Φέτος συμπληρώνονται έντεκα χρόνια από τον θάνατο του σ. Ισαάκ Ιορδανίδη την Κυριακή 19.4.2015.
Ο σ. Ισαάκ σε όλη του τη ζωή ήταν μια πρωτοπόρα και μαχητική προσωπικότητα του μαρξιστικού- λενινιστικού κινήματος που, ως το τέλος του, πορεύονταν σαν εμβληματική μορφή μέσα στις γραμμές του κόμματός του, του Μ-Λ ΚΚΕ. Από τα 87 χρόνια της ζωής του, τα 73 χρόνια τα διήνυσε μέσα στους αγώνες του κομμουνιστικού και λαϊκού κινήματος. 19 απ’ αυτά τα χρόνια τα πέρασε κρατούμενος στη Μακρόνησο και στις εξορίες του μετεμφυλιακού κράτους και της χούντας.
Δεν έλλειψε από καμία αγωνιστική κινητοποίηση και αποτελούσε παράδειγμα με την καθημερινή στάση και συνέπειά του. Η συμβολή του στην ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση του κινήματός μας με τα κείμενα και τις τοποθετήσεις του, είναι ανυπέρβλητη. Το ίδιο εξαιρετική ήταν και η συμβολή του στη διαπαιδαγώγηση των επόμενων γενιών και των νεότερων συντρόφων για τη στάση ζωής του καθενός. Στην υποταγή του ατομικού στο συνολικό. Στην αφοσίωση που πρέπει να διακρίνει κάθε κομμουνιστή στον αγώνα για τα ιδανικά του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
Το μήνυμα που μας άφησε με το προσωπικό του παράδειγμα, είναι η ασίγαστη πάλη για τη συστράτευση στον αγώνα. Στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό που ξαναμοιράζει τη γη, ξεθεμελιώνει πατρίδες, σφαγιάζει ηρωικούς λαούς, φέρνει τον φασισμό και τον πόλεμο, στον αγώνα για τη Λευτεριά, την Ειρήνη, την Εθνική Ανεξαρτησία και τον Σοσιαλισμό.
Καθώς αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 59 χρόνια από την επιβολή της αμερικανοστήριχτης δικτατορίας το 1967, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το άρθρο του σ. Ισαάκ στον μεταδικτατορικό «Λαϊκό Δρόμο» για τα αίτια της επιβολής της απριλιανής δικτατορίας.της 21 Απριλίου 1967 Στις 21 Απριλίου του 1967 πραγματοποιήθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα, που επέβαλε στην Ελλάδα ανοιχτή φασιστική διχτατορία.
Το στρατιωτικό – φασιστικό πραξικόπημα της 21 Απριλίου του 1967 οργανώθηκε και εκτελέστηκε από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό με όργανο μια χούφτα στρατιωτικούς, πράκτορες της αμερικάνικης C.I.A, που κρατούσαν θέσεις κλειδιά στον ελληνικό στρατό και σύμφωνα με το σχέδιο με την κωδική ονομασία «Σχέδιο Προμηθεύς». Το πραξικόπημα αυτό προετοιμαζόταν από καιρό και προωθήθηκε στις συγκεκριμένες αυτές στιγμές για να εξυπηρετήσει καθορισμένες ανάγκες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, τόσο από την άποψη της παγκόσμιας πολιτικής του όσο και ειδικά, από την άποψη της πολιτικής του στην Ελλάδα.Πρώτο, μέσα στις πλατειές λαϊκές μάζες, σαν αποτέλεσμα της άγριας οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής καταπίεσής τους από τις κυβερνήσεις των ντόπιων και ξένων μονοπωλίων, συντελούνταν βαθειές αλλαγές και ανακατατάξεις με κύριο γνώρισμα μια όλο και πιο γοργή αριστεροποίησή τους. Σημαντικές δυνάμεις εργαζομένων και νεολαίας, κύρια φοιτητικής, αποσπούνταν από την επιρροή των παλαιών πολιτικών σχημάτων, αστικών και ρεβιζιονιστικών και αναζητούσαν νέες, αγωνιστικές κατευθύνσεις. Αυτές οι δυνάμεις, παρ’ όλο που δεν είχαν ακόμα προσανατολιστεί ολοκληρωμένα στην πολιτική κατάσταση, ωστόσο αντιπροσώπευαν κιόλας μια άμεση απειλή για την αμερικανοκρατία και την υποτέλεια, που στην πορεία θα έπαιρνε σίγουρα τεράστιες διαστάσεις. Γενικά, «από τα κάτω», μέσα στις λαϊκές μάζες, ωρίμαζαν μεγάλα αγωνιστικά ξεσπάσματα, που δε θα ήταν δυνατό να τεθούν κάτω από έλεγχο με τα συνήθη μέσα της ψευτοκοινοβουλευτικής δημοκρατίας.