Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Νετανιάχου: Ελπίδες για αυστηρή στάση Τραμπ στο Ιράν, αλλά με επιφυλάξεις

Σημαντικά ερωτήματα εξακολουθούν να υφίστανται αναφορικά με την πορεία των τουρκοελληνικών σχέσεων μετά την ολοκλήρωση του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, το οποίο έλαβε χώρα κατά την επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα. Σύμφωνα με αναλύσεις Τούρκων ειδικών που φιλοξενούνται στο κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Αναντολού, το πλέον κρίσιμο ζήτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα επηρεαστούν οι διμερείς σχέσεις εν μέσω των βαθιών κρίσεων που ταλανίζουν τόσο την ευρύτερη περιοχή όσο και το διεθνές σύστημα. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι, παρά το γεγονός ότι οι βαθιές διαφωνίες έχουν γίνει ακόμη πιο «περίπλοκες» την τελευταία δεκαετία, διατυπώνονται ποικίλες απόψεις σχετικά με το ποια στρατηγική είναι τελικά η πλέον ωφέλιμη και ορθή για τους λαούς των δύο χωρών.

Γεωπολιτική ρευστότητα και ανάγκη διαλόγου

Η ανάγνωση της τουρκικής κυβέρνησης τοποθετεί τη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν εντός ενός περιβάλλοντος έντονης διεθνούς αποσταθεροποίησης. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά στην ανάλυση, η κατάρρευση της «βασισμένης σε κανόνες τάξης» καθιστά επιτακτική την ανάγκη διατήρησης ανοικτών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών. Στην ανάλυσή της, η καθηγήτρια Δρ. Ζουχάλ Μερτ Ουζουνέρ προσεγγίζει τη συνάντηση όχι ως ένα μεμονωμένο διπλωματικό γεγονός, αλλά ως έναν κρίκο σε μια μακρά αλυσίδα προσπαθειών για τη διαχείριση κρίσεων.

Το θεμελιώδες ερώτημα που τίθεται από την Δρα Ουζουνέρ αφορά το πώς μπορούν να επηρεαστούν οι διμερείς σχέσεις «εν μέσω βαθιών κρίσεων στην περιοχή μας και στον κόσμο», σε μια χρονική συγκυρία όπου οι διεθνείς ισορροπίες υφίστανται ραγδαίες μεταβολές. Η κυβερνητική οπτική στην Άγκυρα φαίνεται να μην επενδύει σε άμεσες και οριστικές λύσεις, αλλά αντιθέτως εστιάζει στη διατήρηση λειτουργικών καναλιών επικοινωνίας. Ενδεικτική της προσέγγισης αυτής είναι η φράση που παρατίθεται αυτούσια στο κείμενο: «Πιστεύω ολόψυχα ότι πρέπει να κρατήσουμε ανοιχτά τα κανάλια διαλόγου με την Ελλάδα».

Διαχείριση των σχέσεων

Η ανάλυση προχωρά σε μια ιστορική αναδρομή, επιστρέφοντας στις αρχές της δεκαετίας του 2000, για να υποστηρίξει ότι η εποχή των “μεγάλων λύσεων” υπό την ευρωπαϊκή ομπρέλα έχει παρέλθει, και σήμερα κυριαρχεί μια διαφορετική λογική. Η Ζουχάλ Μερτ Ουζουνέρ υπογραμμίζει ότι κατά την περίοδο που η προοπτική ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργούσε ως καταλύτης, οι διερευνητικές –και αργότερα οι συμβουλευτικές– συνομιλίες παρήγαγαν μεν τεχνική πρόοδο, ωστόσο απουσίαζε η επαρκής πολιτική βούληση.

Σύμφωνα με την τουρκική ανάγνωση, από το 2010 και έπειτα, οι σχέσεις των δύο χωρών οικοδομούνται γύρω από πιο «εύκολους» τομείς συνεργασίας, ενώ τα θεμελιώδη και ακανθώδη ζητήματα παραμένουν σε καθεστώς αναμονής. Η βασική υπόθεση που προβάλλεται είναι σαφής: καμία από τις δύο πλευρές δεν θεωρεί την παρούσα στιγμή ώριμη για μια ριζική διευθέτηση των διαφορών.

