Πες μου ποιος αναθεωρεί το Σύνταγμα, να σου πω τι είδους αναθεώρηση θα κάνει. Από μόνη της η επίσπευση από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, της διαδικασίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος, διαβάσθηκε από πολιτικούς παρατηρητές ως απόπειρα αλλαγής της δημόσιας ατζέντας – και έτσι η ουσία υποβαθμίσθηκε.
Ο Πρωθυπουργός επιχειρεί εντελώς «ιδεολογική» αναθεώρηση στα μέτρα της πολιτικής του. Παραβλέπει έτσι τις δυνατότητες να διαμορφωθούν οι αντίστοιχες πλειοψηφίες της σημερινής και της επόμενης Βουλής για να έχει έκταση η συνταγματική τροποποίηση.
Με άλλα λόγια διαμορφώνει όρους αποτυχίας, αξιοποιώντας την ευκαιρία της αναθεώρησης, για τρέχουσες πολιτικές ανάγκες του.
Υπάρχει και χειρότερο. Στη δήλωση του – και όχι «διάγγελμα», όπως αρέσκονται οι φίλοι, γιατί αυτό αποτελεί προνόμιο του ανωτάτου πολιτειακού άρχοντα – περιγράφονται δυο παρεμβάσεις χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα άρθρα στο ισχύον Σύνταγμα, ανάλογα με το πώς θα διατυπωθούν, μπορεί να είναι και… ανατριχιαστικές. Ή πάντως σε βάρος του… Κοινοβουλευτισμού και των κομμάτων ως φορέων του.
-Αντιγράφουμε: «Θα πρέπει, οπωσδήποτε, να προβλέπει – η αναθεώρηση – και δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση, αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μην διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού».
Σε απλή μετάφραση ο Πρωθυπουργός – σε περίοδο μάλιστα που η κυβέρνησή του στηρίζεται σε κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς εμφανώς αναντίστοιχους με τους συσχετισμούς στην κοινωνία και το εκλογικό σώμα – εισηγείται να υπάρξουν Συνταγματικές – δηλαδή δεσμευτικές – διατάξεις για την… οικονομική πολίτικη των κομμάτων!
Για κάτι δηλαδή που δεν μπορεί να κρίνεται παρά μόνο από τους πολίτες, στην κάλπη. Ποια Δημοκρατία και ποια ελεύθερη πολιτική βούληση;
Δεν το λέει για πρώτη φορά. Αλλά εννοεί ότι ο Καταστατικός Χάρτης πρέπει να ορίζει ζητήματα που προκύπτουν κατά βάση από την ιδεολογία κάθε πολιτικού φορέα. Και να αξιολογείται το οικονομικό πρόγραμμά τους από… το κράτος.
Δηλαδή οι οικονομικές διακηρύξεις ενός κόμματος και το κυβερνητικό του πρόγραμμα πρέπει να προκαθορίζεται περιοριστικά από το Σύνταγμα. Πρακτικά υποδηλώνεται ότι για να είναι δεκτά, πρέπει να μοιάζουν με τα… δικά του.
Αυτό μπορεί να οδηγεί μέχρι κατάλυση της Δημοκρατίας και απαγόρευση κομμάτων να πάρουν μέρος στις εκλογές – αν δεν προσαρμόσουν το πρόγραμμά τους, υπό τις οδηγίες μιας διεύθυνσης του… Γενικού Λογιστηρίου.
Έτσι, πχ το ΚΚΕ που επαγγέλλεται τον σοσιαλισμό ως προστάδιο της κομμουνιστικής κοινωνίας, πρέπει να αποκλειστεί. Που το πάει άραγε το «σύστημα Μητσοτάκη»;
Τουλάχιστον ας εξηγήσει κάποιος στην κυβερνητική παράταξη ότι αυτή η νοοτροπία οδήγησε, πριν από δύο δεκαετίες, σε απόρριψη το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Το καταψήφισαν οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί πολίτες και προφανώς το ίδιο θα έκαναν και άλλοι.
Ο λόγος, κατά τα δημοσιεύματα της εποχής ήταν εμφανής: Οι ψηφοφόροι «ανησυχούσαν, για τον νεοφιλελεύθερο οικονομικό χαρακτήρα του Ευρωσυντάγματος». Τις διατάξεις του υποδήλωναν εδραίωση των πολυεθνικών και της ελεύθερης αγοράς, σε βάρος των εργασιακών δικαιωμάτων.
Θα δέσμευε τους Ευρωπαίους πολίτες να έχουν μόνο και μια επιλογή όταν καλούνταν να εγκρίνουν την οικονομική πολιτική της χώρας τους και της κοινοτικής Ευρώπης, ανάμεσά στα πρόγραμμα των πολιτικών δυνάμεων.
Κατά τα λοιπά ο Πρωθυπουργός που ανήγγειλε νέο Σύνταγμα, προσπάθησε να πείσει ότι είναι άλλος από αυτόν που βάλλεται εντός και εκτός της χώρας για καταπάτηση του ισχύοντος.
Φτάνοντας στο σημείο των καουμπόηδων του Φαρ Ουέστ, που πρώτα να πυροβολούν και μετά να ρωτάνε. Τι άλλο είναι αυτό που κάνει με την αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα ΑΕΙ;
Με ποιο κυρός καλεί «να τολμήσουμε μεγάλες τομές, που θα ενισχύουν το κύρος των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών, εισάγοντας ρυθμίσεις για την καλύτερη λειτουργία του πολιτεύματος», όταν ο ίδιος έχει κουρελιάσει κατ’ επανάληψη τους θεσμούς;
Πώς ακριβώς θα πείσει για τις καλές αναθεωρητικές προθέσεις του, πχ στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, όταν την έχει μετατρέπει σε θεραπαινίδα της πολιτικής του και συχνά σε μακρύ χέρι της κυβέρνησής του, καταλύοντας τον διαχωρισμό των Εξουσιών;
Με ποια πολιτικά εφόδια θα δώσει «τη μάχη με το βαθύ κράτος», όταν κατέστη όσο βαθύτερο γίνεται, επί των ημερών του, με την αδιαφάνεια και τον απόλυτο έλεγχο των υπηρεσιών του από τη ΝΔ;
Τι ακριβώς είναι ο «επαναπροσδιορισμός της έννοιας της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων», όταν ο ίδιος βούλιαζε το δημόσιο και τους υπάλληλους του στον κομματισμό;
Πράγματι «το ίδιο το Σύνταγμα επιβάλλει να αναζητήσουμε συναινέσεις». Αλλά ο ίδιος έχει ήδη υπονομεύσει αυτή την πρόβλεψη, με τον τρόπο που άσκησε τη διακυβέρνηση ως τώρα.
Ποιος θα θελήσει να ταυτιστεί μαζί του, ακόμη και στις πιο θεάρεστες και αναγκαίες μεταβολές; Με ποια έξωθεν καλή μαρτυρία θα διεκπεραιώσει τόσο κρίσιμες συνταγματικές αλλαγές;