Όπως απέδειξαν τα γεγονότα, οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, με όργανο το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ, προετοίμαζαν κιόλας δραστήρια την εξαπόλυση ενός επιθετικού πολέμου ενάντια στις αραβικές χώρες και έπρεπε γι’ αυτό να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ανενόχλητα και απρόσκοπτα την Ελλάδα σαν επιθετικό ορμητήριο. Και πραγματικά η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε τον Ιούνη του 1967, σαν η κυριότερη βάση ανεφοδιασμού των επιθετιστών και παντοειδούς ενίσχυσης των πολεμικών επιχειρήσεων των ισραηλινών επιδρομέων σε βάρος των αραβικών χωρών. Η επιβολή της στρατιωτικό – φασιστικής διχτατορίας στην Ελλάδα βρισκόταν, εξάλλου, σε αρμονία με τη γενικότερη τάση που χαρακτήριζε την πολιτική του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή η τάση για όλο και μεγαλύτερη αύξηση της επιθετικότητας, για ένταση της πολιτικής τής επέμβασης, της υποδούλωσης και του ελέγχου, για στήριξη της κυριαρχίας του στις διάφορες χώρες με όλο και πιο ωμές μορφές και με την προσφυγή στην ανοιχτή φασιστική διχτατορία, ιδιαίτερα στα πιο «νευραλγικά σημεία», όπως το έδειχναν τα, πρόσφατα τότε, παραδείγματα της Ινδονησίας και της Βραζιλίας, έτσι ώστε από πιο «σίγουρες» θέσεις να προωθεί το παιχνίδι του για την παγκόσμια ηγεμονία. Στη σειρά των χωρών αυτών ερχόταν τώρα να προστεθεί και η Ελλάδα.Η δυνατότητα για την επιτυχή ολοκλήρωση αυτής της προετοιμασίας καθορίστηκε, σε σημαντικό βαθμό, από τις αδυναμίες και τα λάθη των δυνάμεων εκείνων που, σύμφωνα τουλάχιστο με τους επίσημα διακηρυγμένους σκοπούς τους, θα όφειλαν ν’ αντιδράσουν ενεργητικά για τη ματαίωση των φασιστικών σχεδίων.Η Δεξιά, αφού ύστερα από τις αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες της 1963- 1964 ανατράπηκε από την κυβερνητική εξουσία άρχισε βαθμιαία να ανασυντάσσει τις δυνάμεις της και πέρασε στην αντεπίθεση. Στόχος της: να επανέλθει στην εξουσία, είτε με «κοινοβουλευτική» μορφή είτε με τη μορφή του στρατιωτικό – φασιστικού πραξικοπήματος.
Όταν η αμερικάνικη ιμπεριαλιστική κλιμάκωση -σύμφωνα με το «δόγμα Τζόνσον»- προώθησε σε πρώτο πλάνο την επιδίωξη για την επιβολή απροσχημάτιστης στρατιωτικό – φασιστικής διχτατορίας, η Δεξιά προσανατόλισε όλη τη δραστηριότητά της στην κατεύθυνση αυτή. Αυτό εκφράστηκε με δυο, βασικά, τρόπους.Δεύτερο, με μια συστηματική προσπάθεια εξασφάλισης ολοκληρωτικού και αποτελεσματικού ελέγχου της Δεξιάς πάνω στον Κρατικό μηχανισμό και ιδιαίτερα στο Στρατό και στα Σώματα Ασφαλείας, και με την παντοειδή ενίσχυση των παρακρατικών φασιστικών οργανώσεων.
Πίσω απ’ όλα αυτά δρούσαν συνωμοτικά οι άνθρωποι του «ΙΔΕΑ» και του «ΠΕΡΙΚΛΗ», τα ελληνόφωνα όργανα της αμερικάνικης CΙΑ που προορίζονταν να παίξουν το ρόλο των άμεσων εκτελεστών του σχεδίου επιβολής στρατιωτικό – φασιστικής διχτατορίας.
