Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

«Χαλάει» πάλι με τους Τούρκους;

Η αίσθηση ότι το κλίμα στα ελληνοτουρκικά επιβαρύνεται (εκ νέου) δεν είναι πια μόνο αίσθηση. Προκύπτει από μια σειρά κινήσεων και σημάτων που εκπέμπει η Αγκυρα σε διαφορετικά επίπεδα: από το πεδίο μέχρι τη διπλωματία και κυρίως τη ρητορική. Η αύξηση των παραβιάσεων στο Αιγαίο, οι δηλώσεις του τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, και οι παρεμβάσεις μέσω νατοϊκών διαύλων υπηρετούν συγκεκριμένη στόχευση από την άλλη πλευρά του Αιγαίου.

Η Τουρκία είναι προφανές ότι επιχειρεί να επανατοποθετηθεί σε ένα περιβάλλον που έχει αλλάξει απότομα —και της χάλασε τα σχέδια— μετά την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή. Το γεωπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείτο μέχρι πρότινος, προβάλλοντας το μουσουλμανικό της αφήγημα, έχει μεταβληθεί, οι σχέσεις της με Ιράν και ΗΠΑ προκαλούν αντικειμενική αμηχανία και όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα να αναζητεί έναν νέο ρόλο. Και όπως συμβαίνει συχνά σε αυτές τις περιπτώσεις από τον πρόεδρο Ερντογάν και το επιτελείο του, η αναζήτηση ρόλου εκδηλώνεται με νευρικότητα η οποία μεταφράζεται σε ρητορικές εξάρσεις και κινήσεις έντασης.

Στο επίπεδο του ΝΑΤΟ η Αγκυρα επιμένει να παρουσιάζει την ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής διάταξης –από την Κάρπαθο έως τον Εβρο– ως κάτι προσωρινό και συγκυριακό. Καλλιεργεί την ιδέα ότι μετά την εκτόνωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή θα επανέλθει η προηγούμενη κατάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, η γειτονική χώρα βγάζει έντονη ενόχληση, την οποία προδίδουν οι αναφορές περί δήθεν… «περικύκλωσής» της (!) από Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ.

Την ίδια στιγμή, η τουρκική ανάγνωση της Διακήρυξης των Αθηνών αποκαλύπτει μια διαφορετική προσέγγιση από αυτή που υιοθετεί η Αθήνα. Η Αγκυρα ανακαλύπτει εκ των υστέρων ένα μορατόριουμ που εκτείνεται λέει πέρα από τις στρατιωτικές δραστηριότητες και αγγίζει ζητήματα όπως οι ενεργειακές έρευνες. Γι’ αυτό και, σύμφωνα με αναλυτές, βλέπουμε ως μέρος αυτής της αντίδρασης την επαναφορά των ίδιων θεμάτων όπως η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης η οποία λειτουργεί ως υπενθύμιση των ανεδαφικών επιδιώξεων της τουρκικής πολιτικής.


Η αξιοσημείωτη αύξηση της έντασης, παρότι δεν έχει καμία απολύτως σχέση με όσα ζήσαμε το 2020 και το «θα έρθουμε μια νύχτα ξαφνικά» που ακολούθησε, αρχίζει να ταράζει τα ήρεμα νερά, κυρίως γιατί δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη ρητορική. Στην Κύπρο καταγράφονται κινήσεις που αθροίζουν κάποια δεδομένα επί του πεδίου. Η αντίδραση της Αγκυρας στην παρουσία ελληνικών μαχητικών στην Κύπρο ήταν άμεση, με αποστολή F-16, και η ενίσχυση των Κατεχομένων με αντιαεροπορικά συστήματα είναι ένα ακόμη σημείο. Οπως και η χρήση προηγμένων UAV σε αποστολές μεγάλης εμβέλειας, η οποία μαρτυρά την επιθυμία του καθεστώτος Ερντογάν για τη στρατιωτική προβολή ισχύος.

Το ερώτημα είναι αν αυτές οι κινήσεις συνιστούν προάγγελο κλιμάκωσης ή απλά διαπραγματευτικά εργαλεία. Στην Αθήνα υπάρχει η εκτίμηση ότι πρόκειται κυρίως για το δεύτερο. Η Τουρκία επιδιώκει να βγει από την κατάσταση αμηχανίας και να βελτιώσει τη θέση της σε μια περίοδο κατά την οποία τα περιθώρια επιρροής της έχουν αντικειμενικά περιοριστεί. Και μάλιστα, εκεί που την «καίει», στη γειτονιά της.


Η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά προφανώς τη σχέση της Αγκυρας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Μέσα σε αυτή την ανάγκη των Τούρκων για κινητικότητα εδώ και τώρα πρέπει κανείς να εντάξει και την αναθέρμανση της συζήτησης για την πιθανότητα επανένταξης στο πρόγραμμα των F-35  που επανέρχεται στο προσκήνιο με φόντο την «εκκρεμότητα» του καθεστώτος Ερντογάν με τους ρωσικούς S-400. Οι δηλώσεις από αμερικανικής πλευράς, όπως αυτές του ο αμερικανού πρεσβευτής στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, δείχνουν ότι υπάρχουν κάποιες συζητήσεις, χωρίς όμως να είναι σαφές πού θα καταλήξει το πράγμα.

