Μετά την παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ιράν δεν σταματά. Αλλάζει πεδίο. Από το στρατιωτικό μέτωπο περνά στο οικονομικό, με την Ουάσινγκτον να επιχειρεί να διαλύσει την αρχιτεκτονική που επέτρεπε για χρόνια στους Φρουρούς της Επανάστασης να χρηματοδοτούνται μέσω σκιωδών δικτύων, λαθραίων διαδρομών πετρελαίου και κινεζικών διυλιστηρίων.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο χαρακτήρισε τα Στενά του Ορμούζ «οικονομικό πυρηνικό όπλο», περιγράφοντας έτσι τη στρατηγική πρόθεση των IRGC: να κρατούν υπό απειλή το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη και να το χρησιμοποιούν ως μοχλό πίεσης απέναντι στις διεθνείς αγορές και την ίδια την Ουάσινγκτον.
Η ανάλυση της Ζινέμπ Ριμπούα, αναλύτριας του Hudson Institute στο Sky News Australia υποστηρίζει ότι το Ιράν δεν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει αυτό το «όπλο», καθώς ο ναυτικός αποκλεισμός των ΗΠΑ στα Στενά του Ορμούζ αφαίρεσε από τους Φρουρούς της Επανάστασης το βασικό τους εργαλείο εκβιασμού. Πλέον, η επιχείρηση Operation Economic Fury έρχεται να μετατρέψει την αποτυχία αυτή σε βαθύτερο στρατηγικό πλήγμα για την Τεχεράνη.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η κατάπαυση των στρατιωτικών επιχειρήσεων δεν σημαίνει κατάπαυση της σύγκρουσης. Η οικονομική εκστρατεία συνεχίζεται με πλήρη ένταση, στοχεύοντας όχι μόνο τα ιρανικά χρηματοδοτικά δίκτυα, αλλά και την κινεζική βιομηχανική και χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική που τα στήριζε.
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι Φρουροί της Επανάστασης είχαν χτίσει επί δεκαετίες ένα σύνθετο δίκτυο από εταιρείες-βιτρίνες, πλοία με μεταβαλλόμενες ταυτότητες, σκιώδεις τραπεζικούς διαύλους και ενδιάμεσους τρίτων χωρών. Αυτό το σύστημα επέτρεπε στα έσοδα από το πετρέλαιο να συνεχίζουν να ρέουν, ακόμη και όταν επιβάλλονταν νέες κυρώσεις.
Η Ουάσινγκτον, στο παρελθόν, χτυπούσε μεμονωμένους κόμβους του δικτύου. Η Τεχεράνη απορροφούσε το πλήγμα και έβρισκε νέες διαδρομές. Αυτή τη φορά, όμως, η αμερικανική πίεση στρέφεται κατά της ίδιας της αρχιτεκτονικής παράκαμψης των κυρώσεων, όχι απλώς κατά επιμέρους προσώπων ή εταιρειών.
Εδώ μπαίνει στο κάδρο η Κίνα. Κατά την ανάλυση, το σύστημα αυτό επιβίωσε επειδή το Πεκίνο δημιούργησε την υποδομή που το στήριζε. Η Κίνα φέρεται να παρείχε χρηματοδοτικούς μηχανισμούς, μεθόδους απόκρυψης της προέλευσης του ιρανικού αργού, εναλλαγές ταυτοτήτων πλοίων και πληρωμές μέσω τρίτων χωρών.
Καθοριστικό ρόλο είχαν τα μικρότερα κινεζικά διυλιστήρια, τα λεγόμενα teapot refineries, τα οποία απορροφούσαν μεγάλο μέρος των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου προς την Κίνα. Οι συναλλαγές αυτές, σύμφωνα με το κείμενο, γίνονταν σε δολάρια και έδιναν στους IRGC σκληρό νόμισμα για τη χρηματοδότηση πυραύλων, drones και μεταφοράς όπλων σε περιφερειακούς πληρεξουσίους.
Η πιο σοβαρή διάσταση, όμως, αφορά την Ταϊβάν. Η ανάλυση υποστηρίζει ότι ο Σι Τζινπίνγκ χρησιμοποίησε το Ιράν ως «πεδίο δοκιμών» για τεχνικές παράκαμψης κυρώσεων, τις οποίες το Πεκίνο θα μπορούσε να ενεργοποιήσει σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα αν οι ΗΠΑ πίεζαν άμεσα κινεζικά ζωτικά συμφέροντα.
Η σχέση Ιράν – Κίνας, επομένως, δεν παρουσιάζεται απλώς ως εμπορική. Παρουσιάζεται ως στρατηγικό εργαστήριο. Κάθε επιτυχημένη μεταφορά ιρανικού πετρελαίου δεν έδινε μόνο χρήμα στην Τεχεράνη. Δοκίμαζε ταυτόχρονα την αντοχή ενός συστήματος οικονομικής παράκαμψης που θα μπορούσε κάποτε να χρησιμοποιηθεί από την Κίνα.
Στο πλαίσιο της νέας αμερικανικής πίεσης, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επέβαλε κυρώσεις σε 35 οντότητες και πρόσωπα που φέρονται να διαχειρίζονται την ιρανική σκιώδη τραπεζική αρχιτεκτονική, ενώ ταυτόχρονα στοχοποίησε 19 πλοία του σκιώδους στόλου.
Το μήνυμα είναι διπλό: προς την Τεχεράνη ότι δεν υπάρχει πλέον ασφαλές παράθυρο ανασύνταξης και προς το Πεκίνο ότι οι ΗΠΑ έχουν αρχίσει να χαρτογραφούν και να αποδομούν τους μηχανισμούς που η Κίνα δοκίμαζε μέσω Ιράν.
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν το κεντρικό γεωοικονομικό διακύβευμα. Από εκεί διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, κάτι που σημαίνει ότι η υπόθεση δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αφορά την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, την Ευρώπη και κάθε οικονομία που εξαρτάται από την ασφαλή ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο.
Γι’ αυτό η Ουάσινγκτον παρουσιάζει την Operation Economic Fury όχι ως στενά αμερικανική επιχείρηση, αλλά ως κίνηση υπέρ ολόκληρου του συμμαχικού συστήματος. Αν οι Φρουροί της Επανάστασης μπορούν να μετατρέψουν το Ορμούζ σε όπλο, τότε απειλείται συνολικά η παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια.
Ο δηλωμένος στόχος της επιχείρησης είναι να εξαναγκαστούν οι IRGC να εγκαταλείψουν το πυρηνικό πρόγραμμα και τις επαναστατικές φιλοδοξίες τους στην περιοχή. Το αν αυτό θα επιτευχθεί παραμένει αβέβαιο.
Αυτό που ήδη συμβαίνει, όμως, είναι η αποδόμηση ενός δικτύου που δεν ανήκε μόνο στην Τεχεράνη. Ανήκε και στη στρατηγική υπομονή του Πεκίνου.
Με άλλα λόγια, αυτό που φαίνεται ως οικονομική εκστρατεία κατά του Ιράν είναι ταυτόχρονα και προειδοποιητικό χτύπημα κατά της Κίνας. Η Ουάσινγκτον δεν χτυπά μόνο τους Φρουρούς της Επανάστασης. Χτυπά το εργαστήριο οικονομικής παράκαμψης που η Κίνα έχτιζε για την επόμενη μεγάλη σύγκρουση.