Σε όλη την προσπάθεια προώθησης του πραξικοπήματος σημαντικός στάθηκε ο ρόλος που έπαιξε το Παλάτι με όλες τις «δυνάμεις επιρροής και εξουσίας» που διέθετε. Στην πραγματικότητα, το Παλάτι είχε μετατραπεί σε ένα κέντρο πόλωσης των πιο αντιδραστικών δυνάμεων, κέντρο σκοτεινών μηχανορραφιών και μαύρων συνωμοσιών.Η Κυβέρνηση της Ε.Ρ.Ε., εξάλλου, ήταν ενημερωμένη για το προετοιμαζόμενο πραξικόπημα και ουσιαστικά είχε σαν αποστολή της ακριβώς την κάλυψή του.Όταν, στα 1963—1964, με τη δημαγωγία και την απάτη ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, η Ε. Κ. άφησε άλυτα όλα τα προβλήματα του τόπου, συνέχισε την ίδια, ουσιαστικά, πολιτική της Ε.Ρ.Ε., ενώ ταυτόχρονα διατήρησε ανέπαφα όλα τα στηρίγματα της αντιδραστικής Δεξιάς στον κρατικό μηχανισμό, ανέχθηκε την ασύδοτη συνωμοτική δραστηριότητα της χούντας του ΙΔΕΑ και των παρακρατικών φασιστικών οργανώσεων και στις συνθήκες έντασης της αντικομμουνιστικής εκστρατείας της Δεξιάς, ύψωσε κι αυτή (η Ε. Κ.) τη σημαία του αντικομμουνισμού και δυνάμωσε τα κυβερνητικά – αστυνομικά μέτρα περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών και καταστολής των λαϊκών αγώνων. Την ίδια πολιτική ουσιαστικού συμβιβασμού με τη Δεξιά και αντιπαράθεσης στις πραγματικά δημοκρατικές δυνάμεις της Αριστεράς ακολούθησε η Ε. Κ. και μετά την ανατροπή της από την κυβερνητική εξουσία τον Ιούλη του 1965.Η Ε.Ρ.Ε. και η Ε.Κ. έκφραζαν δυο χωριστές και ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους μερίδες της μεγαλοαστικής τάξης της χώρας και αντίστοιχες ξένες ιμπεριαλιστικές επιρροές – την αμερικάνικη η Ε.Ρ.Ε. και την αγγλική, γενικότερα δυτικοευρωπαϊκή, η Ε.Κ. (κύρια η παπανδρεϊκή της πτέρυγα)1 .
Πάνω στη βάση αυτή, προέκυψε και αναπτυσσόταν μια οξύτατη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ τους. Ταυτόχρονα, όμως οι δυνάμεις αυτές ενώνονταν μπροστά στον κίνδυνο, που δημιουργούσε για τα γενικά και κοινά ταξικά τους συμφέροντα, η άνοδος των λαϊκών – προοδευτικών δυνάμεων, και δεν ήθελαν να εξωθήσουν τη μεταξύ τους διαμάχη σε κατευθύνσεις που να μπορούσε να αξιοποιήσει για δικό του όφελος ο λαϊκός παράγοντας.Δεν ήθελε, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση, να προχωρήσει σε αποφασιστική σύγκρουση με τη Δεξιά, δεν ήθελε να στηριχτεί στο λαϊκό – δημοκρατικό παράγοντα για να αντιμετωπίσει τη φασιστική απειλή, γιατί ήξερε πως αυτό, αναπόφευχτα, θα έβαζε ζήτημα γενικότερων αλλαγών στην πολιτική ζωή της χώρας, θα οδηγούσε σε γενικότερες ανατροπές, που θα έθιγαν, σε τελευταία ανάλυση, τα συμφέροντα της μεγάλο – αστικής τάξης και της ξενοκρατίας συνολικά. Αυτά ακριβώς καθόριζαν την αντιφατική και ουσιαστικά συμβιβαστική στάση της Παπανδρεϊκής Ε. Κ. απέναντι στη φασιστική απειλή.