Skip to content

Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν: αποτροπή, όχι επίθεση

Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν παρουσιάζεται συστηματικά ως άμεση επιθετική απειλή για το Ισραήλ, όμως ο βασικός του ρόλος είναι η αποτροπή. Όπως και η Βόρεια Κορέα, έτσι και το Ιράν –και στο μέλλον πιθανότατα και η Τουρκία– επιδιώκουν ή θα επιδιώξουν πυρηνική ικανότητα ώστε να αποτρέπουν στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον τους, όχι για να επιτεθούν πρώτοι και να αυτοκαταστραφούν. Από την αντίθετη πλευρά, Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ δεν θέλουν το Ιράν να αποκτήσει αποτρεπτικό πυρηνικό όπλο, ώστε να μπορούν να το πιέζουν στρατιωτικά και πολιτικά χωρίς τον κίνδυνο ισχυρής απάντησης.

Ο πόλεμος με το Ιράν τραυματίζει πρώτα το Ισραήλ

Το Ισραήλ επιδίωξε να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία, όπου οι οργανώσεις-«πληρεξούσιοι» του Ιράν (Hamas, Hezbollah κ.ά.) έχουν χτυπηθεί ή αποδυναμωθεί, για να πλήξει καίρια την Τεχεράνη. Παρ’ όλα αυτά, δεν φαίνεται να μπορεί να εξαλείψει πλήρως τη βαλλιστική ικανότητα του Ιράν ούτε να καταστρέψει ουσιαστικά τη δυνατότητα ανάπτυξης πυρηνικού όπλου, αφού η τεχνογνωσία και οι υποδομές μπορούν να ανασυσταθούν. Το Ισραήλ έχει σαφώς μικρότερη ικανότητα απορρόφησης χτυπημάτων σε σχέση με το Ιράν, άρα είναι πιθανό να βγει πιο τραυματισμένο, έχοντας απλώς φέρει τον πόλεμο μέσα στις δικές του πόλεις.

Αμερικανική στρατηγική: από την υποβάθμιση στην επιτάχυνση της παρακμής

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε πορεία σχετικής υποχώρησης ισχύος, και η σημερινή τους πολιτική δείχνει περισσότερο να επιταχύνει αυτή την πορεία παρά να την ανακόπτει. Η διαχείριση ζητημάτων όπως ο εμπορικός πόλεμος με την Κίνα, η κρίση στην Ουκρανία, οι σχέσεις με την Ευρώπη και η εμπλοκή στη Μέση Ανατολή χαρακτηρίζονται από ερασιτεχνισμό, αποσπασματικότητα και έλλειψη συνεκτικού σχεδίου. Αντί να διαπραγματεύονται πακέτα (ασφάλεια στην Ευρώπη, εμπορικές συμφωνίες, κοινή στάση απέναντι στη Ρωσία), αφήνουν όλα τα μέτωπα ανοιχτά, καταλήγοντας σε φιάσκα χωρίς απτά στρατηγικά οφέλη.

Ο πόλεμος ως μοχλός διάδοσης των πυρηνικών όπλων

Η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, που τυπικά επιδιώκει τη μη διασπορά των πυρηνικών, στην πράξη ωθεί πολλές χώρες να σκεφτούν σοβαρά την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων ως ασπίδα. Κράτη που βλέπουν τι συμβαίνει στο Ιράν, στο Ιράκ, στη Λιβύη ή στη Συρία, αντιλαμβάνονται ότι χωρίς αποτρεπτική ισχύ μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρεθούν στον ρόλο του επόμενου «στόχου». Αυτό δεν αφορά μόνο χώρες αντίπαλες με τη Δύση· ακόμη και σύμμαχοι των ΗΠΑ μπορεί να εξετάσουν «σιωπηλά» την πυρηνική θωράκιση, ώστε να μη βρεθούν σε αντίστοιχη θέση αδυναμίας.

