Δεν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν άμεση αιτιώδη σύνδεση με τη διεθνή πρωτοβουλία για τη Γάζα. Υπάρχει όμως μια ισχυρή συγκυριακή ένδειξη: όταν ενεργοποιείται διεθνές σχήμα μεταπολεμικής διαχείρισης και ανοικοδόμησης, δημιουργείται ταυτόχρονα ανάγκη περιφερειακής αποσυμπίεσης. Με απλά λόγια, όταν στήνεται τραπέζι χρηματοδότησης και έργων, οι μεγάλες δυνάμεις θέλουν χαμηλή θερμοκρασία στις γειτονικές ζώνες.
Υπό αυτήν την έννοια, το νέο πολυμερές σχήμα «ειρήνης» του Τραμπ φαίνεται να λειτουργεί ως καταλύτης για την επανενεργοποίηση διαύλων που παρέμεναν παγωμένοι ή εύθραυστοι – ανάμεσά τους και ο ελληνοτουρκικός.
Η λογική είναι περισσότερο δομική παρά συνωμοσιολογική. Οι κύκλοι ανοικοδόμησης χρειάζονται προβλέψιμο περιβάλλον. Κανένα μεγάλο πρόγραμμα αποκατάστασης, καμία σοβαρή ροή κεφαλαίων και συμβολαίων δεν ευδοκιμεί δίπλα σε ανοιχτή διακρατική κρίση. Οι εκκρεμότητες (π.χ. οι ελληνοτουρκικές) δεν λύνονται – αλλά μπαίνουν σε καθεστώς διαχείρισης. Το conflict δεν επιλύεται, «μπαίνει στον πάγο».
Η Τουρκία έχει προφανές κίνητρο να εμφανιστεί σε αυτήν τη φάση ως χρήσιμος και λειτουργικός περιφερειακός παίκτης. Διεκδικεί ρόλο στη μεταπολεμική εξίσωση της Μέσης Ανατολής – είτε σε ανθρωπιστικό επίπεδο είτε σε επίπεδο υποδομών, μεταφορών και logistics. Για να το πετύχει, χρειάζεται ανοιχτούς διαύλους με τη Δύση και μειωμένη ένταση στο δυτικό της μέτωπο.
Η επικείμενη ελληνοτουρκική συνάντηση κορυφής υπηρετεί ακριβώς αυτήν την εικόνα: σταθερότητα επαφών / συνομιλιών χωρίς απαραίτητα μεταβολή θέσεων και σίγουρα χωρίς «λύσεις». Με άλλα λόγια, είμαστε στη φάση «μπορούμε να ζήσουμε με τις διαφορές μας».
Για την Αθήνα, η εξίσωση είναι πιο σύνθετη. Από τη μία πλευρά, η παρουσία τόσο σε πολυμερές σχήμα ανοικοδόμησης όσο και σε διμερές τραπέζι με την Άγκυρα ενισχύει το προφίλ του υπεύθυνου, διαθέσιμου και σταθερού συνομιλητή. Προσθέτει διπλωματικό κεφάλαιο και εντάσσει τη χώρα στον πυρήνα των περιφερειακών διεργασιών. Από την άλλη, το ελληνοτουρκικό τραπέζι δεν είναι φόρουμ ρόλων – είναι πεδίο θέσεων.
Τα ελληνικά κέρδη από την επαφή με την ηγεσία μιας χώρας που εκτός των άλλων έχει ενεργό casus belli είναι συγκεκριμένα αλλά περιορισμένης εμβέλειας: διατήρηση χαμηλής έντασης, λειτουργία απευθείας διαύλων, μείωση κινδύνου ατυχήματος, εικόνα θεσμικής σοβαρότητας. Οι δυνητικές ζημιές βρίσκονται «στο επίπεδο του επικοινωνιακού κάδρου»:
● Δηλαδή στο ενδεχόμενο η ηρεμία να παρουσιαστεί διεθνώς ως πρόοδος ουσίας ή να δημιουργηθούν προσδοκίες για «επόμενα βήματα» που υπερβαίνουν τις πάγιες ελληνικές γραμμές. Σε περιόδους έντονης διεθνούς κινητικότητας, η πίεση δεν εμφανίζεται πάντα ως απαίτηση – συχνά εμφανίζεται ως κλίμα.