Ύστερα από την περιβόητη «6η Ολομέλεια» του 1956 οι ρεβιζιονιστές είχαν προχωρήσει βαθμιαία ως την πλήρη άρνηση των απαιτήσεων μιας αγωνιστικής πολιτικής. Με το θρίαμβο των κοινοβουλευτικών αυταπατών, ύστερα ιδιαίτερα από τις εκλογές του 1958, τη διάλυση των οργανώσεων του ΚΚΕ και την πλατειά διάδοση του λεγκαλιστικού πνεύματος αυτοί είχαν οδηγήσει το λαϊκό κίνημα σε ολοκληρωτικό αφοπλισμό.Στις συνθήκες της καραμανλικής κυριαρχίας, συνθηκολογώντας όλο και περισσότερο μπροστά στην πίεση του αντιπάλου και αναζητώντας απεγνωσμένα μια πλάγια διέξοδο, οι ρεβιζιονιστές στήριξαν τις ελπίδες τους στη «φιλελεύθερη» αστική τάξη και βαθμιαία παρέδωσαν την ηγεσία των δημοκρατικών μαζών στο Γ. Παπανδρέου, ενώ στις εκλογές του 1963 και 1964 έφτασαν, με τον «εκλογικό ελιγμό», στην ανοιχτή, χωρίς αρχές, εκχώρηση Αριστερών δυνάμεων στην Ε.Κ. για να υποβοηθήσουν την εκλογική της νίκη. Μετά την άνοδο του Γ. Παπανδρέου στην κυβερνητική εξουσία, οι ρεβιζιονιστές εγκατέλειψαν κάθε αντιαμερικάνικο – αντιιμπεριαλιστικό σύνθημα, διακήρυξαν επίσημα πως αποδέχονται το ΝΑΤΟ («Η Ελλάδα στο ΝΑΤΟ, ναι, όσο αυτό είναι η πολιτική θέληση της πλειοψηφίας») και πρόβαλαν το λεγόμενο «πρόγραμμα ουσιαστικού εκδημοκρατισμού», που καλλιεργούσε την ιδέα της συνεργασίας των τάξεων και της πραγματοποίησης, πάνω στη βάση αυτή, «ριζικών αλλαγών» στη ζωή του τόπου χωρίς, ωστόσο, να θιγούν οι βάσεις της αμερικανοκρατίας και της υποτέλειας. Την περίοδο αυτή, παρά τον ολοένα αυξανόμενο αντικομμουνισμό του Γ. Παπανδρέου, η βασική επιδίωξη των ρεβιζιονιστών ήταν η με κάθε τρόπο υπεράσπιση και στήριξη της «δημοκρατικής», όπως τη χαρακτήριζαν, κυβέρνησης της Ε.Κ.
Ύστερα από το μοναρχικό πραξικόπημα του Ιούλη 1965, όταν η απειλή της Δεξιάς πρόβαλε πιο έντονα, οι ρεβιζιονιστές γαντζώθηκαν ακόμα περισσότερο στην Ε.Κ., έγιναν απροκάλυπτοι υμνωδοί του «νόμιμου πρωθυπουργού» (δηλ. του Γ. Παπανδρέου), ενώ ταυτόχρονα υποστήριζαν τη θεωρία της «διαφοροποιημένης» και «δημοκρατικής» Δεξιάς. Με την «πρόταση από 5 σημεία» της Ε.Ε. της ΕΔΑ, που διατύπωσαν την ίδια αυτή περίοδο, προσπάθησαν να εξευμενίσουν τη φασιστική αντίδραση εκφράζοντας την προθυμία να αναλάβουν δημόσια δέσμευση πως «δε θα θέσουν πολιτειακόν», προτείνοντας την αμνήστευση των συνωμοτών αξιωματικών της Υπόθεσης ΠΕΡΙΚΛΗΣ (σχέδιο πραξικοπήματος της Δεξιάς) και γενικά εκφράζοντας ένα πνεύμα «δημοκρατικής νομιμοφροσύνης».
Σ’ όλη την περίοδο από τον Ιούλη του 1965 ως τον Απρίλη του 1967 η ταχτική των ρεβιζιονιστών ήταν η ταχτική τού «να μην οξύνουμε τα πράγματα», «να αφαιρέσουμε τα προσχήματα από τη Δεξιά». Γι’ αυτό προσπάθησαν να ευνουχίσουν το Πανδημοκρατικό Κίνημα των πλατειών λαϊκών μαζών, που αναπτύχθηκε ορμητικά ύστερα από τον Ιούλη του 1965, να αφαιρέσουν από το κίνημα αυτό κάθε αντι-ιμπεριαλιστικό αγωνιστικό χαραχτήρα.