Για την Ελλάδα, το ενδεχόμενο αυτό αποτελεί παράγοντα που απαιτεί προσεκτική διαχείριση. Η Αθήνα έχει επενδύσει στη δική της συμμετοχή στο πρόγραμμα των F-35 και στη συνολική ενίσχυση των σχέσεων με την Ουάσιγκτον. Η ισορροπία είναι λεπτή, καθώς η αμερικανική πολιτική συχνά επιδιώκει να κρατά ανοιχτούς διαύλους και με τις δύο πλευρές. Και μέσα αε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ισραηλινή παράμετρος . Η Ελλάδα έχει οικοδομήσει μια στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, η οποία βασίζεται σε κοινά συμφέροντα ασφάλειας και σταθερότητας. Η συνεργασία αυτή δεν είναι συγκυριακή. Αντανακλά μια ευρύτερη σύγκλιση σε μια περιοχή όπου οι ισορροπίες είναι εύθραυστες.


Η κριτική που διατυπώνεται κατά καιρούς ότι η Αθήνα θα έπρεπε να κρατήσει αποστάσεις από το Ισραήλ μάλλον αγνοεί βασικά δεδομένα. Η Τουρκία παραμένει η μόνη χώρα στην περιοχή που διατηρεί ανοικτή απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας, αμφισβητεί κυριαρχικά μας δικαιώματα και κατέχει μέρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιλογή στρατηγικών συμμαχιών είναι μια ιστορία απολύτως ρεαλιστική (και όχι φιλοσοφικού χαρακτήρα).

Ενδιαφέρον έχει σε αυτή τη συγκυρία και η εμβάθυνση των σχέσεων της Ελλάδας με τη Γαλλία. Η επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα (24 – 25 Απριλίου) και η αναμενόμενη αναβάθμιση της διμερούς αμυντικής συνεργασίας ενισχύουν την εικόνα της χώρας κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε μια περίοδο που η Ευρώπη αναζητεί πιο συνεκτική αμυντική πολιτική, η σύμπλευση Αθήνας–Παρισιού εμφανίζεται στο ευρωπαϊκό ραντάρ.

Οι αντιδράσεις της Αγκυρας σε αυτή την πολιτική της Αθήνας αλλά και στην ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, καίτοι αναμενόμενες, είναι ενδεικτικές. Κυρίως η ενόχληση για τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, σε συνδυασμό με τη δυσφορία για την ελληνογαλλική σύμπραξη, δείχνει ότι η τουρκική πλευρά αντιλαμβάνεται τη διαμόρφωση ενός πλέγματος σχέσεων που περιορίζει σε κάποιο βαθμό τα περιθώρια των δικών της κινήσεών.

Πατώντας σε δύο βάρκες 

Παράλληλα, η ίδια η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με αντιφάσεις. Επιχειρεί να διατηρήσει ρόλο στον μουσουλμανικό κόσμο, κρατώντας ανοιχτό το μέτωπο με το Ισραήλ, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει επαναπροσέγγιση με τη Δύση. Οι ισορροπίες αυτές είναι δύσκολες και συχνά οδηγούν σε αλληλοαναιρούμενες επιλογές. Και προκύπτει προς τα έξω η εικόνα μιας χώρας που κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές κατευθύνσεις, χωρίς να έχει καταλήξει σε σαφή στρατηγική. Αυτή η αβεβαιότητα μεταφέρεται, ή καλύτερα, αρχίζει να προβάλλεται στις σχέσεις της μαζί μας. Οι εντάσεις που καταγράφονται μπορεί να είναι ελεγχόμενες, δεν παύουν όμως να προοιωνίζονται περιβάλλον αστάθειας.

Από ελληνικής πλευράς, η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από τη συνέχιση μιας ενεργητικής και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. Η ενίσχυση των συμμαχιών, η παρουσία σε διεθνείς αποστολές και η αξιοποίηση της γεωπολιτικής συγκυρίας συνιστούν εργαλεία που αυξάνουν το αποτύπωμα της χώρας.

Η Ελλάδα, επί κυβέρνησης Μητσοτάκη, έχει καταφέρει να εμφανίζεται ως αξιόπιστος εταίρος σε ένα ασταθές περιβάλλον. Αυτό της επιτρέπει να αποφεύγει την άμεση εμπλοκή σε συγκρούσεις, διατηρώντας ταυτόχρονα ρόλο στις εξελίξεις. Η σταθερότητα αυτή αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα σε σύγκριση με την Τουρκία, η οποία βρίσκεται σε φάση επαναπροσδιορισμού.

Η πολιτική διάσταση

Το ερώτημα αν «χαλάει» λοιπόν ή όχι η περίοδος των ήρεμων νερών με τους Τούρκους δεν μπορεί να απαντηθεί μονολεκτικά. Ενταση, για πρώτη φορά μετά από καιρό, αρχίζει και πάλι να καλλιεργείται από την άλλη πλευρά, αλλά εντάσσεται προς το παρόν σε ένα ευρύτερο παιχνίδι ισορροπιών.

Ολα αυτά, ωστόσο, πέρα από τη διάσταση της εξωτερικής πολιτικής, έχουν και εγχώρια πολιτική-προεκλογική διάσταση. Γιατί, όσο κι αν ένας πολιτικός ηγέτης δεν μπορεί να εύχεται να του προκύπτουν κρίσεις στα εξωτερικά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δείξει ότι αυτό είναι το δυνατό του σημείο. Και η αλήθεια είναι πως «μέσα», όχι μόνο στη χώρα, αλλά και στην κυβέρνηση, το Μαξίμου και το κόμμα, δεν κυλούν και πολύ καλά τα πράγματα το τελευταίο διάστημα.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.protagon.gr/epikairotita/xalaei-pali-me-tous-tourkous-44343352132 ανήκει στο Πολιτική | Protagon.gr .