Αν οι εκλογές γίνονταν αύριο, η Νέα Δημοκρατία πιθανότατα θα ζητούσε την ψήφο των πολιτών με το επιχείρημα ότι «η οικονομία βελτιώθηκε σε σχέση με το 2019 και χρειάζεται συνέχεια και σταθερότητα». Το έχουμε ακούσει σε πολλές παραλλαγές, τόσο από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, όσο και κυβερνητικά στελέχη. Την ίδια ώρα όμως, η ίδια κυβέρνηση δείχνει να μην μπορεί να απαντήσει σε ένα ουσιαστικό ερώτημα που βρίσκεται στην επικαιρότητα εδώ και πάρα πολύ καιρό και αποτελεί βασικό θέμα συζήτησης σε όλες τις δημοσκοπήσεις: «αν η οικονομία πηγαίνει τόσο καλά, γιατί τόσοι πολίτες δυσκολεύονται να πληρώσουν το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο και τις διάφορες δόσεις τους;».
Η ακρίβεια θερίζει
Τα στοιχεία του πληθωρισμού που δόθηκαν στη δημοσιότητα έρχονται να αποδείξουν του λόγου το αληθές. Η ακρίβεια θερίζει τα εισοδήματα των πολιτών, με τις τιμές να ανεβαίνουν κι άλλο στη στέγαση, την ενέργεια, αλλά και βασικές κατηγορίες τροφίμων. Επί της ουσίας έχουμε περαιτέρω επιδείνωση της στεγαστικής κρίσης, τεράστια δυσκολία για ένα μέσο μισθωτό να βγάλει το μήνα, καθώς τα χρήματα τελειώνουν νωρίς. Κι όλα αυτά δεν είναι απλώς επιχείρηματα της αντιπολίτευσης, αποδεινκύονται από σειρά μελετών που καταγράφουν τα ίδια αρνητικά στοιχεία κάθε φορά. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι κατά καιρούς έρευνες του Ινστιτούτου Καταναλωτών, της ΕΛΣΤΑΤ, ενώ πρόσφατα δημοσιοποιήθηκαν και τα στοιχεία του ΟΟΣΑ.
Σύμφωνα με αυτά ο πληθωρισμός πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και απαιτεί αποτελεσματικές δημόσιες πολιτικές για την προστασία του βιοτικού επιπέδου, ενώ αποδίδει τη σημαντική άνοδο του πληθωρισμού στην Ελλάδα το 2026, στις αυξημένες τιμές της ενέργειας. Στη σχετική λίστα βρισκόμαστε στην τρίτη θέση στο σχετικό πίνακα.
Στον αντίποδα τα κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζουν μεν το πρόβλημα της ακρίβειας, υποστηρίζουν δε ότι επί ημερών της ΝΔ ο βασικός μισθός ανέβηκε, ότι η ανεργεία μειώθηκε και πως γενικότερα πως κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να φέρει αποτελέσματα. Αρκούν όλα αυτά; Η πραγματικότητα λέει πως όχι. Αντιθέτως, η κυβέρνηση όπως φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις, απέτυχε εντελώς να διαχειριστεί το θέμα της ακρίβειας συνολικά, παρά τα διάφορα μέτρα κατα καιρούς και τα επιδόματα, που εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκαν είτε ανεπαρκή, είτε «ασπιρίνες».
Το βλέμμα στην «τσέπη» του ψηφοφόρου
Τα πράγματα πλέον έχουν αλλάξει. Με δεδομένο ότι βρισκόμαστε ήδη σε άτυπη προεκλογική περίοδο, φαίνεται ότι έστω και τώρα η κυβέρνηση αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέμα. Στη συνεδρίαση της πολιτικής επιτροπής της ΝΔ -με αφορμή την εκλογή νέου γραμματέα- ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε και πάλι λόγο για «διεθνή πληθωρισμό» που επηρεάζει και τον δικό μας κι εν συνεχεία αναφέρθηκε σε κάτι διαχρονικό, που αφορά κάθε πολίτη σε κάθε χώρα του κόσμου. Στην τσέπη, στο πορτοφόλι του πολίτη.
«Η “τσέπη” του πολίτη και οι προϋπολογισμοί των νοικοκυριών είναι η κορυφαία προτεραιότητα του νέου μας κύκλου προς το 2030. Η πρόοδος των αριθμών πρέπει να μεταφραστεί σε χειροπιαστό όφελος για όλους». είπε ο κ. Μητσοτάκης προσθέτοντας: «Αυτή θα είναι και η κεντρική στόχευση του Προεκλογικού μας Προγράμματος για την τρίτη θητεία της Νέας Δημοκρατίας».