Γι’ αυτό προσπάθησαν να «απολιτικοποήσουν» τα εργατικά συνδικάτα, τις φοιτητικές και τις άλλες μαζικές λαϊκές οργανώσεις, να απογυμνώσουν την πάλη τους από κάθε αγωνιστικό στοιχείο. Γι’ αυτό συγκέντρωσαν τα κύρια πυρά τους ενάντια στους συνεπείς αγωνιστές της Αριστεράς, ενάντια στους μαρξιστές – λενινιστές προσπαθώντας με κάθε μέσο να εμποδίσουν τη διάδοση της γραμμής τους. Ακολουθώντας αυτή την ταχτική οι ρεβιζιονιστές έλπιζαν πως «η διχτατορία θα αποφευχθεί» και «η χώρα θα οδηγηθεί σε μια εκλογική διαδικασία ομαλοποιήσεως». Ακριβώς σ’ αυτή την προοπτική ποντάριζαν, και από τις αρχές ακόμα του1967 η δραστηριότητά τους έπαιρνε όλο και πιο έντονο «προεκλογικό» χαραχτήρα, για να φτάσουν να προτείνουν ανοιχτά, επίσημη «σύμπραξη» ακόμα και στους «αποστάτες» της Ε.Κ., που είχαν χρησιμεύσει σαν εκτελεστικά όργανα του μοναρχικού πραξικοπήματος του Ιούλη 1965 και να διακηρύχνουν πως ο βασιλιάς «θέλει τις εκλογές» και μάλιστα με «άδολην αναλογικήν».
Το αποκορύφωμα της σύγχυσης των ρεβιζιονιστών ήταν η καλλιέργεια, στις παραμονές ακριβώς του στρατιωτικό – φασιστικού πραξικοπήματος, της ιδέας πως «στα 1967, σε μια χώρα της Ευρώπης, οι Αμερικάνοι δε θα τολμήσουν να προωθήσουν και να υποστηρίξουν μια φασιστική διχτατορία». Έτσι, τη στιγμή που ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, με εκτελεστικά όργανα τους φασίστες στρατοκράτες του ΙΔΕΑ και του ΠΕΡΙΚΛΗ, προχωρούσε στην επιβολή της ανοιχτής φασιστικής διχτατορίας, οι λαϊκές μάζες, που βρίσκονταν ακόμα κάτω από την επιρροή του ρεβιζιονισμού, έμεναν απροσανατόλιστες, αποδιοργανωμένες, με υπονομευμένη τη δύναμη για πάλη, αφοπλισμένες ιδεολογικά – πολιτικά – οργανωτικά. Κάτω από τις συνθήκες αυτές δε μπορούσε να γίνει σοβαρά λόγος για αντίσταση στο πραξικόπημα της 21 Απρίλη του 1967. Τέτοια ήταν η κατάληξη της «νέας», οππορτουνιστικής πολιτικής, που είχε επιβάλει στο ΚΚΕ η χρουστσιωφική επέμβαση του 1956 και ακριβώς χάρη σ’ αυτήν πέρασε ο φασισμός στην Ελλάδα. Από διεθνή άποψη, εξάλλου, η πολιτική της «ειρηνικής συνεργασίας» και της «ειρηνικής άμιλλας», η πολιτική των υποχωρήσεων και των συμβιβασμών, που ακολουθούσε η σοβιετική καθοδηγητική κλίκα απέναντι στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, διευκόλυνε τον τελευταίο να προχωρήσει ανενόχλητος στην εφαρμογή των σχεδίων του και στην Ελλάδα.
1 Παρά το γεγονός πως η Ε.Ρ.Ε. και η Ε.Κ. έκφραζαν συνολικά την περίοδο αυτή την αμερικάνικη και την αγγλική (ή γενικότερα, δυτικοευρωπαϊκή) επιρροή αντίστοιχα, θα ήταν, ωστόσο, λαθεμένη κάθε απλούστευση και σχηματοποίηση. Παρά τη βασική αυτή τοποθέτησή τους, το καθένα από τα δυο αυτά κόμματα (Ε.Ρ.Ε. και Ε.Κ.) αποτελούσε μόνιμα αντικείμενο του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ξένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και ακόμα και ανάμεσα σε διάφορα μονοπωλιακά συγκροτήματα μιας ορισμένης ιμπεριαλιστικής δύναμης και στις πολιτικές τους εκφράσεις (π.χ. ανάμεσα στη «νιξονική» και στην «κεννεντική» ομάδες των Η.Π.Α.). Γι’ αυτό και στους κόλπους των κομμάτων αυτών συγκρούονταν διάφορες ομάδες «φιλοαμερικάνικες», «φιλοαγγλικές» κ.ά. χωρίς αυτό να αλλοιώνει τη βασική τους τοποθέτηση όπως σκιαγραφήθηκε παραπάνω.
Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες, στην εφημερίδα «Λαϊκός Δρόμος» περίοδος Β, από Νο 2, 14 Σεπτέμβρη 1974 μέχρι Νο 9, 2 Νοέμβρη 1974
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Πολιτική Archives – e-Πρόλογος – Ανεξάρτητη Ενημερωτική πύλη .
Λιγότερο απο 1 λεπτό
Διάρκεια άρθρου:
Λεπτά
