Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στον κινεζικό τηλεοπτικό σταθμό CGTN, κατατέθηκαν θέσεις με επίκεντρο τη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή, τις σχέσεις Ελλάδας, Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας, την ισορροπία ανάμεσα σε Ουάσινγκτον και Πεκίνο, αλλά και τη διεθνή διακυβέρνηση υπό το πρίσμα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η βασική γραμμή της παρέμβασης ήταν σαφής: ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν έχει ορατό τέλος, παράγει απρόβλεπτες διεθνείς συνέπειες και δεν μπορεί να τερματιστεί ουσιαστικά από εκείνους που τον ξεκίνησαν. Υπό αυτό το πρίσμα, υπογραμμίστηκε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ δεν μπορούν να θεωρηθούν οι πλέον κατάλληλοι παράγοντες για μια οριστική και σταθερή διευθέτηση, ενώ αντιθέτως η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αναλάβει έναν πιο ενεργό και ουσιαστικό ειρηνευτικό ρόλο.
Η ΕΕ ως δύναμη ειρήνης στη Μέση Ανατολή
Στη συνέντευξη διατυπώθηκε η θέση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω της ιστορικής της διαδρομής, του πολιτισμικού της αποτυπώματος και του ευρύτερου διεθνούς της ρόλου, μπορεί και πρέπει να παρέμβει πιο αποφασιστικά στη διαχείριση της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Τονίστηκε, ωστόσο, ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά ή με αντιφατικές φωνές από τα κράτη-μέλη, αλλά μόνο εφόσον υπάρξει κοινή στρατηγική, στιβαρή γραμμή και επαρκής προετοιμασία στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας της Ένωσης.
Με άλλα λόγια, το μήνυμα ήταν πως η ΕΕ δεν πρέπει να παραμένει θεατής, αλλά να περάσει από τη ρητορική στην πρωτοβουλία, αν θέλει να επιβεβαιώσει τον ιστορικό και γεωπολιτικό της ρόλο.
Η Ελλάδα ως διαχρονική γέφυρα ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη θέση της Ελλάδας μέσα σε αυτή τη μεγάλη γεωπολιτική εικόνα. Επισημάνθηκε ότι η Ελλάδα, ήδη από την εποχή των Περσικών Πολέμων και κυρίως από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, σηματοδοτεί ιστορικά το όριο ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Όχι όμως ως σύνορο αντιπαράθεσης, αλλά ως σημείο συνάντησης, επικοινωνίας και σύνθεσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, τονίστηκε ότι η Ελλάδα έχει αποδείξει στην πράξη πως μπορεί να λειτουργεί ως γέφυρα διαλόγου ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, με βασικό θεμέλιο τον διάλογο των πολιτισμών. Αυτή η ίδια λογική, όπως αναφέρθηκε, καθόρισε και τις σχέσεις της χώρας με την Κίνα, οι οποίες δεν περιορίστηκαν μόνο στην πολιτισμική προσέγγιση, αλλά επεκτάθηκαν και στο επίπεδο της οικονομικής συνεργασίας.
Η ελληνική στάση παρουσιάστηκε ως παράδειγμα για μια ευρύτερη και πιο ώριμη σχέση ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα, μια σχέση που μπορεί να διευρυνθεί χωρίς αποκλεισμούς απέναντι σε άλλες διεθνείς συνεργασίες, πάντοτε όμως με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
ΗΠΑ και Κίνα: Ανταγωνισμός χωρίς διολίσθηση σε σύγκρουση
Στο σκέλος της συνέντευξης που αφορούσε τις αμερικανοκινεζικές σχέσεις, επισημάνθηκε ότι Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα αποτελούν αναμφίβολα τις δύο μεγαλύτερες παγκόσμιες δυνάμεις, οικονομικά και στρατηγικά. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η πραγματικότητα καθιστά ακόμη πιο αναγκαία μια σχέση που δεν θα εξελίσσεται με όρους άκρατου ανταγωνισμού ή εξόντωσης του ενός από τον άλλον.
Η κεντρική θέση ήταν ότι οι σχέσεις Ουάσινγκτον και Πεκίνου πρέπει να δομηθούν πάνω στην αρχή ενός υγιούς ανταγωνισμού, κυρίως στο οικονομικό επίπεδο, και όχι πάνω στη λογική του «δικαίου του ισχυροτέρου». Τονίστηκε ότι μόνο ο πλήρης σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου μπορεί να λειτουργήσει ως σταθερό θεμέλιο για μια τέτοια ισορροπία.
Στο ίδιο πλαίσιο έγινε αναφορά και στον Θουκυδίδη, με την επισήμανση ότι τα διδάγματά του για τα αίτια και τις συνέπειες του Πελοποννησιακού Πολέμου παραμένουν απολύτως επίκαιρα και διδακτικά. Πρόκειται για μια έμμεση αλλά σαφή υπενθύμιση ότι όταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις παύει να διέπεται από κανόνες, τότε η διεθνής σταθερότητα τίθεται σε άμεσο κίνδυνο.
Τεχνητή Νοημοσύνη: Χρήσιμο εργαλείο, όχι υποκατάστατο του ανθρώπου
Ένα ακόμη κομβικό σημείο της συνέντευξης αφορούσε τη διεθνή διακυβέρνηση μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης. Εκεί διατυπώθηκε η άποψη ότι η ορθή χρήση των εργαλείων της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας της διακυβέρνησης, αρκεί να υπάρχει πλήρης συνείδηση των ορίων της.
Υπογραμμίστηκε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως τον άνθρωπο σε κρίσιμους τομείς, και κυρίως στην απονομή της Δικαιοσύνης, όπου απαιτείται απαρέγκλιτος σεβασμός στο Κράτος Δικαίου και στην Αρχή της Νομιμότητας.
Η βασική φιλοσοφική και πολιτική θέση που προβλήθηκε ήταν πως ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα Homo Sapiens και Homo Sentiens, δηλαδή ον λογικό αλλά και συναισθανόμενο, ενώ τα μέσα της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν διαθέτουν συνείδηση. Και ακριβώς αυτή η απουσία τεχνητής συνείδησης είναι εκείνη που θέτει τα φυσικά όρια της χρήσης τους.
Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη και η ορθολογική διακυβέρνηση μέσω αυτής μπορούν να αποτελέσουν ένα προνομιακό πεδίο συνεργασίας ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι αυτή η συνεργασία θα εξελίσσεται με πλήρη σεβασμό του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
Το συνολικό μήνυμα της παρέμβασης
Η συνέντευξη στο CGTN κινήθηκε πάνω σε έναν ενιαίο άξονα: ότι σε μια περίοδο πολεμικής αστάθειας, γεωπολιτικού ανταγωνισμού και τεχνολογικής μετάβασης, η Ελλάδα και η Ευρώπη δεν πρέπει να εγκλωβιστούν σε ρόλο παθητικού παρατηρητή. Αντιθέτως, οφείλουν να αξιοποιήσουν την ιστορική τους εμπειρία, τον πολιτισμικό τους ρόλο και τη θεσμική τους βαρύτητα, ώστε να λειτουργήσουν ως παράγοντες διαλόγου, ισορροπίας και σταθερότητας.
Μέσα σε αυτό το σχήμα, η Ελλάδα προβάλλεται ως φυσική γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη και την Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ως δυνητικός ειρηνευτικός παίκτης στη Μέση Ανατολή, οι σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας ως πεδίο που απαιτεί κανόνες και αυτοσυγκράτηση, και η Τεχνητή Νοημοσύνη ως εργαλείο που μπορεί να βοηθήσει τη διακυβέρνηση, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον άνθρωπο.