Αλλαγή καθεστώτος ή διάλυση κράτους;

Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι οι επεμβάσεις για «αλλαγή καθεστώτος» δεν οδήγησαν σε δημοκρατικές μεταβάσεις αλλά σε διάλυση κρατών: Ιράκ, Λιβύη, Συρία είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στην περίπτωση του Ιράν, η διάλυση ενός μεγάλου, δομημένου κράτους θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη και θα οδηγούσε σε χάος με απρόβλεπτες συνέπειες για όλη την περιοχή. Ακόμη κι αν άλλαζε η πολιτική ηγεσία, δεν είναι δεδομένο ότι το Ιράν θα προσχωρούσε στη «Δύση», αφού οι γεωγραφικοί, οικονομικοί και γεωπολιτικοί παράγοντες το συνδέουν στενά με Ρωσία και Κίνα.

Προς έναν πολυπολικό αλλά ασταθή κόσμο

Το διεθνές σύστημα κινείται από μια σχετική μονοπολικότητα σε μορφές πολυπολικότητας, αλλά αυτή η πολυπολικότητα έχει στοιχεία αταξίας. Η ισχύς μετατοπίζεται προς την Ανατολή και προς ενδιάμεσες περιφερειακές δυνάμεις, χωρίς να υπάρχει σταθερό νέο «σύστημα κανόνων». Ο βασικός «εργολάβος του πολέμου» σήμερα δεν είναι οι ανερχόμενες δυνάμεις, αλλά εκείνος που προσπαθεί να μη χάσει την κυριαρχία του: οι Ηνωμένες Πολιτείες. Το ενδεχόμενο θερμών κρίσεων, όπως στην Ταϊβάν, συνδέεται με αυτό το πλαίσιο, με την Κίνα να αυξάνει γρήγορα το πυρηνικό της οπλοστάσιο ώστε να αποτρέψει κάθε σκέψη στρατιωτικής επιβολής σε βάρος της.

Η Ευρώπη, η Ρωσία και το έλλειμμα στρατηγικού αυτοσυμφέροντος

Η στάση της Ευρώπης απέναντι στη Ρωσία, ιδιαίτερα μετά την εισβολή στην Ουκρανία, δεν αντανακλά τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η ρητορική περί «ρωσικής απειλής» προς την Ευρώπη χρησιμοποιείται για άλλες γεωπολιτικές σκοπιμότητες, ενώ στην πράξη οι ευρωπαϊκοί λαοί πληρώνουν βαρύ τίμημα σε ενέργεια, οικονομία και ασφάλεια. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ισχύς τρίτων κρατών, αλλά η έλλειψη αυτόνομης στρατηγικής στην Ευρώπη, που ευθυγραμμίζεται με επιλογές οι οποίες δεν υπηρετούν τα δικά της μακροπρόθεσμα συμφέροντα.

Βασικές αρχές εξωτερικής πολιτικής που η Ελλάδα αγνοεί

Στις διεθνείς σχέσεις ισχύουν ορισμένες απλές αρχές: ο φίλος του φίλου δεν είναι απαραίτητα και δικός σου φίλος, ο εχθρός του φίλου δεν είναι αυτομάτως εχθρός σου, και σε έναν πόλεμο η αρχική θέση μίας χώρας μικρού και μεσαίου μεγέθους θα πρέπει να είναι ουδετερότητα, εκτός αν υπάρχει απόλυτα ζωτικός λόγος. Η Ελλάδα, αντίθετα, συχνά υιοθετεί μάξιμουμ ταύτιση με τις επιλογές της Δύσης (Ουκρανία, Ισραήλ–Ιράν) χωρίς να εξετάζει αν αυτό ωφελεί ή βλάπτει τα εθνικά της συμφέροντα. Η μονομερής καταδίκη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, χωρίς σαφή στάση απέναντι στην απρόκλητη επίθεση που δέχτηκε, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η Ελλάδα σε μια γειτονιά με Τουρκία, Ισραήλ και Ιράν

Στη Μέση Ανατολή υπάρχει ένα τρίγωνο περιφερειακών δυνάμεων: Ισραήλ – Ιράν – Τουρκία, με ανταγωνιστικές μεταξύ τους σχέσεις. Η μετατροπή αυτού του τριγώνου σε ένα δίπολο Ισραήλ–Τουρκίας με «εξαφανισμένο» το Ιράν δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι συμφέρει την Ελλάδα. Για μια χώρα που αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη απειλή από μεσαία περιφερειακή δύναμη (την Τουρκία), θα ήταν λογικό να διατηρεί σχέσεις με όλες τις γειτονικές χώρες της Τουρκίας: Ρωσία, χώρες του Καυκάσου, Ιράν, Ιράκ, Συρία, Κουρδικές οντότητες, Λιβύη, κ.λπ. Αντί γι’ αυτό, η ελληνική διπλωματία τα τελευταία χρόνια περιορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε Ισραήλ και Αίγυπτο, ευθυγραμμισμένη με τις αμερικανικές προτεραιότητες.