Το γεγονός ότι, εφόσον προχωρήσει η ελληνική συμμετοχή στο πολυμερές συμβούλιο (του Τραμπ), οι δύο ηγέτες, Μητσοτάκης και Ερντογάν, θα βρεθούν ξανά στο ίδιο τραπέζι – αυτήν τη φορά υπό αμερικανική ομπρέλα – προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο: Δημιουργεί πολυμερές πλαίσιο συνύπαρξης, όπου οι διμερείς εντάσεις υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη συλλογικής εικόνας σταθερότητας.
Αυτό μπορεί να μειώνει τις τριβές στην τρέχουσα συγκυρία αλλά κρύβει κάτω από το χαλί της (υποτιθέμενης) συνεργασίας τα άλυτα ζητήματα που νομοτελειακά θα επανακάμψουν στο μέλλον εντονότερα…
Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι δεν βρισκόμαστε σε φάση επίλυσης διαφορών αλλά σε φάση διαχείρισης περιβάλλοντος. Η μεταπολεμική οικονομία της Γάζας και η διπλωματία του Αιγαίου δεν συνδέονται με ευθύ γραμμικό τρόπο – συνδέονται μέσω της ίδιας στρατηγικής ανάγκης των μεγάλων παικτών για σταθερότητα χωρίς εκπλήξεις. Οι διαφορές παραμένουν· απλώς τίθενται σε καθεστώς χαμηλής θερμοκρασίας.
Και σε τέτοιες φάσεις, το ζητούμενο για την ελληνική πλευρά δεν είναι να δείχνει απλώς χρήσιμη. Είναι να παραμένει καθαρή στους όρους της.
Οι κίνδυνοι μιας άρνησης
Αν τελικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αποδεχθεί την πρόσκληση συμμετοχής στο διεθνές συμβούλιο για τη μεταπολεμική διαχείριση της Γάζας, η επιλογή δεν θα είναι ουδέτερη – όσο κι αν μπορεί να παρουσιαστεί ως στάση αρχής, ή θεσμικής επιφύλαξης ή συμπόρευσης με αποφάσεις που ενδεχομένως διαμορφωθούν στις Βρυξέλλες στο πλαίσιο της Ε.Ε. Σε τέτοιου τύπου πολυμερή σχήματα, η απουσία διαβάζεται πολιτικά, όχι διαδικαστικά.
Ο πρώτος κίνδυνος είναι διπλωματικός. Όταν συγκροτείται μια αμερικανοκεντρική πλατφόρμα σταθεροποίησης, η συμμετοχή των συμμάχων λειτουργεί ως ένδειξη ευθυγράμμισης και διαθεσιμότητας. Η μη συμμετοχή μπορεί να ερμηνευθεί – έστω και άτυπα – ως απόσταση από μια κεντρική πρωτοβουλία της Ουάσιγκτον. Όχι ρήξη, αλλά μείωση πολιτικού κεφαλαίου σε μια περίοδο που οι περιφερειακοί ρόλοι επαναξιολογούνται.
Ο δεύτερος κίνδυνος είναι γεωπολιτικός. Αν η Τουρκία συμμετάσχει και η Ελλάδα όχι, δημιουργείται ασύμμετρη παρουσία στο ίδιο τραπέζι. Η Άγκυρα θα έχει τη δυνατότητα να προβάλει ρόλο περιφερειακού συνδιαμορφωτή, ενώ η Αθήνα θα είναι απούσα από τη διαδικασία. Στη διπλωματία των πολυμερών σχημάτων, η καρέκλα που μένει άδεια δεν μένει ουδέτερη – συχνά καλύπτεται αφηγηματικά από τον παρόντα.
Ο τρίτος κίνδυνος αφορά το πεδίο των δικτύων και της πληροφόρησης. Τέτοια συμβούλια δεν είναι μόνο χώροι αποφάσεων αλλά και χώροι πρόσβασης: σε συζητήσεις, προθέσεις, συσχετισμούς, επερχόμενα σχήματα χρηματοδότησης και συνεργασιών. Η απουσία σημαίνει απώλεια ορατότητας και έγκαιρης εικόνας για το πώς διαμορφώνεται το επόμενο περιφερειακό πλαίσιο.
Υπάρχει τέλος και ο επικοινωνιακός κίνδυνος. Σε μια φάση όπου το διεθνές αφήγημα οργανώνεται γύρω από την «επόμενη μέρα», η μη συμμετοχή μπορεί να παρουσιαστεί ως έλλειψη συμβολής ή βούλησης. Ακόμη κι αν η ουσία είναι πιο σύνθετη, το επικοινωνιακό κάδρο σπάνια είναι. Με άλλα λόγια: Η συμμετοχή έχει ρίσκα. Η απουσία έχει επίσης – και δεν είναι μικρά.