Η αντιπολίτευση έχει έτοιμο τον αντίλογο εδώ και τα επιχειρήματά της έχουν βάση. Αφού η κυβέρνηση της ΝΔ δεν κατάφερε επί δύο τετραετίες να λύσει το πρόβλημα, για τί να το κάνει τώρα; Και προσέξτε, αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν κλήθηκε να διαχειριστεί κρίση και Μνημόνια. Ανέλαβε την εξουσία το 2019 κι ενώ η Ελλάδα είχε καταφέρει να περάσει το μεγάλο κάβο των δανειστών μέσα από την πολιτική της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Εκτός αυτού η κυβέρνηση Μητσοτάκη κληρονόμησε μια συμφωνία με τακτοποιημένο το χρέος, αλλά και με 37 δισ. ευρώ στα ταμεία του κράτους.
Δεν τα κατάφερε οκτώ χρόνια…
Μένει να αποδειχθεί αν η κυβέρνηση θα μπορέσει να πείσει ότι θα κάνει όσα δεν κατάφερε τα προηγούμενα οκτώ χρόνια. Η εξίσωση δεν είναι εύκολη καθώς η επίπτωση στα νοικοκυριά είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Οι αποταμιεύσεις μειώνονται, η κατανάλωση βασίζεται ολοένα περισσότερο σε δανεισμό ή στην εξάντληση των διαθέσιμων πόρων, ενώ αυξάνονται οι καθυστερήσεις στην εξυπηρέτηση δανείων και υποχρεώσεων. Σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία, η μείωση της αποταμίευσης συνοδεύεται από αύξηση των «κόκκινων» δανείων, γεγονός που αποτυπώνει τη δυσκολία πολλών οικογενειών να ανταποκριθούν ταυτόχρονα στο κόστος ζωής και στις τραπεζικές τους υποχρεώσεις.
Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες καταγράφουν ισχυρές επιδόσεις, ενώ το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων δεν εξαφανίστηκε· απλώς μεταφέρθηκε στους servicers και στα επενδυτικά funds. Παρά τη μείωση των κόκκινων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών, περίπου 80 δισεκατομμύρια ευρώ παραμένουν σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, με χιλιάδες δανειολήπτες να βρίσκονται αντιμέτωποι με πιέσεις, κατασχέσεις και πλειστηριασμούς. Την ίδια ώρα πληθαίνουν οι καταγγελίες για ασυδοσία εκ μέρους των funds και καταχρηστικές συμπεριφορές εις βάρος των δανειοληπτών. Τα περί ασυδοσίας των funds αποδείχθηκε πρόσφατα, όταν ακόμα και το ΔΝΤ ζήτησε από την Τράπεζα της Ελλάδας μεγαλύτερη διαφάνεια αλλά και εποπεία στους servicers.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η συσσώρευση τόκων υπερημερίας διογκώνει δραματικά το ιδιωτικό χρέος. Δημοσιευμένα στοιχεία αναφέρουν ότι οι οφειλές που συνδέονται με τα κόκκινα δάνεια μπορεί να εκτοξεύονται πολύ πάνω από την αρχική αξία τους, εγκλωβίζοντας νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις σε έναν φαύλο κύκλο χρέους από τον οποίο δύσκολα μπορούν να εξέλθουν.
Η «κανονικότητα» των πολλών ταχυτήτων
Κάπως έτσι καταλήγουμε στην «κανονικότητα» μιας οικονομίας πολλών ταχυτήρων. Αυτό σημαίνει ότι από τη μία πλευρά υπάρχουν οι επίσημοι δείκτες εμφανίζουν ανάπτυξη και δημοσιονομική σταθερότητα. Από την άλλη όμως, η καθημερινότητα των πολιτών χαρακτηρίζεται από διαρκή συμπίεση εισοδημάτων, αβεβαιότητα και συσσώρευση χρεών. Η ακρίβεια μειώνει την αγοραστική δύναμη, τα υψηλά επιτόκια επιβαρύνουν τους δανειολήπτες, τα κόκκινα δάνεια παραμένουν ανοιχτή πληγή και η στεγαστική κρίση μετατρέπεται σε κοινωνικό πρόβλημα πρώτης γραμμής.
Με τα παραπάνω θα πρέπει να αναμετρηθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνηση. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τέτοια προβλήματα δεν λύνονται με επικοινωνιακού τύπου μέτρα-φωτοβολίδες απ’ αυτά που ακούγονται κατά καιρούς στις εκάστοτε ΔΕΘ.