Χαμένες ευκαιρίες σε Αρμενία, Συρία, Κουρδικό, Λιβύη, Ιράν

Η Ελλάδα δεν αξιοποίησε κρίσιμες ευκαιρίες για να χτίσει δίκτυο σχέσεων γύρω από την Τουρκία. Δεν αντέδρασε ουσιαστικά στον πόλεμο Αζερμπαϊτζάν–Αρμενίας το 2020, παρότι υπήρχε σαφής τουρκικός ρόλος. Αποσύρθηκε από τη Συρία κλείνοντας την πρεσβεία, ενώ χώρες όπως η Τσεχία παρέμειναν. Περιόρισε σχεδόν στο μηδέν την επαφή με τους Κούρδους μετά την υπόθεση Oτσαλάν, άφησε το πεδίο της Λιβύης στην Τουρκία και τους συμμάχους της, και δεν διατήρησε ουσιαστικές σχέσεις με το Ιράν, παρότι αποτελεί κρίσιμο γεωπολιτικό αντίβαρο στην περιοχή. Αυτά συνθέτουν μια εικόνα χώρας που δεν χτίζει θέση, αλλά στέκεται παθητικά στην περιφέρεια των εξελίξεων.

Ο κίνδυνος για το Αιγαίο σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον

Καθώς η Ελλάδα έχει επιλέξει να είναι βασιλικότερη του βασιλέως στην ευθυγράμμιση με Ηνωμένες Πολιτείες και ΝΑΤΟ, υπάρχει ο κίνδυνος κάποια στιγμή να «τιμωρηθεί» με την επιβολή λύσης συνεκμετάλλευσης ή μοιράσματος στο Αιγαίο. Σε ένα σενάριο όπου οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν να σταθεροποιήσουν πάση θυσία τις σχέσεις τους με την Τουρκία, θα μπορούσαν να πιέσουν για «ρεαλιστική λύση» στα ελληνοτουρκικά, θίγοντας τον μέχρι σήμερα γεωπολιτικό έλεγχο που διατηρεί η Ελλάδα στο Αιγαίο. Η απουσία αυτόνομης στρατηγικής και η λογική του οπαδισμού στη Δύση καθιστούν τη χώρα εκτεθειμένη σε τέτοιου τύπου πιέσεις.

Τι σημαίνει να χτίζεις πραγματική θέση

Η περίπτωση του Ισραήλ από το 1948 και μετά δείχνει πώς μια χώρα, ακόμη και με προβληματική αφετηρία, οικοδόμησε μακρόπνοη στρατηγική για να αντιμετωπίσει τα ζητήματα ασφάλειας που η ίδια δημιούργησε. Με ισχυρές πλάτες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και με δικό του σχεδιασμό, προσπαθεί διαρκώς να θωρακίσει τη θέση του. Η Ελλάδα, με την απειλή από την Τουρκία να είναι σταθερή εδώ και δεκαετίες, θα έπρεπε να έχει αναπτύξει μια αντίστοιχα συνεκτική εθνική στρατηγική, κάτι που δεν έχει συμβεί. Αντί για Grand Strategy, περιοριζόμαστε σε αποσπασματικές κινήσεις και σε ευθυγραμμίσεις που συχνά δεν εξυπηρετούν τα δικά μας συμφέροντα.

Ήσασταν ενήμεροι για αυτές τις πτυχές της σύγκρουσης Ιράν–Ισραήλ και για το πόσο επηρεάζουν έμμεσα την Ελλάδα; Αν βρήκατε το κείμενο χρήσιμο, μοιραστείτε το με όσους μπορεί να τους ενδιαφέρει και αφιερώστε λίγο χρόνο για να περιηγηθείτε στον ιστότοπο και να διαβάσετε και άλλα σχετικά άρθρα πάνω στη γεωπολιτική, την εξωτερική πολιτική και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.