
«Όταν σκάσει η “φούσκα Καρυστιανού”»…
Έχασαν οριστικά τους νοικοκυραίους και ψαρεύουν «αγανακτισμένους»
Στο παρελθόν έχω αναφερθεί στον τοξικό λόγο των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τα οποία με αδιανόητη ευκολία και περισσή ανευθυνότητα εκστομίζουν προσβλητικούς χαρακτηρισμούς εναντίον της Νέας Δημοκρατίας και προσωπικά κατά του σημερινού πρωθυπουργού. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Κ. Μητσοτάκη έχουν γίνει κομιστές του διαδικτυακού βούρκου, με αποτέλεσμα -εντός και εκτός Βουλής- να χρησιμοποιούν τη γλώσσα της χυδαιότητας, νομιμοποιώντας στον δημόσιο βίο της χώρας τη μισαλλοδοξία και την εχθροπάθεια, και κυρίως την κουλτούρα μιας ιδιότυπης βίας, που -εν τέλει- αποκτά χαρακτηριστικά εκδικητικού δικαιώματος
Ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας, που κάποτε είχε η πολιτική, έχει πάει προ πολλού περίπατο, μαζί με την παράδοση της ευγενούς άμιλλας και της πολιτισμένης κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης. Ο πολιτικός λόγος της αντιπολίτευσης στοχεύει μόνο στη διέγερση αρνητικών ενστίκτων, καθώς της είναι πιο εύκολο να κατασκευάζει μισητούς εχθρούς, παρά να χτίζει γέφυρες παραγωγικής συνεννόησης με δημιουργικές προτάσεις και λογικά επιχειρήματα. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό εξηγείται σε μεγάλο βαθμό και από τις μετρήσεις των δημοσκοπήσεων.
Μέχρι τώρα κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να εισέλθει με αξιώσεις στην «κοινότητα» των κανονικών και λογικών ανθρώπων αυτής της χώρας, η οποία υπολογίζεται πως αντιστοιχεί στο 40% του εκλογικού σώματος. Πρόκειται για εκείνο το τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, που ποτέ δεν παρασύρθηκε από τους λαϊκιστές της άκρας δεξιάς και της ριζοσπαστικής αριστεράς. Και ιστορικά δικαιώθηκε στην περίπτωση του δημοψηφίσματος-πα ρωδία του Αλέξη Τσίπρα του 2015. Όσο αυτοί οι άνθρωποι συνεχίζουν να στηρίζουν τον Κ. Μητσοτάκη, έστω και με επιφυλάξεις ή με αυστηρή αξιολόγηση των αρνητικών πτυχών της διακυβέρνησής του, λογικό είναι οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης να δίνουν τα ρέστα τους, προκειμένου να προσεταιριστούν το εκλογικό κοινό, που διψά για αίμα στην αρένα και είναι η συνέχεια των πάσης φύσεως «αγανακτισμένων» της μνημονιακής περιόδου. Αριθμητικά πλέον είναι λιγότερο από το 40%, όμως αποτελεί μια κρίσιμη εκλογική δεξαμενή, στην οποία «ψαρεύουν» οι πάντες από τον χώρο της αντιπολίτευσης.
Συνεπώς για τη διαίρεση της αντιπολίτευσης, όπως κατά καιρούς επισημαίνουν διάφοροι περισπούδαστοι αναλυτές, δεν ευθύνεται ο Κ. Μητσοτάκης, αλλά οι επικεφαλής των κομμάτων τους, που έχουν αποδεχτεί ότι δεν είναι σε θέση να «σπάσουν» το άβατο της κανονικής κοινωνίας, που υποτιμητικά χαρακτηρίζεται ως «νοικοκυραίος κυρ Παντελής», με αποτέλεσμα να ξεκατινιάζονται μεταξύ τους, πλειοδοτώντας σε κάθε διαγωνισμό ακρότητας και λαϊκισμού.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή

