«Ήμουν πολύ θυμωμένος». «Αυτό ήταν το τέλος». Έντεκα χρόνια μετά τις δραματικές ημέρες του 2015, οι φράσεις του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ και του Τόμας Βίζερ φωτίζουν εκ των έσω το παρασκήνιο μιας απότς μεγαλύτερες πολιτικές και οικονομικές κρίσης που βίωσε η Ελλάδα στη σύγχρονη ιστορία της.
Το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ «Στο Χιλιοστό», ανοίγει τον φάκελο των γεγονότων που έφεραν τη χώρα μια ανάσα από την έξοδο από το ευρώ και καταγράφει, μέσα από μαρτυρίες πρωταγωνιστών, τις κρίσιμες αποφάσεις, τις συγκρούσεις και τα δραματικά διλήμματα που σημάδεψαν εκείνο το καλοκαίρι.
Από τα απρόσμενα τηλεφωνήματα του Γιούνκερ σε ελληνικές οικογένειες που δοκιμάζονταν από την κρίση, μέχρι το παρασκήνιο της απόφασης του Αλέξη Τσίπρα για το δημοψήφισμα και την επεισοδιακή αποχώρηση του Γιάνη Βαρουφάκη από το Eurogroup, το ντοκιμαντέρ αποκαλύπτει δύο κόσμους που κινούνταν σε διαφορετικές τροχιές και τελικά συγκρούστηκαν μετωπικά.
Την ώρα που στις Βρυξέλλες οι Ευρωπαίοι ηγέτες διαπραγματεύονταν σκληρά για να καλυφθεί ένα χρηματοδοτικό κενό μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, στην Ελλάδα η αβεβαιότητα μετατρεπόταν σε καθημερινό φόβο: ουρές στα ΑΤΜ, ανησυχία για τις καταθέσεις, αγωνία για την επόμενη ημέρα και ένα ασφυκτικό σκηνικό που έφερε τη χώρα στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης.
Πρόκειται για την καταγραφή μιας ιστορικής στιγμής κατά την οποία η Ελλάδα βρέθηκε κυριολεκτικά «στο χιλιοστό» πριν από μια εξέλιξη που θα μπορούσε να αλλάξει οριστικά την πορεία της χώρας και της Ευρώπης.
Το κρίσιμο 2015: Αδιέξοδο και εντάσεις
Η κατάσταση στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης παρέμενε εκρηκτική.
Η Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ (2005-2021) έθετε το πλαίσιο των πιέσεων προς την Αθήνα: «Συζητήσαμε τη διαδικασία, τα επόμενα βήματα, και τον παροτρύναμε [τον Έλληνα Πρωθυπουργό] να αποδεχθεί την ασυνήθιστα γενναιόδωρη προσφορά των τριών θεσμών, ώστε να γίνει αυτό το τελευταίο βήμα».
Η απάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, βασιζόταν σε μια τελείως διαφορετική φιλοσοφία: «Οι θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ είναι η δημοκρατία, η αλληλεγγύη, η ισότητα και ο αμοιβαίος σεβασμός. Αυτές οι αρχές δεν βασίστηκαν σε εκβιασμούς. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να θέτει σε κίνδυνο αυτές τις αρχές».
Η απόφαση για το δημοψήφισμα
Η ρήξη δεν άργησε να μεταφερθεί στο εσωτερικό της ελληνικής κυβέρνησης, με τα γεγονότα να εξελίσσονται με καταιγιστικούς ρυθμούς. Ο τότε Υπουργός Άμυνας, Πάνος Καμμένος (2015-2019), θυμάται το ξαφνικό τηλεφώνημα: «Με τον Πρωθυπουργό επικοινωνούσαμε συνήθως κάθε πρωί στις 8.30 με 9. Δέχομαι ένα τηλέφωνο, κατά τις 7 η ώρα, 6.30. Ήταν στις Βρυξέλλες. Κατάλαβα από τη φωνή του ότι τα πράγματα ήταν δύσκολα. Και τον ρώτησα αν θέλει να πάω. Μου λέει “έλα”».
Την ίδια ώρα, ο Νίκος Παππάς, Υπουργός Επικρατείας (2015-2016), περιγράφει τις στιγμές που η κυβερνητική ομάδα ενημερώθηκε για τις εξελίξεις: «Μας ξυπνάνε το επόμενο πρωί οι άνθρωποι του γραφείου του Πρωθυπουργού, ο οποίος καλεί μια σύσκεψη στον 25ο στο ξενοδοχείο. Και είπε ότι δεν έχουμε καμία δυνατότητα αυτή τη στιγμή να ελπίζουμε σε κάτι βιώσιμο, πρέπει να ερωτηθεί ο ελληνικός λαός με βάση αυτό που έχουμε στα χέρια μας».
Στην αντίπερα όχθη, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος βρήκε στην απόφαση αυτή μια πολιτική διέξοδο, σκεπτόμενος «επιτέλους», καθώς, όπως σημειώνει: «Δεν υπήρχε κατά τη γνώμη μου καμία άλλη πολιτική διέξοδος από τον ευρωπαϊκό εκβιασμό». Την ίδια γραμμή στήριζε και η τότε Πρόεδρος της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Σε παλαιότερη δήλωσή της τόνιζε πως «οι δανειστές επιχειρούν να τιμωρήσουν την κυβέρνηση που αντιστέκεται και τον λαό που δεν υποτάσσεται και δεν πειθαρχεί», ενώ συμπληρώνει σήμερα: «Αισθάνθηκα λοιπόν ανακούφιση. Ότι θα γίνει δημοψήφισμα και θα αποφασίσει ο λαός».
Η απόφαση για το δημοψήφισμα, ωστόσο, δεν βρήκε ομόφωνη στήριξη στο υπουργικό συμβούλιο. Ο Γιώργος Σταθάκης εξηγεί τη δική του διαφωνία: «Το δίλημμα ήταν απλό. Έπρεπε να πάμε ή σε δημοψήφισμα ή σε εκλογές. Εγώ ήμουν υπέρ του να γίνουν εκλογές».
Τις εσωτερικές ισορροπίες και τις επιφυλάξεις αποκαλύπτει αναλυτικότερα ο Δημήτρης Μάρδας, τότε Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών: «Εκείνη την ώρα τρεις εξέφρασαν κάποια επιφύλαξη. Ο κ. Σταθάκης ο οποίος θυμάμαι είπε να πάμε σε εκλογές. Ο κ. Δραγασάκης ο οποίος ήταν πολύ συγκρατημένος, γιατί ήταν και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, και ο τρίτος ήμουν εγώ. Τους είχα πει τότε ότι φοβάμαι ότι δεν θα είναι κατανοητό το νόημα του δημοψηφίσματος».
Όταν ο Παναγιώτης Λαφαζάνης ρωτήθηκε αν κάποιος έθεσε το ερώτημα «αν δεν κάνουν πίσω οι Ευρωπαίοι εμείς τι κάνουμε», ο ίδιος απάντησε αφοπλιστικά: «Ναι, το ρωτήσαμε αλλά δεν δόθηκε απάντηση σε αυτό. Απορρίπτοντας το σχέδιο… Το να περιμένει κανείς να γίνει επαναδιαπραγμάτευση για να υπάρξει κάποιο άλλο σχέδιο και τα λοιπά, ήτανε μια ουτοπία».
Η αντίδραση των ξένων ηγετών
Η ανακοίνωση του δημοψηφίσματος προκάλεσε σοκ στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ο Φιλίπ Λεκγλίζ-Κοστά περιγράφει τις πρώτες διεθνείς επαφές: «Ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να μιλήσει εκ νέου με τη Γερμανίδα Καγκελάριο και τον πρόεδρο Ολλάντ. Κι εκεί τους ενημέρωσε πως θα οργάνωνε δημοψήφισμα. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο ποιο θα ήταν το ερώτημα και τι θα στήριζε ο Έλληνας πρωθυπουργός. Γιατί αυτό καθόριζε τι αποτέλεσμα μπορούσαμε να περιμένουμε».
Το κλίμα μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος γίνεται ακόμα πιο βαρύ, με τις διεθνείς αντιδράσεις να κινούνται μεταξύ οργής, απογοήτευσης και απόλυτου αιφνιδιασμού. Για τους έμπειρους τεχνοκράτες των Βρυξελλών, η κίνηση της Αθήνας δεν μεταφράστηκε απλώς ως μια πολιτική διαφωνία, αλλά ως η αρχή του τέλους.
Ο Τόμας Βίζερ περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τις σκέψεις του εκείνη τη νύχτα: «Σκεφτόμουν τους The Doors. Για πολλούς νεότερους, ένα άγνωστο ροκ συγκρότημα από την Καλιφόρνια. Αλλά ένας από τους ήχους που έχω στα αυτιά μου είναι ο στίχος “Αυτό είναι το τέλος, φίλε μου.” Και σχεδόν ήταν.»
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, δεν κρύβει την έντονη ενόχληση και τον θυμό του για τη στρατηγική επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης: «Μας εξέπληξε τελείως. Πρώτον, δεν υπήρχε καμία συμφωνία. Γιατί, λοιπόν, να δημιουργήσει αυτή την πολιτική δυναμική; Και δεύτερον, αν πρόκειται να κάνεις κάτι τέτοιο, θα ήταν συνετό να το συζητήσεις με τους εταίρους σου πρώτα. Είχα ταραχτεί πολύ. Είχα θυμώσει για τον απλούστατο λόγο πως δεν ήταν έντιμο απέναντι στον ελληνικό λαό. Του υπόσχονταν μια καλύτερη συμφωνία, ενώ ήξερα πως δεν υπήρχε καλύτερη συμφωνία».
Ο τότε Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Τζακ Λιου, θυμάται την επείγουσα τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Έλληνα Πρωθυπουργό: «Ήμουν σε ένα αυτοκίνητο στη Νέα Υόρκη και μιλούσα μαζί του στο τηλέφωνο και του είπα: “Απλώς δεν το καταλαβαίνω” και είπε: “Η δημοκρατία είναι πολύ σημαντική στην Ελλάδα και πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το σύστημα, που είναι ελληνικό”. Και έλεγε συνεχώς πως ήταν κάτι λογικό στην Ελλάδα. Δεν μπορούσαμε να δούμε πώς θα τελείωνε, αφήνοντάς του χώρο να κάνει περισσότερα, όχι λιγότερα. Γιατί αν ρωτήσεις τον κόσμο να κόψεις τα επιδόματά του, η απάντηση σε κάθε χώρα θα είναι όχι.»
Στην ερώτηση αν εκείνη τη στιγμή όλοι πίστεψαν ότι η Ελλάδα βαδίζει πλέον οριστικά προς την έξοδο από το ευρώ, ο Μαργαρίτης Σχοινάς απαντά κοφτά: «Ναι. Ειδικά όταν άκουσα ότι εμείς θα προτείνουμε το “όχι”. Αυτό ήτανε ένα ηλεκτροσόκ».
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δεν στάθηκαν μόνο στον αιφνιδιασμό, αλλά εξαπέλυσαν δριμεία επίθεση στη φύση και τη νομιμότητα του ερωτήματος που κλήθηκαν να απαντήσουν οι Έλληνες πολίτες. Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ παίρνει ξεκάθαρη θέση, χαρακτηρίζοντάς το ουσιαστικά προϊόν παραπλάνησης: «Η ερώτηση ήταν ένα ψέμα, δεν ήταν; Η ερώτηση ήταν αν θέλουν τη συμφωνία. “Η συμβουλή μας είναι να πείτε όχι.” Δεν υπήρχε συμφωνία. Και υπήρχε και το ερώτημα: ποια ήταν η εναλλακτική; Κανονικά, όταν απευθύνεσαι στους ψηφοφόρους, λες “Δεν είναι ανάγκη να το δεχτείτε, έχουμε καλύτερο σχέδιο.” Αλλά δεν υπήρχε καλύτερο σχέδιο. Υπήρχε μόνο η αόριστη υπόσχεση καλύτερης συμφωνίας αν ψηφίσουν “όχι”. Ο κόσμος παραπλανήθηκε».
Το επόμενο πρωί μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, το σκηνικό μεταφέρθηκε στις Βρυξέλλες, σε μία από τις πιο δραματικές και επεισοδιακές συνεδριάσεις στην ιστορία του Eurogroup. Η ελληνική πλευρά, έχοντας ήδη επιλέξει τον δρόμο της κάλπης, προσήλθε στη συνάντηση ζητώντας παράταση του υφιστάμενου προγράμματος, γεγονός που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση των ομολόγων της.
Απαντώντας σε ερώτηση για το πώς υποδέχθηκαν οι εταίροι το ελληνικό αίτημα, ο Γερούν Ντάισελμπλουμ περιγράφει το κλίμα: «Μιλούσαμε μαζί τους για μήνες, κάνοντας σοβαρές διαπραγματεύσεις και προτού υπάρξει συμφωνία ανακοίνωσαν στον λαό και του ζητούσαν να την απορρίψει και να πει όχι. Την επόμενη μέρα έρχεται στο Eurogroup και λέει: “Μπορούμε να έχουμε νέο δάνειο; Μια επέκταση;” Τον ρώτησα αμέσως: “Είσαι τρελός; Θέλεις στα αλήθεια επέκταση μετά απ’ ό,τι έγινε χθες;”»
Ο Χάρης Γεωργιάδης, τότε Υπουργός Οικονομικών της Κύπρου (2013-2019), αποτυπώνει το αίσθημα πλήρους αποξένωσης που επικρατούσε στην αίθουσα: «Κανείς δεν ήθελε να ασχοληθεί περαιτέρω με την Ελλάδα. Αφού αυτό αποφάσισαν, ας πάνε στο καλό. Εμείς θα συνεχίσουμε τη δική μας πορεία. Δεν θέλουμε να ξανακούσουμε κουβέντα από τον Έλληνα Υπουργό Οικονομικών. Τελείωσε».
Στην αντεπίθεση του Γιάνη Βαρουφάκη, ο οποίος δήλωσε στον Ντάισελμπλουμ πως «χρειαζόμαστε την επέκταση για να μην επέλθει το χάος», ο Πρόεδρος του Eurogroup απάντησε κοφτά: «Εσείς δημιουργήσατε αυτή την κατάσταση».
Η σύγκρουση κορυφώθηκε όταν ο Γερούν Ντάισελμπλουμ αποφάσισε να λήξει πρόωρα τη σύσκεψη, διαπιστώνοντας πως κανένα κράτος-μέλος δεν ήταν διατεθειμένο να υποχωρήσει: «Είπα “αυτό είναι το τέλος”. Κοίταξα γύρω στην αίθουσα. Όλοι κουνούσαν τα κεφάλια τους, έλεγαν “αποκλείεται, αυτό ήταν. Δεν θα γίνει επέκταση”. [Ο Βαρουφάκης] διαφώνησε τότε και είπε “δεν μπορείτε να πάρετε αυτή την απόφαση” και του είπα “γιατί όχι;” Και είπε “οι αποφάσεις του Eurogroup πρέπει να είναι πάντα ομόφωνες”. Κι εκείνη τη στιγμή ο Βαρουφάκης έφυγε από την αίθουσα. Απλώς σηκώθηκε κι έφυγε. Ήταν μια αναπάντεχη κατάσταση. Όλοι ένιωθαν τη σημασία, την ένταση.»
Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της Ευρωζώνης που ένας υπουργός αποχωρούσε από τη συνεδρίαση «κοπανώντας την πόρτα». Το πολιτικό μήνυμα των πιστωτών ήταν πλέον σαφές: «Εντάξει, εδώ σταματάμε. Βγαίνετε από το πρόγραμμα. Καλή τύχη».
Για τον ίδιο τον Ντάισελμπλουμ, η στιγμή εκείνη σήμανε την προσωπική του αποτυχία, προκαλώντας του έντονο ψυχολογικό και σωματικό στρες: «Προσωπικά, ένιωσα για πρώτη φορά πως έχασα τον έλεγχο. Πως ουσιαστικά αποτύχαμε. Γιατί η θέση μου πάντα ήταν πώς θα κρατήσουμε την Ελλάδα εντός. Θα είναι πολύ δύσκολο να συμφωνήσουν όλοι. Αλλά θα κρατήσουμε την Ελλάδα εντός. Ακόμα και με αυτή την κυβέρνηση, έτσι σκεφτόμουν. Και βασικά, αυτή ήταν η στιγμή που έφυγε από τα χέρια μου. Ξέρεις, όταν έχεις στρες και το νιώθεις στο σώμα σου, αλλά δεν μπορείς να το εκφράσεις. Γιατί πρέπει να παραμείνεις ήρεμος, ψύχραιμος και συγκροτημένος. Και πρέπει να μιλάς με ακρίβεια και σαφήνεια. Αλλά κατά κάποιο τρόπο ανατριχιάζεις μέσα σου. Νιώθεις την ένταση στο δέρμα σου. Έτσι ένιωθα.»
Μέσα σε λίγα λεπτά, ο Ολλανδός αξιωματούχος βρέθηκε στην αίθουσα Τύπου, η οποία ήταν ασφυκτικά γεμάτη, καθώς οι δημοσιογράφοι είχαν ήδη πληροφορηθεί ότι η κατάσταση είχε εκτροχιαστεί πλήρως.
Ο φόβος για «αιματοχυσία»
Η απόφαση για το κλείσιμο των τραπεζών λήφθηκε σε μια δραματική σύσκεψη στο Υπουργείο Οικονομικών. Ο Γιάννης Στουρνάρας αποκαλύπτει το παρασκήνιο, τις εσωτερικές επιστολές, αλλά και το ακραίο εναλλακτικό σχέδιο που θα μπορούσε να εφαρμόσει προκειμένου να μην ανοίξουν οι τράπεζες τη Δευτέρα:
«Το επόμενο βήμα, πήγαμε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ήτανε όλοι, Τράπεζα της Ελλάδος, Υπουργείο Οικονομικών, Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, εμπορικοί τραπεζίτες, και τους είπαμε “αυτό είναι το σχέδιο. Πρέπει να πάμε σε κλείσιμο τραπεζών και capital controls”. Οι τράπεζες θα πρέπει να παραμείνουν κλειστές μέχρις ότου βρεθεί συμφωνία.»
Όταν ο Διοικητής της ΤτΕ ρωτήθηκε αν το οικονομικό επιτελείο κατανοούσε τη λειτουργία της ΕΚΤ, η απάντησή του ήταν αρνητική:
«Όχι πολύ. Να γυρίσουμε λίγο πίσω να σας πω για τις επιστολές που διαρκώς έστελνα στον Πρωθυπουργό και του εξηγούσα τι θα συμβεί εάν δεν υπάρχει πρόγραμμα, ότι θα κοπεί η χρηματοδότηση, θα πάμε σε ELA. Υπήρχε αυτή η διελκυστίνδα η συνεχής. Αναγκάστηκα να πάω στον κύριο Δραγασάκη τότε και να του πω ότι όπως πάμε, αν δεν υπάρχει συμφωνία στο Eurogroup, φοβάμαι ότι θα υπάρξει κάποια στιγμή… bank run. Του λέω “αυτό είναι το manual. Αυτό θα εφαρμοστεί. Αυτές θα είναι οι συνέπειες”. Κάθε χώρα όφειλε να έχει ένα τέτοιο manual. Και είχαμε κι εμείς. Φύγαμε νωρίς το απόγευμα με συμφωνία ότι τα έχουμε βρει. Και είπαμε ότι 12 το βράδυ θα γίνει η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου να δούμε πώς ακριβώς πάει, διότι η απόφαση ήταν ότι δεν θα πρέπει να ανοίξουν με τίποτα οι τράπεζες τη Δευτέρα. Να σας το πω έτσι: Φοβόμασταν αιματοχυσία. Άρα τις τράπεζες δεν θα τις αφήναμε να ανοίξουν. Εάν δεν κλείνανε με επίσημο τρόπο, με ΦΕΚ, είχαμε και άλλους τρόπους να το κάνουμε, αλλά πολύ πιο επώδυνους, το οποίο θα διαιώνιζε μια κατάσταση: Να αφαιρούσαμε τις άδειες από τις τράπεζες. Δεν θα είχε τράπεζες όμως η Ελλάδα πια. Θα ήτανε μια κατάσταση πρωτόγονη. Αλλά και πάλι καλύτερη από το να ανοίγανε οι τράπεζες.»
Τη Δευτέρα το πρωί, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μετατράπηκε σε ένα ιδιότυπο κέντρο επιχειρήσεων. Ο Δημήτρης Μάρδας, Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, περιγράφει την επιχείρηση express που στήθηκε: «Άδειασε ένας ολόκληρος όροφος. Με καροτσάκια μεταφέρονταν υπολογιστές, εκτυπωτές από το Υπουργείο Οικονομικών και από την Τράπεζα της Ελλάδος, όπου ήρθαν στελέχη και εγκαταστάθηκαν εδώ. Ήρθαν οι κομπιουτεράδες, όλοι σύνδεσαν τα συστήματα έτσι ώστε να λειτουργούν άψογα χωρίς κανένα πρόβλημα».



