Η εικόνα μιας απόλυτα συντονισμένης συμμαχίας ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ αρχίζει να θρυμματίζεται. Ο πόλεμος στο Ιράν αποκαλύπτει όλο και περισσότερο τις βαθιές και πλέον επαναλαμβανόμενες αποκλίσεις στρατηγικής
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτή η απόκλιση δημιουργεί ένα σοβαρό οικονομικό και γεωπολιτικό πρόβλημα. Ο λόγος είναι απλός. Κάθε χτύπημα σε ενεργειακές υποδομές έχει άμεσο αντίκτυπο στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Και ήδη, η κατάσταση βρίσκεται σε οριακό σημείο, με τις επιπτώσεις να έχουν αρχίσει να γίνονται αισθητές ακόμη και στα αμερικανικά πρατήρια καυσίμων σε μια εκλογική χρονιά. Ο φόβος ιρανικών αντιποίνων έχει ουσιαστικά παραλύσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ — ένα από τα σημαντικότερα περάσματα για την παγκόσμια ενέργεια. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ κάθε νέα επίθεση ενισχύει την αβεβαιότητα. Η αντίδραση της Ουάσιγκτον είναι ενδεικτική. Εξετάζεται η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων, ακόμη και η προσωρινή χαλάρωση κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο, προκειμένου να αυξηθεί η προσφορά και να συγκρατηθούν οι τιμές. Πρόκειται για μια σιωπηρή παραδοχή: ο πόλεμος δεν μπορεί να διεξαχθεί ανεξέλεγκτα χωρίς σοβαρές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Ενδεικτικό επίσης είναι ότι η Ουάσιγκτον αποφάσισε την προσωρινή (;) άρση κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας ως προς την διακίνηση ενεργειακών πόρων. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενεργειακή σταθερότητα δεν αποτελεί παράπλευρη παράμετρο, αλλά κεντρικό παράγοντα στρατηγικής — κάτι που διαφοροποιεί ριζικά την αμερικανική προσέγγιση από την ισραηλινή. Πόσο μάλλον, αφού, όχι μόνο εντός της ΕΕ, αλλά κυρίως στις ΗΠΑ οι τιμές εκτοξεύονται. Παρά τις δηλώσεις περί επιτυχίας, τα δεδομένα δείχνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν επιτύχει αυτό που στη στρατιωτική ορολογία ονομάζεται «κυριαρχία κλιμάκωσης» — την ικανότητα να ελέγχουν το επίπεδο της σύγκρουσης και να περιορίζουν την απάντηση του αντιπάλου. Το Ιράν συνεχίζει να ανταποδίδει, επιλέγοντας στόχους με υψηλό οικονομικό και συμβολικό κόστος. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές δεν είναι τυχαίες. Αποτελούν μέρος μιας ασύμμετρης στρατηγικής που στοχεύει στην πίεση των αγορών και, κατ’ επέκταση, της ίδιας της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας. Η αδυναμία ελέγχου της κλιμάκωσης δημιουργεί ένα επικίνδυνο περιβάλλον, όπου κάθε νέα κίνηση μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο εύθραυστη καθώς οι χώρες του Κόλπου αρχίζουν να εγκαταλείπουν τη στάση αναμονής. Η Σαουδική Αραβία έχει ήδη προειδοποιήσει ότι διατηρεί το δικαίωμα στρατιωτικής απάντησης, ενώ επιθέσεις έχουν καταγραφεί ακόμη και πάνω από το Ριάντ. Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: ΗΠΑ και Ισραήλ δεν πολεμούν τον ίδιο πόλεμο. Το Ισραήλ επιδιώκει μια στρατηγική ρήξης — ακόμη και με κόστος την πλήρη αποσταθεροποίηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν διαχείριση της σύγκρουσης — με στόχο τον περιορισμό των επιπτώσεων. Και σε έναν πόλεμο όπου ενέργεια, διεθνής οικονομία και στρατιωτική ισχύς συνδέονται άρρηκτα, οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να μείνουν χωρίς συνέπειες. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει διαφωνία. Είναι αν μια συμμαχία μπορεί να λειτουργήσει όταν οι στόχοι της παύουν να είναι κοινοί.Χωρίς «κυριαρχία κλιμάκωσης»
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Neostrategy.gr .


