Η στρατηγική της FIFA να μετατρέπει το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου σε πεδίο πλειοδοσίας, δίνοντας διαδοχικά τη διοργάνωση σε πλούσιες χώρες χωρίς ποδοσφαιρική παράδοση Η αρχική υπόσχεση ήταν μεγαλεπήβολη: το φετινό Μουντιάλ είχε στόχο να αποτελέσει την κορύφωση της αμερικανικής «αθλητικής διπλωματίας», μια διοργάνωση-βιτρίνα αξίας 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων που θα αναδείκνυε την ισχύ, τις υποδομές και τη διεθνή επιρροή της Αμερικής. Αντί γι’ αυτό, μόλις δύο μήνες πριν από την έναρξη, η διοργάνωση βρίσκεται αντιμέτωπη με εντυπωσιακή κάμψη στη ζήτηση εισιτηρίων αλλά και κρατήσεων. Τα σημάδια είναι αποκαλυπτικά. Σε πόλεις-κλειδιά όπως το Ντάλας, το Μαϊάμι και η Ατλάντα, οι τιμές των ξενοδοχείων έχουν υποχωρήσει έως και 30% — το ακριβώς αντίθετο από αυτό που παρατηρείται δηλαδή παραδοσιακά σε διοργανώσεις ανάλογου μεγέθους, όπου οι τιμές συνήθως εκτοξεύονται όσο πλησιάζει η ημερομηνία έναρξης. Εκεί που αναμενόταν μαζική προσέλευση διεθνών επισκεπτών, καταγράφεται μια πρωτοφανής επιφυλακτικότητα. Τα στοιχεία από εταιρείες ανάλυσης της τουριστικής αγοράς δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα του διεθνούς φίλαθλου κοινού επιλέγει να μείνει μακριά. Οι ΗΠΑ εκλαμβάνονται ως μια διοργανώτρια χώρα πολιτικά ασταθής, οικονομικά απρόσιτη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ως εχθρικός προορισμός. Ο πόλεμος στο Ιράν και η επιθετική εξωτερική πολιτική της διακυβέρνησης Τραμπ επιβαρύνουν περαιτέρω το κλίμα. Καθοριστικό ρόλο φαίνεται να παίζει και το καθεστώς χορήγησης βίζα. Οι περιορισμοί έχουν επεκταθεί σε δεκάδες χώρες, μεταξύ των οποίων και κράτη με εθνικές ομάδες που έχουν προκριθεί στη διοργάνωση. Για τους φιλάθλους αυτών των χωρών, η παρουσία στο Μουντιάλ καθίσταται πρακτικά αδύνατη. Ακόμη και για όσους δεν υπόκεινται σε πλήρη απαγόρευση, οι αυστηρές διαδικασίες και το υψηλό κόστος λειτουργούν αποτρεπτικά. Η απαίτηση καταβολής υψηλών χρηματικών εγγυήσεων για την έκδοση βίζας μετατρέπει τη συμμετοχή σε προνόμιο για λίγους. Στην γενικότερη αποθάρρυνση προστίθεται και το θέμα των συνόρων. Αναφορές για εξονυχιστικούς ελέγχους, πολύωρες ανακρίσεις και αυθαίρετες κρατήσεις έχουν διαδοθεί ευρέως, ενισχύοντας την αίσθηση αβεβαιότητας. Για πολλούς φιλάθλους, το ενδεχόμενο να επενδύσουν σημαντικά ποσά για ταξίδι χωρίς καμία εγγύηση εισόδου λειτουργεί αποτρεπτικά. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η FIFA έχει ήδη προχωρήσει σε ακυρώσεις χιλιάδων κρατήσεων ξενοδοχείων, ενώ σε αρκετές πόλεις-οικοδεσπότες καταγράφεται σαφής μείωση της ζήτησης. Για όσους τελικά επιλέξουν να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ, το οικονομικό περιβάλλον κάθε άλλο παρά φιλόξενο είναι. Το κόστος μετακίνησης και παρακολούθησης των αγώνων έχει εκτοξευθεί: εισιτήρια, μεταφορές και βασικές υπηρεσίες τιμολογούνται σε επίπεδα που αποκλείουν τον μέσο φίλαθλο. Η εικόνα ενός «λαϊκού» Μουντιάλ, όπου φίλαθλοι από όλο τον κόσμο γεμίζουν τα γήπεδα, δίνει τη θέση της σε ένα κλειστό και ελιτίστικο μοντέλο. Οι συνέπειες για τις πόλεις που επένδυσαν δισεκατομμύρια σε υποδομές ενδέχεται να είναι σοβαρές. Οι προσδοκίες για σημαντικά οικονομικά οφέλη αποδεικνύονται υπεραισιόδοξες, ενώ η απουσία ξένων επισκεπτών περιορίζει δραστικά τα αναμενόμενα έσοδα. Ακόμη και αν οι εγχώριοι φίλαθλοι καλύψουν μέρος της ζήτησης – κάτι διόλου βέβαιο με τα σημερινά δεδομένα – το κενό που αφήνει η διεθνής παρουσία είναι δύσκολο να αναπληρωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, το Μουντιάλ του 2026 δίνει ένα σημαντικό μάθημα για τα όρια της στρατηγικής της FIFA. Η δυνατότητα μιας χώρας να κατασκευάζει εντυπωσιακά στάδια και να επενδύει τεράστια ποσά —η λεγόμενη «σκληρή ισχύς»— δεν αρκεί από μόνη της. Εξίσου κρίσιμη είναι η «ήπια ισχύς»: η ικανότητα να προσελκύεις ανθρώπους, να δημιουργείς αίσθηση φιλοξενίας και συμμετοχής. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο, η επιλογή των «υψηλότερων πλειοδοτών» και η συνεχής αναζήτηση νέων αγορών φαίνεται να συναντά το όριό της. Γιατί όσο το Παγκόσμιο Κύπελλο απομακρύνεται από το παραδοσιακό κοινό του, τόσο κινδυνεύει να χάσει αυτό που το έκανε παγκόσμιο φαινόμενο, την αίσθηση ότι ανήκει σε όλους.Αφιλόξενο περιβάλλον, εξοντωτικές τιμές
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Neostrategy.gr .


