ο στόχος θεωρεί θεσμικά αξιόπιστα – Ουκρανοί αξιωματούχοι, πρώην πρόεδροι, εκπρόσωποι διεθνών οργανισμών – και επιχειρούν να τον οδηγήσουν σε δηλώσεις που στη συνέχεια μπορούν να κοπούν, να μονταριστούν και να αναπαραχθούν ως πολιτικό υλικό.
Η υπόθεση Μελόνι είναι χαρακτηριστική. Οι δύο Ρώσοι εμφανίστηκαν ως αξιωματούχοι της Αφρικανικής Ένωσης και απέσπασαν από την Ιταλίδα πρωθυπουργό σχόλια για την κόπωση που υπάρχει στην Ευρώπη από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το υλικό κυκλοφόρησε στη συνέχεια διεθνώς, δημιουργώντας πολιτική πίεση στη Ρώμη. Αντίστοιχα, η ΔΟΕ κατήγγειλε ότι ο πρόεδρός της Τόμας Μπαχ στοχοποιήθηκε από ρωσικές ψεύτικες κλήσεις, κάνοντας λόγο για εκστρατεία παραπληροφόρησης και δυσφήμησης σε μια περίοδο οξύτατης αντιπαράθεσης για τον αποκλεισμό ή τους περιορισμούς συμμετοχής Ρώσων αθλητών.
Οι ίδιοι αρνούνται ότι λειτουργούν για λογαριασμό του Κρεμλίνου. Το πρόβλημα για τη Δύση, όμως, είναι ότι το αποτέλεσμα των παρεμβάσεών τους συχνά υπηρετεί τη ρωσική γραμμή: εκθέτει δυτικούς αξιωματούχους, τροφοδοτεί ρωσικά αφηγήματα, σπέρνει αμφιβολία για την ενότητα των συμμάχων και παράγει υλικό που μπορεί να αξιοποιηθεί σε τηλεοπτικές εκπομπές, πλατφόρμες και δίκτυα επιρροής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο έχουν τιμηθεί στη Ρωσία με κρατικό παράσημο, γεγονός που ενισχύει τη συζήτηση για το αν πρόκειται απλώς για «φαρσέρ» ή για οργανικό κομμάτι ενός ευρύτερου μηχανισμού επιρροής.
Στην Αθήνα πάντως το περιστατικό προκάλεσε και πολιτικές αντιδράσεις. Το ΠΑΣΟΚ ζήτησε την παραίτηση του κ. Ντόκου, θέτοντας ερωτήματα για τη γνησιότητα του υλικού, για το πώς έγινε η συνομιλία και για το εάν μοιράστηκαν ευαίσθητες πληροφορίες. Παρέμβαση έκανε και ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, με αιχμηρό ερώτημα για το αν ο Γενικός Γραμματέας Εθνικής Ασφάλειας παραμένει στη θέση του. Από την κυβέρνηση, πάντως, η απάντηση είναι ότι δεν υπήρξε διαρροή απορρήτων και ότι ανάλογες επιχειρήσεις έχουν στοχεύσει και άλλους υψηλόβαθμους Ευρωπαίους και δυτικούς αξιωματούχους.
