Την έναρξη του διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση σηματοδότησε με δημόσιο μήνυμά του ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, τονίζοντας πως «είναι καιρός να τολμήσουμε μεγάλες αλλαγές» σε ένα Σύνταγμα που, όπως επισήμανε, αν και διαχρονικά εγγυήθηκε πολιτική σταθερότητα, πλέον δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις ανάγκες του 21ου αιώνα. Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η αναθεώρηση πρέπει να είναι γενναία, θεσμικά ώριμη και να ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Στο μήνυμά του ανέφερε ότι εντός του μήνα θα ζητηθούν οι προτάσεις της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, ώστε η τελική εισήγηση να κατατεθεί τον Μάρτιο. Όπως σημείωσε, στόχος είναι η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης να αποτελέσει απάντηση στην τοξικότητα και τη στείρα κομματική περιχαράκωση που χαρακτηρίζει το πολιτικό σύστημα τα τελευταία χρόνια.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε ένα «ζωντανό» θεμέλιο της Μεταπολίτευσης, εξασφαλίζοντας ομαλότητα και δημοκρατική συνέχεια επί μισό αιώνα. Ωστόσο, τόνισε πως πρόκειται για ένα κείμενο που ανήκει στον 20ό αιώνα και χρειάζεται επικαιροποίηση, ώστε να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική κρίση και οι νέες απαιτήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας στη δημόσια ζωή.
Μεταξύ των βασικών κατευθύνσεων που έθεσε ο πρωθυπουργός βρίσκεται η αναθεώρηση του άρθρου 86, με στόχο τη βελτίωση του πλαισίου που αφορά την αστική και ποινική ευθύνη των υπουργών. Όπως έχει επισημανθεί και στο παρελθόν, το ισχύον καθεστώς θεωρείται από πολλούς αναχρονιστικό και ανεπαρκές ως προς την ενίσχυση της λογοδοσίας των μελών της κυβέρνησης.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο άρθρο 16 του Συντάγματος, που αφορά την ανώτατη εκπαίδευση. Ο πρωθυπουργός μίλησε για άρση του κρατικού μονοπωλίου και για τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια αλλαγή θα ευθυγραμμίσει τη χώρα με τις ευρωπαϊκές πρακτικές και θα ενισχύσει την ποιότητα και την εξωστρέφεια της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Στο πεδίο των θεσμών, πρότεινε την καθιέρωση μίας ενιαίας εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, χωρίς δυνατότητα επανεκλογής. Σύμφωνα με το σκεπτικό που παρουσίασε, η ρύθμιση αυτή θα ενισχύσει τη σταθερότητα του θεσμού και θα απομακρύνει την Προεδρία από πολιτικούς υπολογισμούς που συνδέονται με επαναλαμβανόμενες θητείες.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη Δικαιοσύνη, προτείνοντας τη συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Όπως σημείωσε, μια τέτοια αλλαγή θα ενισχύσει την αυτονομία της Δικαιοσύνης και θα συμβάλει στην αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία της θεσμικής λειτουργίας της.
Στο κλείσιμο του μηνύματός του, ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν αφορά μόνο τα κόμματα ή το πολιτικό σύστημα, αλλά συνολικά τη δημόσια ζωή και τον κάθε πολίτη ξεχωριστά. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η πρόκληση είναι να διαμορφωθεί ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που θα θωρακίζει τη Δημοκρατία και θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της νέας εποχής.