Η ελληνική στρατηγική και το «ευρωπαϊκό πλεονέκτημα»

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο σημείο αιχμής των ελληνικών επιλογών, οι οποίες παρουσιάζονται ως απόρροια ενός υπολογισμού ισχύος που βασίστηκε στην ιδιότητα της Ελλάδας ως κράτους-μέλους της ΕΕ. Σύμφωνα με την Δρα Ουζουνέρ, η Αθήνα εκτίμησε ότι η θεσμική ισχύς που της παρείχε η Ένωση αποτελούσε διπλωματικό πλεονέκτημα και εργαλείο πίεσης προς την Άγκυρα. Η επιδείνωση των τουρκο-αμερικανικών σχέσεων κατά τη δεκαετία του 2010, σύμφωνα με την ίδια ανάγνωση, ενίσχυσε περαιτέρω αυτόν τον στρατηγικό υπολογισμό.

Η ανάλυση αφήνει να εννοηθεί ότι η ελληνική πλευρά επένδυσε σε ένα πλαίσιο διεθνούς στήριξης, το οποίο της επέτρεπε να διατηρεί τις θέσεις της χωρίς να εισέρχεται σε ουσιαστική διαπραγμάτευση επί των σκληρών θεμάτων.

Η γεωπολιτική ανατροπή μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία

Το κεντρικό επιχείρημα της ανάλυσης του Αναντολού είναι ότι ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας ανέτρεψε τους προαναφερθέντες ελληνικούς υπολογισμούς. Η επιστροφή της σκληρής ισχύος και των ζητημάτων ασφαλείας, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη περιφερειακή επιρροή της Τουρκίας, μετέβαλαν το στρατηγικό περιβάλλον.

Ιδίως μετά τις μεταβολές στις σχέσεις ΗΠΑ–ΕΕ και τις εσωτερικές ανακατατάξεις στη Δύση, η ανάλυση υποστηρίζει ότι η Τουρκία κατέλαβε «κεντρική θέση» στις δυτικές ισορροπίες. Το γεγονός αυτό, κατά την τουρκική ανάγνωση, οδήγησε την Αθήνα στην απόφαση για διεύρυνση των διαύλων διαλόγου με την Άγκυρα.

Η «θετική ατζέντα» ως προσωρινή λύση

Η συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου αξιολογείται ως συνέχεια αυτής της πολιτικής, με την υπογραφή συγκεκριμένων συμφωνιών, αλλά χωρίς να αγγίζονται οι σκληρές διαφορές. Το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας οδήγησε σε συμφωνίες σε τομείς όπως οι επενδύσεις, το εμπόριο και ο τουρισμός. Ωστόσο, η τουρκική ανάλυση δεν παρουσιάζει τις συμφωνίες αυτές ως ιστορική καμπή, αλλά ως αναγκαία βήματα σταθεροποίησης.

Η ίδια η Δρ. Ουζουνέρ καταλήγει με μια χαρακτηριστική αποτίμηση της τρέχουσας κατάστασης: η «θετική ατζέντα» λειτουργεί πλέον ως «επίδεσμος» για τις πληγές της περιόδου 2019–2022 και φαίνεται να πλησιάζει στα όριά της.

Αναμονή για τη «μεγάλη στιγμή»

Το τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης δεν είναι θριαμβευτικό, αλλά προτρεπτικό, καθώς η παρούσα φάση θεωρείται σαφώς μεταβατική. Κατά την ανάλυση, το ταχέως μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον δεν παρέχει πλέον τις σταθερές εγγυήσεις του παρελθόντος. Ως εκ τούτου, το επόμενο στάδιο –όπως υπονοείται– θα πρέπει να είναι η επιστροφή σε σοβαρές διπλωματικές προτάσεις και σε διαδικασίες ουσιαστικής διαπραγμάτευσης, παρόμοιες με εκείνες που επιχειρήθηκαν μέσω των διερευνητικών συνομιλιών.

Εν κατακλείδι, για την τουρκική κυβερνητική ανάλυση, η συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν δεν αποτελεί τη λύση των προβλημάτων. Αποτελεί, αντιθέτως, μια διαδικασία προετοιμασίας εδάφους, εν αναμονή μιας μελλοντικής συγκυρίας που θα επιτρέψει την επόμενη, πιο απαιτητική φάση των σχέσεων.

Το πρωτότυπο άρθρο https://geopolitico.gr/2026/02/netaniachou-elpides-gia-afstiri-stasi-trab-sto-iran-alla-me-epifylaxeis/ ανήκει στο Πολιτική – Geopolitico .